Από την πρώτη ημέρα του φετινού Μουντιάλ κατέστη σαφής η προσπάθεια του τούρκου προέδρου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, να κεφαλαιοποιήσει την αγωνιστική παρουσία του εθνικού αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος στην κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση.
Όμως με τα δύο από τα τρία ματς του ομίλου να καταλήγουν σε ήττα και την Τουρκία να έχει αποκλειστεί από τη δεύτερη φάση του τουρνουά, το αφήγημα επιστρέφει στον ίδιο με τη μορφή μπούμερανγκ.
Ήττες
Ως προς το αγωνιστικό σκέλος, η ήττα της Τουρκίας απέναντι στην Παραγουάη χειροτέρεψε το ήδη βαρύ κλίμα που επικρατούσε μετά την ήττα κόντρα στην Αυστραλία. Κι αυτό γιατί η εθνική ομάδα της γειτονικής χώρας, που θεωρείται από τις πιο ταλαντούχες στην ιστορία της από άποψη ατομικού ταλέντου, έχασε από μια ομάδα που αγωνίζονταν επί ένα ημίχρονο με παίκτη λιγότερο, μετά την αποβολή του παραγουανού μεσοεπιθετικού Μιγκέλ Αλμιρόν.
«Έπρεπε να είχαμε κερδίσει αυτά τα παιχνίδια… Όλοι είναι στεναχωρημένοι, όλοι κλαίνε» σχολίασε ενώπιον δημοσιογράφων μεταξύ άλλων ο 21χρονος παίκτης της Ρεάλ Μαδρίτης, Αρντά Γκιουλέρ, μετά τη λήξη του αγώνα και πρόσθεσε εν είδει δημόσιας συγνώμης: «Νιώθουμε ντροπιασμένοι και απολογούμαστε στον κόσμο μας».
Πρόκειται για αγωνιστική εικόνα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το βίντεο που κυκλοφόρησε η Τουρκική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία την ημέρα που ξεκινούσε η διοργάνωση και στο οποίο περίσσευαν οι γεωπολιτικές συνδηλώσεις, μέσα από εικόνες που περιλάμβαναν στρατιωτικές παρελάσεις, drones, μαχητικά αεροσκάφη, πυραύλους, φρεγάτες, προεκλογικές ομιλίες του Ερντογάν και το ηλεκτρικό αυτοκίνητο Togg(!), προτού το βίντεο ολοκληρωθεί με το λογότυπο του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ). Το οπτικό υλικό συγκέντρωσε τα «πυρά» της αντιπολίτευσης, που κατηγόρησε την κυβέρνηση για εργαλειοποίηση της εθνικής ομάδας για προπαγανδιστικούς σκοπούς.
Η αρχή του τέλους για τον Ερντογάν;
Όμως το πραγματικό ερώτημα ξεπερνά την τρέχουσα πολιτική και άπτεται του πεδίου των πολιτικών συμβολισμών. Απλούστερα, υπό μορφή ερωτήματος: τι συμβολίζει πολιτικά η αποτυχία της εθνική ομάδας ποδοσφαίρου για το σύστημα εξουσία που έχει οικοδομήσει την τελευταία εικοσαετία ο 72χρονος ηγέτης, που στη νεαρή του ηλικία υπήρξε ημιεπαγγελματίας ποδοσφαιριστής;
Ο Σεμίλ Κορού, τούρκος πολιτικός αναλυτής και συνεργάτης της αμερικανικής δεξαμενής σκέψης Foreign Policy Research Institute, σε άρθρο του στη διαδικτυακή πλατφόρμα Substack είναι ξεκάθαρος ως προς το ότι η φετινή διοργάνωση αποτελεί σημείο καμπής. «Ορισμένα είδη εθνικιστών ενδιαφέρονται περισσότερο για τον αθλητισμό από άλλα. Δε θέλουν απλώς την επιτυχία, τη χρειάζονται.
Ο τουρκικός ισλαμισμός του είδους που ενσαρκώνει ο Ερντογάν είναι μια μορφή αναβιωτικού εθνικισμού που ο Ρότζερ Γκρίφιν [σ.σ. καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Oxford Brookes] έχει ονομάσει “παλιγγενεσιακό υπερεθνικισμό”.» σημειώνει και συμπληρώνει: «Γι’ αυτό ο Ερντογάν ενδιαφέρεται τόσο πολύ για την αθλητική απόδοση. Γι’ αυτό μπήκε τόσο σκληρά στο Παγκόσμιο Κύπελλο… Ήθελε να παίξουν οι τούρκοι διεθνείς εναντίον μεγάλων ευρωπαϊκών ομάδων, και ακόμα και αν δεν κέρδιζαν, θα έκαναν τους ανθρώπους να νιώσουν ότι η χώρα είναι πλέον υπολογίσιμη δύναμη.».
Είναι αυτή η φιλοδοξία η Τουρκία να εμπεδώσει την αυτονομία και τη χειραφέτησή της από τη Δύση, επικυρώνοντας έτσι το status ανερχόμενης δύναμης, που τέσσερα χρόνια πριν ώθησε τον Ερντογάν να αλλάξει τη διεθνή ονοματοδοσία της χώρας από “Turkey” σε “Türkiye”. Το ιδιότυπο rebranding δεν απέδωσε πάντως στον αθλητισμό, όπου οι επιτυχίες κι οι αποτυχίες της Άγκυρας αυτομάτως μεγεθύνονται στα μάτια της κοινής γνώμης.
Νεποτισμός και κατάρρευση
«Με μέτρο τον αριθμό των μεταλλίων της χώρας στους Ολυμπιακούς Αγώνες από το 1964, υπάρχει μια ανοδική τάση στη δεκαετία του ’90 και στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, αλλά ο αριθμός είναι ασήμαντος και τελικά καταρρέει στο μηδέν το 2024. Μετά από σχεδόν ένα τέταρτο αιώνα διακυβέρνησης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP), η Τουρκία τερματίζει 64η στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Δεν υπάρχει “εθνική αναγέννηση” εδώ.» γράφει ο Κορού.
Και συνεχίζει αναφερόμενος στο ποδόσφαιρο: «Το ίδιο ισχύει και στο ποδόσφαιρο. Οι περισσότεροι Τούρκοι μνημονεύουν ακόμη την πορεία της ομάδας τους στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2002. Η Εθνική Τουρκίας έπαιξε μερικά καταπληκτικά παιχνίδια, κατέλαβε την τρίτη θέση και απέκτησε μια φήμη για την άνιση ιδιοφυΐα της, την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα. Ακολούθησαν 24 χρόνια χωρίς η Τουρκία να προκριθεί σε Παγκόσμιο Κύπελλο, πράγμα που κατάφερε μόλις φέτος, καθώς η FIFA επέκτεινε το τουρνουά από 32 σε 48 ομάδες. Και έχασε. Με άσχημο τρόπο».
Αποδίδει μάλιστα την κακή πορεία των εθνικών ομάδων πάλης και άρσης βαρών στην ευνοιοκρατία που έχει επιβληθεί στα χρόνια της πολιτικής κυριαρχίας του Ερντογάν. «Οι ολυμπιακές ομάδες πάλης και άρσης βαρών, καθώς και η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου, είναι εντελώς φιλοερντογανικές, επομένως είναι ήδη απελπιστικά πολιτικοποιημένες.
Όπως συμβαίνει με κάθε θεσμό που μπαίνει στην τροχιά του παλατιού, κατακλύζονται από φίλους και τυχοδιώκτες, και όποιες δυνατότητες έχουν διαχέονται στον αέρα» αναφέρει, φέρνοντας ως μοναδικό παράδειγμα αξιοκρατίας και επιτυχίας το γυναικείο βόλεϊ.
«Η πολιτιστική τους αύρα είναι σαφώς κοσμική και το μεγαλύτερο μέρος της υποστήριξής τους προέρχεται από τους ψηφοφόρους της αντιπολίτευσης» τονίζει επισημαίνοντας πως «η επαφή με το καθεστώς Ερντογάν είναι ο πιο σίγουρος δρόμος προς τη μετριότητα κι ακόμη χειρότερα».
«Μήπως το rebranding θέλει rebranding;» αναρωτιέται σε ειρωνικό τόνο ο αθλητικός συντάκτης της βρετανικής εφημερίδας Guardian, Μάικλ Μπάτλερ, σχολιάζοντας κι αυτός την τελευταία ήττα και σημειώνοντας με νόημα ότι το λήμμα turkey στο Λεξικό του Κέιμπριτζ αναφέρεται όχι μόνο στην κρατική επικράτεια της Τουρκίας αλλά και σε ένα εγχείρημα που αποτυγχάνει ολέθρια ή σε έναν ανόητο άνθρωπο.
