Συγχαρητήρια προς τον σκηνοθέτη Γιάννη Σμαραγδή για την επιτυχία της ταινίας του «Καποδίστριας» στέλνει δημοσίως η Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών, με σχετική επιστολή που εστάλη αποκλειστικά στο «ΒΗΜΑ» την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου. Η επιστολή που ακολουθεί το άρθρο του «Βήματος» σχετικά με τα εισιτήρια που προβλέπεται να κόψει η ταινία αναφέρει τα εξής:
«Σαν σκηνοθέτες, με γνώση του όγκου και του κόπου μιας κινηματογραφικής παραγωγής, σεβόμαστε και θα στηρίζουμε απόλυτα κάθε δημιουργό που ολοκληρώνει και καταθέτει δημόσια το έργο του. Είναι σημαντικό για έναν σκηνοθέτη να ολοκληρώσει το έργο του μέσα σε αντίξοες συνθήκες, με περιορισμένες πάντα τις πηγές χρηματοδότησης και με προσωπική τόλμη και αποφασιστικότητα μέχρι τέλους.
Η ταινία του συναδέλφου μας Γιάννη Σμαραγδή επηρέασε ένα πολυπληθέστατο κοινό θεατών και αφύπνισε το ποικίλο ενδιαφέρον τους για τη μεγάλη προσωπικότητα του πρώτου μας κυβερνήτη, Ιωάννη Καποδίστρια.
Η κινηματογραφική αφήγηση έγινε αφορμή να σκύψουν οι θεατές της πάνω στα πρώτα χρόνια ίδρυσης του νεώτερου ελληνικού κράτους. Αποτελεί μια ιδιαίτερη επιλογή προσώπων, ιστορικών στιγμών και γεγονότων, ένα πολύ μεγάλο ψηφιδωτό που οραματίστηκε και οργάνωσε ο Σμαραγδής, μέσα στις δύσκολες παραγωγικές συνθήκες της ελληνικής πραγματικότητας.
Του αξίζουν συγχαρητήρια για την επιλογή και την πραγμάτωση του αρχικού του οράματος.
Ο Γιάννης Σμαραγδής με προσήλωση και ανιδιοτέλεια αναδεικνύει εδώ και χρόνια τις αξίες του ουμανιστικού ελληνικού πνεύματος που είναι διαχρονικό και αναγκαίο για έναν ειρηνικό γήινο πολιτισμό της αγάπης και του αλληλοσεβασμού όλων των λαών.
Τέλος θέλουμε να αναφερθούμε σε μια ομάδα επαγγελματιών του χώρου, που ειρωνεύτηκαν και συνεχίζουν να χλευάζουν με κείμενα, κραυγές και ψίθυρους την αγωνιώδη προσπάθεια ενός δημιουργού.
Μια τέτοια στάση δεν τιμά ούτε τους ίδιους, ούτε το επάγγελμα τους. Απεδείχθη επιπλέον με τον «Καποδίστρια» ότι η κριτική μπορεί να εκφράζει ελεύθερα την άποψη της, αλλά δεν μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη δυναμική ενός έργου.
Η τεράστια προσέλευση και η άδολη συγκίνηση των θεατών αποδεικνύουν για άλλη μια φορά πως το θέμα και η δυναμική παρουσίαση του οδηγούν τους θεατές μας στις κινηματογραφικές αίθουσες. Και αυτό είναι ένας σοφός οδηγός, από την εμπειρία όλης της παλιάς γενιάς των σκηνοθετών, για τη συνέχεια του παραγωγικού διαλόγου της ελληνικής ταινίας με το κοινό της».