Ναζίμ Χικμέτ: Η ποίηση της αντίστασης που ξεπέρασε σύνορα, διώξεις και μισαλλοδοξία

Η ζωή, οι διώξεις και το έργο ενός ποιητή που μίλησε με μια φωνή βαθιά πολιτική, ανθρώπινη και διαχρονική.

Ο Ναζίμ Χικμέτ πέθανε σαν σήμερα, στις 3 Ιουνίου 1963, στη Μόσχα. Ο τούρκος ποιητής έζησε πολιτικές διώξεις, φυλακίσεις και εξορία και άφησε πίσω του ένα έργο βαθιά πολιτικό και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινο. Ένα έργο που ξεπέρασε από νωρίς τα όρια της χώρας, της γλώσσας και της ιδεολογικής του παράταξης.

Η είδηση του θανάτου του Ναζίμ Χικμέτ στη Μόσχα προκάλεσε συγκίνηση πολύ πέρα από τα σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης και της Τουρκίας.

Λίγες ημέρες μετά τον χαμό του, στις 16 Ιουνίου 1963, ο Γεώργιος Φτέρης σύστηνε τον ποιητή στους αναγνώστες του «ΒΗΜΑΤΟΣ», γράφοντας για τον θάνατό του:

«Οι τιμητικές εκδηλώσεις που επροκάλεσε ο πρόσφατος θάνατος του διάσημου Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ, στη Μόσχα, είναι βέβαια κάτι το ευεξήγητο, άμα τις ιδούμε από την πλευρά της Ρωσίας και των άλλων κρατών που έχουν την ίδια με τη Ρωσία ιδεολογική τοποθέτηση. Θα μπορούσε δηλαδή κανείς να σκεφτεί ότι οι κομμουνιστές τιμούν έναν ομοϊδεάτη τους, που αγωνίστηκε σ΄όλη του τη ζωή κάτω από την ίδια με τη δική τους σημαία.

»Αλλά εδώ […] οι εκδηλώσεις αυτές δεν περιορίζονται μέσα στο κοινό ιδεολογικό πλαίσιο, αφού και σ’ άλλες χώρες, μόλις μαθεύτηκε πως πέθανε ο Ναζίμ Χικμέτ, έγκριτοι λογοτέχνες και ειρηνόφιλοι ολωσδιόλου απροκάληπτοι κοινωνικά, έσπευσαν να τιμήσουν και την προσωπικότητά του και το έργο του».

Ο άνθρωπος πέρα από την ιδεολογία

Η παρατήρηση αυτή αποκτούσε ιδιαίτερο βάρος μέσα στο πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα της εποχής. Ο Χικμέτ δεν ήταν ένας «ουδέτερος» ποιητής. Ήταν κομμουνιστής, στρατευμένος, κυνηγημένος από το τουρκικό κράτος, ένας δημιουργός του οποίου η ζωή και το έργο είχαν σημαδευτεί από τη σύγκρουση με την εξουσία:

«Το ότι ο τιμώμενος Τούρκος ποιητής ανήκε, με όλη την ιστορία του και με όλη τη δημιουργία του, σε μια παράταξη αντίθετη προς την αστική, δεν σημαίνει […] ότι πρέπει να κλείνουμε τα μάτια μας για να μη βλέπομε τον άνθρωπο, και να βουλώνουμε τ’ αυτιά μας για να μην ακούμε τον ποιητή».

Ο Φτέρης έβλεπε στον τρόπο με τον οποίο τιμήθηκε ο Χικμέτ μια ένδειξη ότι ο κόσμος «αρχίζει να γιατρεύεται σιγά – σιγά από το πάθος της μισαλλοδοξίας». Και υπογράμμιζε πως στον πνευματικό τομέα οι τέχνες δημιουργούν, συχνά, «μεταξύ των λαών ένα είδος “ελευθέρας ζώνης”».

Για το ελληνικό κοινό, ο Φτέρης στεκόταν και σε ένα άλλο στοιχείο: τη στάση του Ναζίμ Χικμέτ απέναντι στο Κυπριακό:

«Είχε το θάρρος, μέσα σ’ ένα μήνυμά του προ ετών να υποστηρίξει το δικαίωμα του Κυπριακού λαού για την αυτοδιάθεση. Αυτό ήταν μια γενναία, μια τίμια πράξη, και στις πράξεις που είναι γενναίες και τίμιες οφείλουμε όλοι σεβασμό».

Απέναντι στα στερεότυπα της εποχής

Η τουρκική καταγωγή του ποιητή δίνει στον Φτέρη την αφορμή να τοποθετηθεί και απέναντι στα στερεότυπα της εποχής.

«Για να αντιδράσω στη νοοτροπία, στη γνωστή αντίληψη μιας μερίδος του ελληνικού κοινού- εθνική έπαρση στο βάθος της – ότι τάχα ένας Τούρκος, ένας Τουρκαλάς, όπως εσυνηθίσαμε να νιώθουμε τους Τούρκους – δεν γίνεται νάναι ποιητής. Λοιπόν γίνεται και παραγίνεται.

»Ο Τούρκος ποιητής […] θα ετιμούσε κάθε τόπο, κάθε ευρωπαϊκό τόπο, και τον δυσκολότερο στα γούστα του, τον απαιτητικότερο, κι εκείνουν που έχει μια παλιά οικειότητα με τον ποιητικό λόγο […]

»Δεν υπάρχει κανένα ειδικό βασιλικό διάταγμα της Θείας Πρόνοιας για να βγάζουν επ’ άπειρον ποιητές μόνο οι θεωρούμενες καλλιεργημένες, οι ευρωπαϊκές και οι αγγλοσαξωνικές ράτσες. Μπορούν να βγάλουν κι’ οι Τούρκοι, κι’ οι Αρβανίτες, ας πούμε, κι’ οι φελλάχοι, κοντολογής κάθε λαός, από τη στιγμή που θα βρεθούν – άνθρωποι ικανοί να πάρουν επαφή και να συγκινηθούν με τα γεγονότα που επηρεάζουν την ανθρώπινη περιπέτεια».

Μια ποίηση κατανοητή και διεθνής

Δεν είναι τυχαίο ότι και ο ίδιος ο Χικμέτ μιλούσε για μια ποίηση ανοιχτή, κατανοητή, που δεν θα απευθύνεται μόνο σε λίγους.

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 1.1.1963, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο τούρκος κριτικός Χασάν Κκουρέχ τοποθετεί τον Ναζίμ Χικμέτ κοντά στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, καθώς και οι δύο, όπως σημειώνει ο Φτέρης, αντλούν από «τη μεγάλη λαϊκή πηγή»:

«Εκείνος […] κατόρθωσε να εντάξει τον τουρκικό ποιητικό λόγο στη δυτική ποιητική αντίληψη».

Όπως εξηγεί ο Φτέρης, η τουρκική ποίηση παρέμεινε για αιώνες δεμένη με την αραβοπερσική και μουσουλμανική παράδοση, συχνά απομακρυσμένη από τη γλώσσα του λαού. Παράλληλα, όμως, στην ύπαιθρο αναπτύχθηκε μια ζωντανή λαϊκή ποίηση, από την οποία άντλησε και ο Ναζίμ Χικμέτ. Με τη δημοκρατική περίοδο, η τουρκική ποίηση άρχισε σταδιακά να αλλάζει μορφή, ώσπου ο Χικμέτ ολοκλήρωσε αυτή τη μεταβολή, φέρνοντας στην ποίησή του τη γλώσσα και την έκφραση των μαζών.

«Ο Ναζίμ Χικμέτ ολοκληρώνει τη μεταβολή, χωρίς ν΄ αφήσει αχρησιμοποίητη την ποιητική πείρα του παρελθόντος και μπάζει μέσα στην ποίησή του, που είναι δυτική στη μορφή της, την εκφραστική γλώσσα των μαζών».

Η έμπνευση από τον λαό

Στο ίδιο πνεύμα, ο Τριστάν Τζαρά, που είχε προλογίσει γαλλική μετάφραση ποιημάτων του Χικμέτ, αναφέρεται στο παγκόσμιο στοιχείο της ποίησής του. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Τζαρά έβλεπε στο έργο του Χικμέτ μια ποίηση που, παρότι γεννημένη μέσα από τις ελπίδες και τους αγώνες του τουρκικού λαού, άγγιζε τους κοινούς πόθους όλων των ανθρώπων:

«Αν και το έργο του ανάβει ειδικά τις ελπίδες του τουρκικού λαού, η ποίησή του αγκαλιάζει την έκφραση, τη βαθύτατα ανθρώπινη, των κοινών πόθων όλων των λαών της οικουμένης […] Η ποίηση του Ναζίμ Χικμέτ ανήκει στον κόσμο της πνευματικής δημιουργίας του σημερινού ανθρώπου, και με το πλάτος της ιστορικής της γνησιότητος αποκτά την αξία μιας οριστικής, μιας μόνιμης αλήθειας».

Το λαϊκό στοιχείο υπήρξε καθοριστικό στην ποίηση του Χικμέτ. Μέσα από αυτό αντλούσε τη χαρά, τον πόνο και την ανάγκη για ελευθερία, δίνοντας στα ποιήματά του έναν χαρακτήρα άμεσο, συχνά επικό, που ξεπερνούσε τα εθνικά σύνορα και μιλούσε για κοινές ανθρώπινες εμπειρίες.

Από αστική οικογένεια στον κοινωνικό αγώνα και τις διώξεις

Ο Φτέρης παραθέτει στην επιφυλλίδα του ορισμένα βιογραφικά στοιχεία του Χικμέτ, μέσα από τα οποία σκιαγραφείται η πολιτική και πνευματική του διαδρομή. Από τα πρώτα του ποιήματα και την αγωνιστική του διάθεση μέχρι τη στροφή του στον κομμουνισμό, τις φυλακίσεις και την εξορία:

«Ο Ναζίμ Χικμέτ γεννήθηκε στο 1902 στην Πόλη (άλλοι λένε στη Θεσσαλονίκη), κατάγεται από μια καλή αστική οικογένεια και άρχισε να γράφει ποιήματα πολύ νέος.

»Όπως πολύ νέος έδειξε μια έντονη αγωνιστική διάθεση. Στο 1920-22, εθνικιστής εκείνη την εποχή, άφησε τη Μικρασία όπου πολέμησε, και πήγε στη Μόσχα σταλμένος από τον Μουσταφά Κεμάλ για να σπουδάσει κοινωνιολογία.

»Εγύρισε κομμουνιστής κι’ από τότε δίνεται ολάκερος στον κοινωνικόν αγώνα, που δεν τον διακόπτουν παρά μόνο οι συχνές και μακρές φυλακίσεις του.

»Ανάμεσα 1929-1938 εκδίδει καμιά δεκαριά συλλογές ποιημάτων, γράφει τρία θεατρικά έργα, σάτιρες και άρθρα πολιτικά.

»Για να βγάζει το ψωμί του εργάζεται όπου βρει, σε τυπογραφεία, σ’ εφημερίδες.

»Στο 1938 καταδικάστηκε από στρατοδικείο σε πολυετή φυλάκιση. Στην Προύσα, κλεισμένος στη φυλακή, έγραψε τα καλύτερα ποιήματά του, αυτά που τον επιβάλανε κι’ έξω από την Τουρκία, για να τον τοποθετήσουν κοντά στο Λόρκα, στο Μαγιακόφσκη και στον Νερούντα.

»Στο 1950, χάρη στις ενέργειες που έγιναν στο εξωτερικό, βγήκε από τη φυλακή και ξαναπήγε στη Μόσχα, όπου και πέθανε […]

»Και σαν τελευταίο σύνθημα, λίγοι στίχοι σε μετάφραση του κ. Στ Μαγιόπουλου, από το ποίημα “Αισιοδοξία”, γιατί ο Ναζίμ Χικμέτ ήταν πάντα αισιόδοξος, και στις φοβερότερες δοκιμασίες του, πάντα με τα μάτια του γυρισμένα προς τη ζωή:

“Μερες καλές θα δούμε παιδιά

μέρες καλές

ηλιόλουστες

θα δούμε.

Μεσ’ στα γαλάζια

θα οδηγήσουμε τη μηχανή μας,

παιδιά

μεσ’ τα γαλάζια…”

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version