«Εγώ είμαι ο Αντρέας Λούμπιτς»

Ο γάλλος φιλόσοφος Ετιέν Μπαλιμπάρ, στο κείμενό του «Σπινόζα: Πολιτική και επικοινωνία, 1989» (επίμετρο στο: «Σπινόζα, Πολιτική Πραγματεία», μετ. Α. Ι. Στυλιανού, εισαγ. Γερ. Βώκος, εκδ. Πατάκη, 1996), αναφέρει τη φράση του ίδιου του Σπινόζα

«Εγώ είμαι ο Αντρέας Λούμπιτς»
Στον Ο.Α.
Ο γάλλος φιλόσοφος Ετιέν Μπαλιμπάρ, στο κείμενό του «Σπινόζα: Πολιτική και επικοινωνία, 1989» (επίμετρο στο: «Σπινόζα, Πολιτική Πραγματεία», μετ. Α. Ι. Στυλιανού, εισαγ. Γερ. Βώκος, εκδ. Πατάκη, 1996), αναφέρει τη φράση του ίδιου του Σπινόζα: «Η Επιθυμία είναι η ίδια η ουσία τού ανθρώπου» (Ηθική, Μέρος ΙΙΙ, θεώρημα 9, σχόλιο), φράση την οποία χαρακτηρίζει ως «θεμελιώδες θεώρημα» και η οποία, συνεχίζει ο Μπαλιμπάρ, «προκύπτει από μία οντολογική αρχή: “Κάθε πράγμα προσπαθεί (conatur) να διατηρηθεί στο είναι του, αναλόγως με ό,τι μπορεί και με ό,τι είναι αυτό καθεαυτό”» (Ηθική, ΙΙΙ, 6), και αμέσως μετά προσθέτει κάνοντας το δικό του σχόλιο: «Ο Σπινόζα ονομάζει επιθυμία (appetitus, cupiditas) την προσπάθεια του ατόμου να διατηρήσει την ύπαρξή του (την ιδιαίτερη μορφή του) και, ταυτοχρόνως, την προσιδιάζουσα στον άνθρωπο συνείδηση αυτής της προσπάθειας. Φροντίζει όμως (ο Σπινόζα) να διακρίνει την επιθυμία από τη βούληση: βούληση αποκαλούμε την προσπάθεια που καταβάλλει ο καθένας για να διατηρηθεί, όταν με τη φαντασία μας απομονώνουμε την ψυχή από το σώμα, ενώ η επιθυμία είναι αυτή η ίδια η προσπάθεια “όταν αναφέρεται με τρόπο αδιαίρετο στην ψυχή και στο σώμα”» (εγώ υπογραμμίζω).
Οσα κι αν έχουν γραφτεί και ειπωθεί μέχρι σήμερα, Κυριακή 29 προς 30 Μαρτίου, και όσα θα γραφτούν και θα ειπωθούν εν συνεχεία, για το αεροπορικό γεγονός της 24ης Μαρτίου 2015, την καταστροφή του Airbus A320 της γερμανικής εταιρείας Germanwings, θυγατρικής της Lufthansa, με όσες συμπληρώσεις, αναιρέσεις, διαψεύσεις, αποκαλύψεις, εξηγήσεις, αναλύσεις, ερμηνείες και αν συν τω χρόνω φέρουν και προσφέρουν για τη διαλεύκανση τής υπόθεσης αυτής, δεν θα επιφέρουν, κατά τη γνώμη μου, καμία ουσιώδη αλλαγή στον κεντρικό πυρήνα αυτού καθεαυτού του γεγονότος, στην ουσία του και στη σημασία του, στο ότι δηλαδή κινητήρια δύναμή του υπήρξε ο ανθρώπινος παράγων –δίνω πρωταρχική βαρύτητα στη «φυσική ανάγκη» που έκανε τον κυβερνήτη του αεροπλάνου να βγει από το πιλοτήριο για να επισκεφτεί την τουαλέτα, και τη βαρύτητα αυτή την αφήνω ασχολίαστη διότι το ειδικό βάρος της θα προκύψει από όσα θα θίξω παρακάτω –και κεντρικός πυρήνας μάλιστα, του οποίου η εκρηκτική εμφάνιση έφερε στην επιφάνεια εκφάνσεις που σηματοδοτούν και πυροδοτούν ριζικές τοποθετήσεις και καλούν σε συναγερμό για εξίσου ριζικές αναθεωρήσεις.
Με το κείμενο αυτό τοποθετούμαι κι εγώ απέναντι στο εν λόγω γεγονός, δεν μπορώ όμως να το κάνω έντιμα και σοβαρά εάν δεν γίνει αυτό με όρους απολύτως προσωπικούς, όρους που συγχρόνως με εμπλέκουν και με εκθέτουν, με συμπλέκουν δηλαδή με την υπόθεση αυτή και με θέτουν ενώπιον τής απόφασης να αναλάβω την ευθύνη μίας δημόσιας έκθεσης χωρίς την οποία κάθε τι που λέγεται σ’ αυτό το κείμενο μόνον έτσι αποκτά σημασία και εγκυρότητα –είναι καιρός να τελειώνουμε με τη συνεχιζόμενη απόκρυψη της Πληγής πίσω από νοσταλγικές αναδρομές, παρωχημένες ορολογίες, ανερμάτιστες επιχειρηματολογίες, φιλολογίζουσες υπεκφυγές, γενικόλογες θεωρήσεις, αυτοπροστατευτικούς σχολιασμούς, κυρίως με δειλές και υποκριτικές αποκρύψεις· είναι καιρός να τελειώνουμε με τη συμφεροντολόγο και ψευδή εικόνα που διαιωνίζει αφενός τον εσωτερικό σπαραγμό εκείνου τού ψήγματος αλήθειας που αναλογεί στον καθένα και αφετέρου την καταστολή, καταδίωξη, τρομοκράτηση, θανάτωση τού ψήγματος αυτού –είναι τόσο κοντά η εγχώρια υπόθεση του Βαγγέλη Γιακουμάκη ώστε κάθε άγγιγμά της πληγώνει αυτόν που την αγγίζει, πληγώνει προπαντός επειδή συγκαλύπτει το αφόρητο για όλους αίτιο, το ανομολόγητο κίνητρο που οδήγησε σε έναν θάνατο ο οποίος ήταν η επιλογή που θα επέτρεπε σε μία ζωή να τερματίσει το ότι την είχαν καταντήσει οι διώκτες της αβίωτη.
Η λέξη «ψυχοπαθής», κι ακόμα λιγότερο «ψυχασθενής», δεν είναι η πιο εύστοχη στην περίπτωση αυτή, είναι ίσως η πιο άστοχη και η πιο επικίνδυνα παραπλανητική επειδή είναι αυτή που δεν ξεβολεύει, με την υποτιμητική και περιοριστική στοχοποίησή της. Αν «ψυχοπαθής» είναι αυτός που πάσχει ψυχικώς, τότε κανείς άνθρωπος δεν εξαιρείται από την κατηγορία –μομφή και μορφή –αυτή. Η ψυχή όλων μας είναι φορέας όλων των ανθρώπινων ιδιοτήτων και αναγκών.
Ο Αντρέας Λούμπιτς βρισκόταν, πριν ενεργήσει όπως ενήργησε, σ’ αυτήν την κατάσταση: έβλεπε ματαιωμένη τη δική του επιθυμία, που ίσως δεν ήταν μόνον εκείνη της αεροπλοΐας αλλά, καταφανώς, και της ερωτικής συντροφικότητας· το πάθος του (και του επαγγέλματός του και της ίδιας της σωματικότητας/ψυχικότητάς του) είχε καταλάβει –οι τσαλακωμένες και πεταμένες γνωματεύσεις των ιατρικών εξετάσεων λίγο πριν από το συμβάν –είχε συνειδητοποιήσει/γνωματεύσει, με τη σειρά του, πως δεν θα τού επέτρεπε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του. Αυτήν την επιθυμία βίωνε πλέον ως καταδικασμένη, αποκλεισμένη, τσαλακωμένη και πεταμένη, απορριγμένη, συνεπώς η ίδια η ζωή του τού εμφανιζόταν, με απόλυτη διαύγεια, με εκτυφλωτική καθαρότητα, ανεκπλήρωτη, ανέφικτη, τελειωμένη.
Μια καταδιωγμένη, ατελέσφορη επιθυμία δεν έχει ως συνέπεια μόνον την απόγνωση, έχει και την οργή· μαζί αυτές οι δύο συνεργούν ομοκεντρικώς στη σύσταση τής ανάγκης μιας αντίδρασης που έχει τη μορφή τής επιθετικότητας/εκδικητικότητας. Αυτή η διπλή παρόρμηση, αδιαχώριστη από την ένταση της επιθυμίας και από εκείνη της αντίστοιχης καταστολής της, δεν χρειάζεται να έχει ως στόχο της κάποιον, δικαιολογημένα και αδικαιολόγητα, συγκεκριμένο φταίχτη· πρώτον στόχο της έχει ασφαλώς τον ίδιο εκείνον που την αισθάνεται· ο δεύτερος στόχος δεν είναι οπωσδήποτε κάποιος γνωστός, αν και συμβαίνει κι αυτό όταν η απόρριψη έχει λάβει χώρα σε διαπροσωπικό επίπεδο· υπαίτιος είναι, με μία ιλιγγιώδη και ανεξέλεγκτη αναγωγή, όλοι οι άλλοι, ολόκληρος ο κόσμος, το Σύμπαν.
Η αυτοχειρία είναι μία πράξη που στρέφεται συγχρόνως εναντίον εκείνου που την εκτελεί και εκείνων που είναι –ή αυτός θέλει να είναι –υπεύθυνοι για την πράξη του, και κάθε απόπειρα έχει τη δική της εκδοχή/παραλλαγή: άλλη η αυτοκτονία του Καρυωτάκη, άλλη του Παβέζε, άλλη του Μαγιακόφσκι, άλλη του Συκουτρή, άλλη τού κάθε «ανώνυμου».
Εννοείται πως κανείς από τα θύματα τής προ ολίγων ημερών αυτοκτονικής πράξης δεν είναι και δεν θα μπορούσε να είναι προσωπικώς υπόλογος/υπαίτιος για την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η ζωή τού Αντρέας Λούμπιτς.
Το ανυπόφορο όμως στην περίπτωση αυτή –ένα από τα πολλά ανυπόφορα που περιλαμβάνει –είναι ότι αυτό που συνέβη δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί αλλιώς. Αν ο Αντρέας Λούμπιτς αυτοκτονούσε κατά μόνας, δεν θα είχε εκλάβει η πράξη του τις διαστάσεις που εξέλαβε τώρα που, αυτοκτονώντας όπως το έκανε, συμπαρέσυρε στην τελική πτώση του και 149 άλλους άγνωστους σ’ αυτόν ανθρώπους, άσχετους με το πρόβλημά του –για το οποίο κανείς τους δεν είχε κανέναν λόγο να απολογηθεί –και προφανώς πέραν πάσης λογικής θυσιασμένους στην αποκλειστικώς δική του παρόρμηση τής μοιραίας (και τόσο φρικιαστικά μοιρασμένης) εκείνης στιγμής –ο χρόνος διάρκειας του συμβάντος μετριέται σε ελάχιστα λεπτά.
Θα θέσω ένα ερώτημα: Πόσες φορές δεν έχουμε όλοι αισθανθεί την ανάγκη να βιαιοπραγήσουμε εναντίον άλλων όταν βρισκόμαστε π.χ. μέσα σε ένα λεωφορείο (ιδίως των ελληνικών συγκοινωνιών) ή σε ένα μποτιλιάρισμα (των ελληνικών δρόμων) ή σε μία ουρά αναμονής (των ελληνικών ταμείων) –τα παραδείγματα αυτά από την καθημερινότητα είναι αμέτρητα. Κι αν έρθει από κάποιους ως απάντηση ότι «εμείς δεν το κάνουμε», η απάντηση αυτή είναι μία ακόμη αποφυγή διάγνωσης και γνώσης τού βαθύτερου κινήτρου, διότι το κίνητρο υπάρχει, δεν έχει παρά τυπικώς αποδεικτική σημασία η εκτέλεσή του –τις προάλλες νεαρός και πράος φίλος μού είπε ότι «ήθελε να σκοτώσει κάποιον μέσα στο λεωφορείο και μετά βίας συγκρατήθηκε». Ο Αντρέας Λούμπιτς προχώρησε σε αυτήν την εκτέλεση, εκτελώντας μαζί και τον εαυτό του.
Και δεν υπάρχει βαρύτερο πλήγμα για τον άνθρωπο από εκείνο που μπορεί να δεχτεί η επιθυμία του. Μία ολόκληρη ζωή κρέμεται από την αντοχή αυτής τής συγχρόνως λεπτής και εφτάψυχης κλωστής, με όποιες συνέπειες ενδέχεται να έχει αυτό τόσο για τον παθόντα/πάσχοντα όσο και για όσους τιμωρεί/εκδικείται πριν στραφεί εναντίον τού εαυτού του –είναι συχνότατη είδηση παρόμοιων περιστατικών, έστω κι αν σ’ αυτά ο αριθμός των θυμάτων είναι ασυγκρίτως κατώτερος του «τελευταίου» αεροπορικού δράματος.
Η ματαίωση και η καταστολή των ορμών τής επιθυμίας –που τίποτε άλλο στον άνθρωπο δεν είναι ισχυρότερο απ’ αυτές –αποτελούν τη ριζικότερη και ενδεικτικότερη έκφραση τού σημείου στο οποίο έχει φτάσει/λήξει ο ελληνο-εβραϊκός πολιτισμός. Και επειδή δεν βρίσκω πλέον καθόλου πειστικές τις γενικολογίες, θα προχωρήσω σε κάτι πιο συγκεκριμένο, σ’ εμένα τον ίδιο.
Στο βάθος εκείνο που μάς κατέχει όλους μία επιθυμία είναι πάντα, στην ουσία της η ίδια για όλους, η επιθυμία τής ικανοποίησής της, και η κατάθλιψη δεν έχει άλλη αιτία, τουλάχιστον σοβαρότερη και σε τέτοιον βαθμό δεσπόζουσα/δεσποτική, από τη ματαιωμένη, ακρωτηριασμένη, περιφρονημένη επιθυμία.
Η επιθυμία αυτή είναι η θεμελιώδης αιτία και τής δικής μου θλίψης/κατάθλιψης και εξόχως καθοριστική για τη σκέψη μου και τη γραφή μου –ναι, ο ίδιος ο άνθρωπος είναι αυτό το οποίο στοχάζεται και συγγράφει η ίδια η επιθυμία του όπως αυτός μερικώς και ιδιωτικώς τη βιώνει.
Επιθυμία στην περίπτωσή μου ερωτική, με όλη τη συναισθηματική και αισθησιακή διάστασή της, με αναφαίρετη τη σεξουαλικότητα και την αβυθομέτρητη σημασία της τόσο για το σώμα όσο και για το μυαλό, αδιαχωρίστως μια αδιάσπαστη ενότητα.
Φιλώ το όμοιο μ’ εμένα φύλο. Φιλώ το ανδρικό σχήμα, φιλώ την ανδρική φύση, φιλώ την ανδρική μορφή, φιλώ την ανδρική ομορφιά.
Το αναπόδραστο για εμένα είναι το ανδρικό φύλο με το οποίο είμαι εκ των προτέρων και εκ συστάσεως ερωτευμένος.
Η επιθυμία αυτή, όπως τη δοκιμάζω εγώ, δεν είναι συμβατή με καμία πλευρά τής αποδεκτής ανθρώπινης συμπεριφοράς. Μιλώ για την άκρως προσωπική εκ μέρους μου βίωση του ζητήματος αυτού και, μολονότι οι διαστάσεις του είναι οικουμενικές και προαιώνιες, εν τούτοις στη δική μου περίπτωση η ερωτική επιθυμία δεν βρίσκει κατά κανόνα έδαφος για να μη βιωθεί ως καταδικασμένη, στιγματισμένη, ως εκ των προτέρων απορριπτέα και συνεχώς αλλά και συνεπώς οδηγημένη στα ακρότατα όρια της αντοχής μου, εξαιτίας αλλότριων συμπεριφορών που υποκινούνται από τη βαθύτερα από κάθε άλλη ριζωμένη, σχεδόν αξερίζωτη, σύμβαση, εκείνην που εφαρμόζει απαρέγκλιτα τη συμμόρφωση στον γενικό κανόνα, τον κανόνα τής Αντί-ζωής.
Η ματαιωμένη επιθυμία αυτής τής μορφής δεν έχει στη δική μου περίπτωση παρά μόνο μία διέξοδο –αυτήν που δεν είχε ο Αντρέας Λούμπιτς και που προφανώς δεν έχουν και πάρα πολλοί άλλοι: τη γραφή. Αλλά κι αυτή είναι παντελώς ανίσχυρη σε ώρες, κρίσιμες πάντα, όπου η εξωθημένη στα άκρα ματαίωση τής επιθυμίας δεν ζητά, ως μία άλλη επιθυμία κι αυτή, παρά μόνο τον τερματισμό τής πάσχουσας ζωής. Είναι τόσο ισχυρή αυτή η άλλη επιθυμία, η επιθυμία της αυτοχειρίας, ώστε δεν προσφέρεται άλλη ικανοποίησή της εκείνες τις χαώδεις και ανερμάτιστες ώρες από το να θέσεις ο ίδιος τέρμα στη ζωή σου αφού, όπως λέει ο Μπαλιμπάρ, η ίδια η ζωή έχει χάσει τον λόγο για τον οποίο θα δεχόταν να συνεχιστεί.
Οταν η ματαίωση της επιθυμίας αφήνει κάποιο περιθώριο ζωτικότητας, και με το δεδομένο ότι εκείνος που τη βιώνει φέρει κάποιον μηχανισμό μεταποίησης με τις λέξεις, τότε συμβαίνει ό,τι συνέβη σ’ εμένα το 1978 όταν έγραψα το «Πεθαίνω σαν χώρα». Με το έργο αυτό, εγώ, μόνος, χωρίς η περίπτωσή μου να πρέπει να καταλήξει σε καμία γενίκευση ούτε να εκληφθεί ως παραδειγματική εννοώντας και άλλους εκτός από εμένα, οδήγησα ένα ολόκληρο Αirbus, δηλαδή μια ολόκληρη χώρα, στον θάνατο όχι ως πράξη εκτέλεσής της, βέβαια, αλλά ως γνωμάτευση τού συντελεσμένου βιολογικού και πνευματικού τέλους της, όσο κι αν αυτό συνιστούσε, στο επίπεδο της γραφής, μία μεταγραφή, μία παραβολή, μία αλληγορία, μία, όπως ειπώθηκε έκτοτε, «προφητεία»: κατά βάθος, τις μέρες εκείνες λειτουργούσα ως κάποιος που, εμφορούμενος από μία συναισθηματική τελμάτωση που δεν προδιαθέτει τίποτε καλό για τη ζωή του, όσο νέος κι αν είναι ακόμη, «τιμωρεί/εκδικείται» για την ακυρωμένη, ανεπίδοτη, εκκρεμή και αποτρελαμένη ερωτική επιθυμία του. Οι ερμηνείες τού έργου αυτού που ακολούθησαν ισχύουν όλες, κι εγώ είμαι ο πρώτος που πολλές από αυτές τις έχω εκφράσει ως οργανικώς συνιστώσες του, αλλά κι αυτές οι ερμηνείες (το τέλος ενός πολιτισμού, ο ιστορικός κύκλος που κλείνει για να ανοίξει ένας άλλος, το θέμα τής γονιμότητας, σωματικής και πολιτιστικής, των αξιών και τής μετάλλαξής τους, ο πνευματικός θάνατος, η ετερότητα κ.ά.) αποτελούν συνισταμένες αυτού τού πολύ ριζικότερου, υποσυνείδητου και αφανούς κινήτρου που λειτουργεί μέσα σε έναν άνθρωπο όταν, για να γράψει κάτι, τον ωθεί/κινητοποιεί/εξαναγκάζει, κατ’ αρχάς και κατ’ αρχήν, αυτό το οντολογικό/υπαρξιακό/στοιχειακό πριν που είναι το πριν από όλα τα πριν και που συνιστά την ίδια τη ζωή του, τη ζωή του που τη νιώθει χαμένη και τελειωμένη επειδή δεν γίνεται αποδεκτή ως ζωή, δηλαδή ως επιθυμία.
Ετσι, είναι καιρός, και μάλιστα προ πολλού, να δούμε στην περίπτωση τού εγχειρήματος του Αντρέας Λούμπιτς κάτι το οποίο δεν θα πρέπει, για μία ακόμα φορά, να τον τοποθετήσει έξω από εμάς, να τον θέσει εκτός ανθρώπου, να τον βγάλει από την περιοχή τού ανθρώπινου, να τον θεωρήσει «απάνθρωπο», και οι λέξεις «ψυχοπαθής» και «εγκληματίας» αυτήν την πρόθεση έχουν: να μεταθέσουν το Κακό σε ένα πρόσωπο, διαχωρίζοντας το πρόσωπο αυτό από την υπόλοιπη ανθρωπότητα, λες και δεν είναι άνθρωπος κι αυτός.
Πρόκειται για το σοβαρότερο ίσως λάθος: να μας δίνεται, για πολλοστή φορά, η ευκαιρία, με μία όντως αποτρόπαια πράξη, να διαγνώσουμε την ανθρωπινότητά μας, κι εμείς, αντί γι’ αυτό, να τη χρησιμοποιούμε για να πούμε πάλι «δεν είμαστε σαν αυτόν», πράγμα ακριβώς που συνέβη με όλα τα συλλογικά και ατομικά κακουργήματα τής Ιστορίας που είναι όλα έργα ανθρώπων, με έσχατο αλλά όχι ύστατο, το πιο φρικιαστικό όλων, τη Shoah, το ναζιστικό «επίτευγμα», που αντιπροσώπευσε το απόλυτο Κακό, ως κάτι όμως που δεν ανήκει στον ανθρώπινο κόσμο.

Κι όμως, εκεί ανήκει, και είναι κατ’ εξοχήν ανθρώπινο δημιούργημα,
μόνον ο άνθρωπος θα ήταν ικανός να το διανοηθεί και να το επιτελέσει.

Το Τρομερό, που φτάνει στα όρια τού Απαράδεκτου, είναι αναπόσπαστο μέρος τής κατασκευής μας. Δεν θα ήμασταν άνθρωποι χωρίς αυτό, όπως δεν θα ήμασταν και με όλα τα άλλα τα οποία μάς συνιστούν.
Ο Κρέων, στην ερώτηση του Οιδίποδα πώς έγινε και δεν έβγαλαν κάποιο συμπέρασμα για την αληθινή κατάστασή τους αφού τα διερεύνησαν όλα προκειμένου να καταλάβουν σε τι οφείλεται ο λοιμός, απαντάει ότι δεν έλαβαν υπ’ όψιν τους τα αφανή εξαιτίας τής Σφίγγας που τους προσήλωσε στο να βλέπουν μόνον αυτά που είχαν μπροστά τους –Η ποικιλωδός Σφίγξ το προς ποσίν σκοπείν μεθέντας ημάς ταφανή προσήγετο, Σοφοκλέους Οιδίπους Τύραννος, στίχ. 131-132.
Αυτά, τα αφανή, είναι μέσα μας.
Την αναφορά μου στον «Οιδίποδα Τύραννο» την οφείλω στον καθηγητή Σύγχρονης Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Πειραιά Ηλία Παπαγιαννόπουλο. Τον ευχαριστώ.
Ο κ. Δημήτρης Δημητριάδης είναι συγγραφέας.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version