Στη δημοσιότητα δόθηκε το σκεπτικό της απόφασης του 25ου Τμήματος του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάζεται αποζημίωση ύψους 420.000 ευρώ για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν συγγενείς θύματος του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών.
Η δικαστική κρίση, υπό την προεδρία του κ. Χρήστου Μουσούρου και με εισηγήτρια την Πρωτοδίκη κ. Δήμητρα Ντισλίδου, αναγνωρίζει ρητά την αστική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, καταλογίζοντας στο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών πλημμελή άσκηση της εποπτικής του αρμοδιότητας σε θέματα ασφάλειας.
Στο σκεπτικό της απόφασης υπογραμμίζεται ότι η απουσία κρίσιμων συστημάτων ασφαλείας συνέβαλε αιτιωδώς στο ζημιογόνο αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο εκτιμά πως εάν λειτουργούσε πλήρως το σύστημα επικοινωνίας GSM-R, οι μηχανοδηγοί των δύο αμαξοστοιχιών θα είχαν τη δυνατότητα να αντιληφθούν έγκαιρα τη συγκρουσιακή τους πορεία και να αποτρέψουν την τραγωδία.
Η απόφαση σημειώνει πως το Δημόσιο όφειλε να γνωρίζει την έλλειψη λειτουργικών συστημάτων ασφαλείας, ανεξαρτήτως της πληροφόρησης από τρίτους φορείς, καθώς η κατάσταση αυτή διακυβεύει τα έννομα αγαθά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας χρηστών και εργαζομένων.
Παράλληλα, το Δ. Πρωτοδικείο άγεται στην κρίση ότι «το Ελληνικό Δημόσιο δια του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών άσκησε πλημμελώς την κατά τα ανωτέρω εποπτική του αρμοδιότητα σε θέματα σιδηροδρομικής ασφάλειας και συνέβαλε αιτιωδώς δια της παράνομης αυτής παράλειψης στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ τούτο μπορούσε να αποτραπεί».
«Το Δημόσιο άσκησε πλημμελώς την κατά τα ανωτέρω εποπτική του αρμοδιότητα»
Ακόμη, αναφέρει ότι η υποχρέωση αυτή του Δημοσίου «επιτείνεται από το γεγονός ότι τόσο η μη λειτουργία των συστημάτων αυτών στο σιδηρόδρομο όσο και η ανεπαρκής, αναποτελεσματική και ανεπιτυχής άσκηση εποπτείας από την ΡΑΣ στον ΟΣΕ σε θέματα ασφαλείας στον (ήδη επιβαρυμένο και με σημαντικά παρωχημένο τεχνολογικό εξοπλισμό όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πορίσματα) σιδηρόδρομο, εκδηλωνόταν επί μακρόν, διακυβεύοντας τα απολύτως προστατευόμενα έννομα αγαθά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των χρηστών και των εργαζομένων του σιδηρόδρομου» και συνεχίζει:
«Παρά ταύτα, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αδράνησε, παραλείποντας να ασκήσει την κατά τα ανωτέρω εποπτική του αρμοδιότητα και στο πλαίσιο αυτής τον εγγυητικό του ρόλο για τη διασφάλιση της ασφάλειας των σιδηροδρομικών μεταφορών, ήτοι μεριμνώντας, εντός του απολύτως αναγκαίου χρόνου, για την λήψη των κατάλληλων μέτρων για την επίκαιρη λειτουργία των συστημάτων ασφαλείας στον σιδηρόδρομο, εποπτική αρμοδιότητα που πάντως ασκείται και αφορά και σε δημόσια επιχείρηση που παρέχει ζωτικής- κοινής ωφέλειας- υπηρεσίες, τελούσα διαρκώς υπό την εξάρτηση, την εποπτεία και τη νομική εγγύηση του κράτους, αποριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου προβαλλόμενων από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Μετά από το σιδηροδρομικό δυστύχημα, άλλωστε, το υπουργείο Μεταφορών και Υποδομών ξεκίνησε μια εκτεταμένη εκστρατεία για την αναβάθμιση, την ανανέωση και σε ορισμένες περιπτώσεις την επέκταση της υπάρχουσας σιδηροδρομικής υποδομής, συμπεριλαμβανομένης, ιδιαίτερα, της προσαρμογής του συστήματος σηματοδότησης και τηλεδιοίκησης, καθώς και της εγκατάστασης του αυτόματου συστήματος για τις αμαξοστοιχίες (ETCS)».
Κατόπιν αυτών, το δικαστήριο «άγεται στην κρίση ότι το Ελληνικό Δημόσιο δια του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών άσκησε πλημμελώς την κατά τα ανωτέρω εποπτική του αρμοδιότητα σε θέματα σιδηροδρομικής ασφάλειας και συνέβαλε αιτιωδώς δια της παράνομης αυτής παράλειψης στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ τούτο μπορούσε να αποτραπεί».
