Σε ανοιχτή πολιτική σύγκρουση με το Ανώτατο Δικαστήριο πέρασε ο Ντόναλντ Τραμπ, λίγες ώρες μετά την ιστορική απόφαση που ακύρωσε τους δασμούς, σήμα κατατεθέν της οικονομικής του πολιτικής.
Με σκληρή γλώσσα, προσωπικές αιχμές και υψηλούς τόνους, ο πρόεδρος των ΗΠΑ κατηγόρησε μέλη του δικαστηρίου, υποστήριξε ότι οι δασμοί του «σταμάτησαν πολέμους» και διαβεβαίωσε ότι θα προχωρήσει άμεσα σε «άλλες, εξαιρετικές εναλλακτικές». Η ρήξη με τη Δικαιοσύνη πλέον λαμβάνει διαστάσεις μετωπικής πολιτικής αναμέτρησης.
Ο Τραμπ χρησιμοποίησε σκληρό τόνο από τα πρώτα λεπτά της συνέντευξης Τύπου, σχολιάζοντας την απόφαση.
Ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε αιχμηρός απέναντι σε μέλη του δικαστηρίου, δηλώνοντας πως «ντρέπομαι για ορισμένα μέλη του Δικαστηρίου», αφήνοντας σαφείς αιχμές για τη στάση τους και χαρακηρίζοντάς τους «σκυλάκια των Δημοκρατικών». Μάλιστα, ευχαρίστησε ονομαστικά τους τρεις που ψήφισαν «ναι».
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η απόφαση αυτή προκαλεί ικανοποίηση εκτός ΗΠΑ, λέγοντας ότι «οι ξένες χώρες που μας εκμεταλλεύονταν είναι ενθουσιασμένες», επιχειρώντας να παρουσιάσει την ακύρωση των δασμών ως πλήγμα για τα αμερικανικά συμφέροντα. Υπογράμμισε δε ότι οι δικαστές επηρεάστηκαν από άλλες χώρες.
«Οι δασμοί μου σταμάτησουν πόλεμους»
Στη συνέχεια ο πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε ότι οι δασμοί που επέβαλε «έβαλαν τέλος σε πέντε από τους οκτώ πολέμους». «Είτε σας αρέσει είτε όχι, συμπεριλαμβανομένων της Ινδίας και του Πακιστάν, των μεγάλων συγκρούσεων», πρόσθεσε λέγοντας ότι «θα μπορούσε να είχε γίνει πυρηνικός πόλεμος».
Ο Τραμπ ανέφερε ακόμη ότι ο πρωθυπουργός του Πακιστάν του είπε πως «έσωσες 35 εκατομμύρια ζωές, πείθοντάς μας να σταματήσουμε να πολεμάμε».
«Ετοιμάζονταν να κάνουν πολύ άσχημα πράγματα, αλλά τελικά μας προσέφεραν μεγάλη εθνική ασφάλεια», σημείωσε.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι «αυτοί οι δασμοί, σε συνδυασμό με τα ισχυρά μας σύνορα, έχουν μειώσει κατά 30% την είσοδο φαιντανύλης στη χώρα μας, όταν τους χρησιμοποίησα ως τιμωρία σε χώρες που έστελναν παράνομα αυτό το δηλητήριο για να δηλητηριάσουν τη νεολαία μας και όλοι αυτοί οι δασμοί παραμένουν σε ισχύ».
Στροφή σε εναλλακτικές λύσεις
Ο Ντόναλντ Τραμπ επανέλαβε ότι θα στραφεί σε «άλλες εναλλακτικές λύσεις» για να αντικαταστήσει τους δασμούς που, όπως είπε, το Ανώτατο Δικαστήριο «εσφαλμένα ακύρωσε».
«Έχουμε εναλλακτικές, και μάλιστα εξαιρετικές εναλλακτικές», πρόσθεσε.
Πώς θα κρατήσει τους δασμούς σε ισχύ;
Μάλιστα, ο Πρόεδρος ανέφερε ότι η απόφαση της Παρασκευής δεν ακύρωσε συνολικά τους δασμούς, αλλά μόνο τη συγκεκριμένη χρήση του νόμου περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών σε Έκτακτη Ανάγκη (IEEPA), με τον οποίο δεν διέθετε την εξουσία που επικαλέστηκε για να τους επιβάλει.
Ο πρόεδρος δήλωσε ότι, προκειμένου να «προστατεύσει τη χώρα μας», θα επιβάλει υψηλότερους δασμούς βάσει άλλων νομοθετικών διατάξεων.
Όπως είπε, με άμεση ισχύ υπογράφει εκτελεστικό διάταγμα για την επιβολή παγκόσμιου δασμού 10%, αξιοποιώντας το άρθρο 122 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974.
Οι δασμοί που είχαν ήδη επιβληθεί θα παραμείνουν σε ισχύ «πλήρως και χωρίς καμία αλλαγή».
«Θα εισπράξουμε περισσότερα χρήματα και θα είμαστε πολύ πιο ισχυροί εξαιτίας αυτού. Εισπράττουμε εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια — και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε — για να σας δείξουμε πόσο παράλογη είναι αυτή η απόφαση», κατέληξε.
Δείτε ολόκληρη τη συνέντευξη Τύπου:
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου
Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε πως ο Ντόναλντ Τραμπ υπερέβη τις εξουσίες του επιβάλλοντας δασμούς σε πολλά προϊόντα που εισέρχονται στις ΗΠΑ, καταφέροντας ένα σοβαρό πλήγμα στον Αμερικανό πρόεδρο σε ένα κεντρικό στοιχείο του οικονομικού προγράμματός του.
Βάσει της απόφασης που εκδόθηκε σήμερα από μια πλειοψηφία έξι δικαστών υπέρ έναντι τριών κατά, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν μπορεί να δικαιολογήσει αυτούς τους δασμούς λόγω μιας οικονομικής έκτακτης ανάγκης.
Η απόφαση αφορά τους δασμούς που παρουσιάστηκαν ως «ανταποδοτικοί» από την αμερικανική κυβέρνηση, όχι όμως εκείνους που εφαρμόζονται σε συγκεκριμένους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία ή ο χάλυβας και το αλουμίνιο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να επιβάλει αυτούς τους τελωνειακούς δασμούς βασιζόμενος σε ένα κείμενο του 1977 που επιτρέπει θεωρητικά στην αμερικανική διοίκηση να δράσει στον οικονομικό τομέα, χωρίς προηγουμένως να έχει πάρει το πράσινο φως από το Κογκρέσο, από τη στιγμή που αναγνωρίζεται μια «οικονομική έκτακτη ανάγκη».
Όμως, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου Τζον Ρόμπερτς, ο πρόεδρος των ΗΠΑ πρέπει «να έχει σαφή εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο» προκειμένου να επιβάλει δασμούς.
Το γεγονός πως το κείμενο του νόμου στον οποίο βασίζεται ο Λευκός Οίκος «του δίνει την εξουσία για να “ρυθμίσει τις εισαγωγές”, είναι ανεπαρκές», δεδομένου ότι «δεν εμπεριέχει καμία αναφορά στους δασμούς».
Αυτός ο νόμος «δεν επιτρέπει ο πρόεδρος να επιβάλει δασμούς», επιμένει ο δικαστής Ρόμπερτς στο κείμενο της απόφασης.
Αυτοί οι δασμοί είχαν ανακοινωθεί τον Απρίλιο, με την παρουσίαση ενός πίνακα που παρουσίαζε τα διαφορετικά ποσοστά που θα εφαρμόζονται, ανάλογα με την προέλευση των προϊόντων.
Στόχευαν θεωρητικά τις χώρες με τις οποίες οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν ένα εμπορικό έλλειμα κατά την ανταλλαγή προϊόντων, με τον Αμερικανό πρόεδρο να τους βλέπει ως ένα εργαλείο για το εξισορροπήσει.
Ο Ντόναλντ Τραμπ στόχευε επίσης να εξασφαλίσει επιπλέον πόρους στο ομοσπονδιακό κράτος για να αντισταθμίσει τις περικοπές φόρων.
Αυτοί οι δασμοί χρησίμευσαν επίσης ως βάση για διαπραγματεύσεις που οδήγησαν σε μια σειρά εμπορικών συμφωνιών με βασικούς εταίρους των ΗΠΑ, αρχής γενομένης από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), την Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
