Εμβληματική μορφή της νομικής επιστήμης και του δημόσιου βίου, η Άννα Ψαρούδα – Μπενάκη, η οποία έφυγε από την ζωή πλήρης ημερών έχοντας διανύσει μια μακρά καταξιωμένη διαδρομή τόσο στο ακαδημαϊκό πεδίο όσο και στο πολιτικό, καταγράφοντας στο δυναμικό της «πρωτιές» που την καθιστούν διακριτική μορφή: ήταν η πρώτη γυναίκα που κάθισε στην έδρα του Προέδρου της Βουλής καθώς και η πρώτη γυναίκα που έγινε πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών σπάζοντας ένα άβατο δεκαετιών (η Ακαδημία Αθηνών ιδρύθηκε το 1926 ως Ακαδημία των Επιστημών, των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών).
Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων αναδείχθηκε το 2004, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή για τον τρίτο τη τάξει πολιτειακό θεσμό, έχοντας διανύσει μια σημαντική πορεία στο πεδίο της πολιτικής και της νομικής. Εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 2010 και η επίσημη υποδοχή της έγινε το 2011, ενώ διετέλεσε πρόεδρος της Τάξης Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών και μέλος της Συγκλήτου το 2012.
Ως ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών ανήλθε όλη την πανεπιστημιακή ιεραρχία στη Νομική Σχολή Αθηνών (βοηθός, επιμελήτρια, υφηγήτρια, καθηγήτρια την περίοδο 1962-2001) και δίδαξε Ποινικό Δίκαιο και Ποινική Δικονομία. Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής Αθηνών (το 1957), έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα Πανεπιστήμια Βόννης και Κολωνίας και έλαβε το διδακτορικό της δίπλωμα στο Ποινικό Δίκαιο από το Πανεπιστήμιο της Βόννης (το 1961). Κατά μακρά διαστήματα εργάστηκε ερευνητικά στο Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ (Max-Planck) Διεθνούς και Αλλοδαπού Ποινικού Δικαίου στο Φράιμπουργκ Γερμανίας, του οποίου έγινε συνεργάτρια.
Η πολιτική σταδιοδρομία και οι υπουργικοί θώκοι
Στην πολιτική μπήκε το 1981 επί Γεωργίου Ράλλη και εξελέγη βουλευτής Επικρατείας της ΝΔ, ενώ επί σειρά ετών εκλεγόταν στην Α΄ Αθηνών και πέρασε από διάφορους υπουργικούς θώκους: αναπληρώτρια υπουργός Παιδείας (1989), υπουργός Πολιτισμού (1990-92), υπουργός Δικαιοσύνης (1992-93) και κορύφωσε την πολιτική της σταδιοδρομία ως Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων. Η θητεία της όμως δεν διήρκεσε πολύ. Εξελέγη το 2004, όταν ανήλθε στην εξουσία το κόμμα της υπό τον Κώστα Καραμανλή, αλλά μετά τις (πρόωρες) εκλογές του 2007 ο τότε πρωθυπουργός της επιφύλαξε μια δυσάρεστη έκπληξη – δεν την πρότεινε εκ νέου, επιλέγοντας τον Δημήτρη Σιούφα.
Δεν ήταν άλλωστε ενθουσιασμένος μαζί της, όπως θυμούνται παλαιότεροι, επικαλούμενοι διάφορα περιστατικά, μεταξύ των οποίων η χορήγηση επί των ημερών της ενός καθόλου ευκαταφρόνητου επιδόματος σε πρώην βουλευτές, κάτι που είχε προκαλέσει πολιτικές αναταράξεις. Μεταξύ εκείνων που είχαν αντιδράσει ήταν και ο Κωστής Στεφανόπουλος.
Η Μπενάκη δεν είχε διστάσει να επιφυλάξει δηλητηριώδη σχόλια για τον επί 10ετία Πρόεδρο της Δημοκρατίας: «Ο κ. Στεφανόπουλος είχε καταδικαστεί σε δεκαετή αφωνία και επειδή δεν εκλεγόταν βουλευτής και επειδή ήταν Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Μόλις τελείωσε τη θητεία του άρχισε να κάνει παρεμβάσεις. Έπειτα από δέκα χρόνια αφωνίας, στο εξής θα τον ακούμε πολύ συχνά» είχε πει, σημειώνοντας μάλιστα για τον ίδιο ότι «προς το παρόν είναι ένα πρόσωπο απόλυτα σοβαρό…».
Οι κοινοβουλευτικές εντάσεις
Κάποιοι θυμούνται και τη σύγκρουσή της με τον τότε (2006) αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης του ΠαΣοΚ Γιώργο Παπανδρέου, ο οποίος στηλιτεύοντας τη ΝΔ είχε πει από του βήματος της Βουλής: «Για εσάς δεν υπάρχουν Έλληνες, υπάρχουν “εθνικόφρονες” και “μιάσματα”. Εσείς πάντα θέλετε και χωρίζετε τον ελληνικό λαό». Η Πρόεδρος της Βουλής τον είχε διακόψει επισημαίνοντάς του: «Κύριε πρόεδρε, παρακαλώ! Διατυπώσατε μια φράση οξύτατη». Και ο Παπανδρέου ενοχλημένος της είχε πει: «Κυρία Πρόεδρε, δεν είστε εκπρόσωπος της κυβέρνησης – είστε Πρόεδρος της Βουλής. Επιτέλους!».
Μια αινιγματική φράση της έγκριτης καθηγήτριας Δικαίου είχε γίνει αντικείμενο πολιτικών σχολίων, παίρνοντας μάλιστα προεκτάσεις συνωμοσιολογικές. Είχε ειπωθεί από την τότε Πρόεδρο της Βουλής κατά την προσφώνηση του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας Κάρολου Παπούλια το 2005. Με αφορμή τις μεταβολές στο πλαίσιο του Ευρωσυντάγματος είχε προβλέψει ότι με την ευρωπαϊκή ενοποίηση «τα εθνικά σύνορα και ένα μέρος της εθνικής κυριαρχίας θα περιοριστούν χάριν της ειρήνης, της ευημερίας και της ασφάλειας στη διευρυμένη Ευρώπη, τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη θα υποστούν μεταβολές, καθώς θα μπορούν να προστατεύονται αλλά και να παραβιάζονται από Αρχές και εξουσίες πέραν των γνωστών και καθιερωμένων και, πάντως, η δημοκρατία θα συναντήσει προκλήσεις και θα δοκιμαστεί από ενδεχόμενες νέες μορφές διακυβέρνησης».
Το τέλος μιας μεγάλης θητείας
Χρειάστηκαν οι διευκρινίσεις της ότι δεν εννοούσε πως θα χάναμε τα εθνικά μας σύνορα, αλλά ότι χρειαζόταν η διαφύλαξη ενός μίνιμουμ του εθνικού κράτους. Mε το κύρος της καθηγήτριας Δικαίου και το αυστηρό προφίλ που δεν αντιστοιχούσε πάντα στον χαρακτήρα της, η Μπενάκη ολοκλήρωσε την κοινοβουλευτική της πορεία πριν από τις εκλογές του 2009 ανακοινώνοντας την απόφασή της να μην είναι ξανά υποψήφια ύστερα από 28 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας.
«Αισθάνομαι ότι ήλθε η ώρα να διευκολύνω την ανανέωση της Βουλής και της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας» ανέφερε στην επιστολή της προς τον Καραμανλή, ο οποίος την είχε ευχαριστήσει για όσα σημαντικά προσέφερε στον τόπο και στη δημοκρατία, «κυρίως όμως για το παράδειγμα ήθους και αξιοπρέπειας που κατέθεσε στα δημόσια πράγματα».
