Η σύνοδος κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα διεξαχθεί στις Βρυξέλλες στις 18 και 19 Ιουνίου σηματοδοτεί την επίσημη έναρξη μιας από τις πιο δύσκολες και πολιτικά φορτισμένες διαπραγματεύσεις της επόμενης διετίας: Τη διαμόρφωση του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου (MFF) για την περίοδο 2028-2034.
Η συζήτηση για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αφορά απλώς αριθμούς, ποσοστά και δημοσιονομικές ισορροπίες. Πίσω από τη διαπραγμάτευση για τα 1,73 τρισ. ευρώ του Δημοσιονομικού Πλαισίου εξελίσσεται μια βαθύτερη πολιτική σύγκρουση για το μοντέλο ανάπτυξης που θα ακολουθήσει η Ευρώπη τα επόμενα χρόνια.
Το δίλημμα δεν είναι, όπως συχνά παρουσιάζεται, ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και τη διατήρηση ενός ξεπερασμένου status quo. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα χωρίς όμως να υπονομεύσει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: την οικονομική και κοινωνική σύγκλιση των κρατών και των περιφερειών της.
Ένας κόσμος που αλλάζει και μια Ευρώπη που αναζητά προσανατολισμό
Η συγκυρία είναι ιδιαίτερα απαιτητική. Η Κίνα διεκδικεί ηγετική θέση σε κρίσιμους βιομηχανικούς και τεχνολογικούς τομείς, οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολουθούν ολοένα πιο επιθετικές πολιτικές βιομηχανικής προστασίας, ενώ η επιστροφή ενός ακατανόητου Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο επαναφέρει ερωτήματα για τη μακροπρόθεσμη αξιοπιστία της αμερικανικής στήριξης προς την Ευρώπη.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας αποτελεί αναμφισβήτητη ανάγκη. Οι επενδύσεις στην καινοτομία, στην τεχνητή νοημοσύνη, στην ενεργειακή αυτονομία, στις κρίσιμες τεχνολογίες και στην έρευνα δεν μπορούν να αναβληθούν.
Το ερώτημα είναι από πού θα προέλθουν οι πόροι και ποιο θα είναι το πολιτικό τίμημα αυτής της μετάβασης.
Οι «Φίλοι του Εκσυγχρονισμού» και η νέα ατζέντα
Η Γερμανία, η Ολλανδία, η Αυστρία, η Σουηδία και άλλα κράτη του βορειοδυτικού ευρωπαϊκού πυρήνα υποστηρίζουν ότι ο σημερινός προϋπολογισμός εξακολουθεί να αντανακλά τις προτεραιότητες μιας άλλης εποχής.
Κατά την άποψή τους, υπερβολικά μεγάλα κονδύλια παραμένουν δεσμευμένα στην Κοινή Αγροτική Πολιτική και στα Ταμεία Συνοχής, περιορίζοντας τη δυνατότητα της Ένωσης να επενδύσει σε τομείς που θα καθορίσουν τη θέση της στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Το επιχείρημα αυτό δεν είναι αβάσιμο. Η Ευρώπη όντως υπολείπεται των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας σε κρίσιμους τεχνολογικούς τομείς. Οι εκθέσεις που έχουν παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια, από τον Μάριο Ντράγκι μέχρι τις αναλύσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συγκλίνουν στην ανάγκη πολύ μεγαλύτερων επενδύσεων στην παραγωγικότητα και στην καινοτομία.
Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή δεν οδηγεί αυτομάτως στο συμπέρασμα ότι η λύση βρίσκεται στη συρρίκνωση των πολιτικών συνοχής.
Η αντίθεση ανάμεσα στην ανταγωνιστικότητα και τη συνοχή είναι τεχνητή
Συχνά η συζήτηση παρουσιάζει τις περιφερειακές ενισχύσεις ως μια μορφή παρωχημένης αναδιανομής πόρων. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Οι πολιτικές συνοχής υπήρξαν ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η ενιαία αγορά κατόρθωσε να λειτουργήσει. Οι υποδομές μεταφορών, τα ενεργειακά δίκτυα, τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα και οι επιχειρήσεις που χρηματοδοτήθηκαν επί δεκαετίες από τα ευρωπαϊκά ταμεία δεν εξυπηρέτησαν μόνο τις χώρες του Νότου και της Ανατολής. Δημιούργησαν νέες αγορές, αύξησαν την παραγωγικότητα και ενίσχυσαν συνολικά την οικονομική δυναμική της Ένωσης.
Η ανταγωνιστικότητα δεν οικοδομείται αποκλειστικά στα μεγάλα τεχνολογικά κέντρα της Βόρειας Ευρώπης. Προϋποθέτει μια ευρύτερη παραγωγική βάση, ικανή να στηρίξει την ανάπτυξη σε ολόκληρη την ήπειρο.
Γι’ αυτό και η αντίθεση ανάμεσα στην ανταγωνιστικότητα και τη συνοχή είναι σε μεγάλο βαθμό τεχνητή. Η δεύτερη αποτελεί προϋπόθεση της πρώτης.
Η συζήτηση για την άμυνα και τα όριά της
Η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα έχει επίσης ενισχύσει τις πιέσεις για αύξηση των αμυντικών δαπανών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ασφάλειας είναι υπαρκτή, ιδιαίτερα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Ωστόσο, η μετατροπή του κοινοτικού προϋπολογισμού σε πρωτίστως αμυντικό εργαλείο ενέχει σοβαρούς κινδύνους.
Το ύψος των αναγκών για επενδύσεις στην πράσινη μετάβαση, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την εκπαίδευση, την έρευνα και την κοινωνική συνοχή παραμένει τεράστιο. Η διοχέτευση ολοένα μεγαλύτερου μέρους των ευρωπαϊκών πόρων στην άμυνα θα μπορούσε να αποδυναμώσει ακριβώς εκείνα τα πεδία που καθορίζουν τη μακροπρόθεσμη οικονομική ισχύ της Ευρώπης.
Άλλωστε, η στρατηγική αυτονομία δεν μετριέται μόνο σε στρατιωτικές δυνατότητες. Μετριέται και στην τεχνολογική πρωτοπορία, στην ενεργειακή ανθεκτικότητα, στη βιομηχανική παραγωγή και στην κοινωνική σταθερότητα.
Το πραγματικό στοίχημα των διαπραγματεύσεων
Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επιχειρεί να συνδέσει τη χρηματοδότηση με συγκεκριμένα αποτελέσματα και μεταρρυθμίσεις, δημιουργώντας νέα εργαλεία όπως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανταγωνιστικότητας. Πρόκειται για μια προσπάθεια προσαρμογής στις νέες συνθήκες, η οποία αξίζει να συζητηθεί σοβαρά.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αναγκαία μεταρρύθμιση μετατρέπεται σε επιχείρημα υπέρ της αποδυνάμωσης των παραδοσιακών πολιτικών συνοχής. Μια τέτοια επιλογή θα ενίσχυε τις αποκλίσεις μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, θα τροφοδοτούσε τον ευρωσκεπτικισμό και θα υπονόμευε την πολιτική νομιμοποίηση του ίδιου του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.
Μια Ευρώπη που επενδύει παντού ή μια Ευρώπη που διχάζεται
Οι ηγέτες που συναντώνται στις Βρυξέλλες καλούνται να απαντήσουν σε ένα ερώτημα που υπερβαίνει κατά πολύ τις τεχνικές λεπτομέρειες του προϋπολογισμού. Πώς μπορεί η Ευρώπη να ανταγωνιστεί τις μεγάλες δυνάμεις του 21ου αιώνα χωρίς να εγκαταλείψει τις αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε;
Η απάντηση δύσκολα μπορεί να είναι η μεταφορά πόρων από τις περιφέρειες, τους αγρότες και τις λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες προς ένα στενό σύνολο νέων προτεραιοτήτων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πέτυχε ιστορικά όταν συνέδεσε την ανάπτυξη με τη σύγκλιση και την ανταγωνιστικότητα με την αλληλεγγύη.
Η μεγάλη πρόκληση του νέου προϋπολογισμού δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό ή τη συνοχή. Είναι να αποδείξει ότι οι δύο στόχοι μπορούν να συνυπάρξουν. Διότι μια Ευρώπη που θα γίνει πιο ανταγωνιστική αφήνοντας πίσω της μεγάλα τμήματα της επικράτειάς της να μαραζώνουν κινδυνεύει να κερδίσει τη μάχη των δεικτών και να χάσει τη μάχη της πολιτικής συνοχής. Και αυτή θα ήταν μια ήττα πολύ πιο σοβαρή από οποιαδήποτε δημοσιονομική διαφορά μεταξύ Βορρά και Νότου.
