Μετέωρα: Η χάρη του Αϊ-Γιώργη του Μαντιλά

Τα Μετέωρα σου κόβουν την ανάσα, είτε κοιτάζεις τους θεόρατους βράχους είτε παρακολουθείς τους ανθρώπους να σκαρφαλώνουν σε αυτούς. Και τα δύο έχουν σχέση μεταξύ τους. Οι επιβλητικοί βράχοι σε προκαλούν να ανέβεις στην κορυφή τους και ένα τόσο όμορφο τοπίο, από ψηλά, φαντάζει στα μάτια σου εκπληκτικό. Και όλα αυτά τα απολαμβάνεις δοκιμάζοντας τις δυνάμεις σου, χωρίς να χρειαστεί να γίνεις μοναχός στις κορυφές των βράχων. Και αυτοί τις αντοχές τους θέτουν σε δοκιμασία και κερδίζουν τη γαλήνη.


Υπακούοντας σε μια παλιά παράδοση οι άνθρωποι από το Καστράκι και την Καλαμπάκα ανεβαίνουν στην παλιά σκήτη και εμείς τους ακολουθούμε για να ρίξουμε μια πανοραμική ματιά στην ουσία των θεόρατων βράχων

Με κομμένη την ανάσα…

Τα Μετέωρα σου κόβουν την ανάσα, είτε κοιτάζεις τους θεόρατους βράχους είτε παρακολουθείς τους ανθρώπους να σκαρφαλώνουν σε αυτούς. Και τα δύο έχουν σχέση μεταξύ τους. Οι επιβλητικοί βράχοι σε προκαλούν να ανέβεις στην κορυφή τους και ένα τόσο όμορφο τοπίο, από ψηλά, φαντάζει στα μάτια σου εκπληκτικό. Και όλα αυτά τα απολαμβάνεις δοκιμάζοντας τις δυνάμεις σου, χωρίς να χρειαστεί να γίνεις μοναχός στις κορυφές των βράχων.

Και αυτοί τις αντοχές τους θέτουν σε δοκιμασία και κερδίζουν τη γαλήνη. Γι’ αυτό η αναρρίχηση στο πέτρινο δάσος είναι παράδοση, τόσο δεμένη με τη ζωή του τόπου. Τι πιο ζωντανό από το έθιμο του Αϊ-Γιώργη του Μαντιλά… Ολα μαζί, βράχοι, αναρρίχηση, πίστη, παράδοση, γίνονται ένας χορός την ημέρα της εορτής του Αγίου, στις 23 Απριλίου.

Οι άνθρωποι που ζουν στη σκιά των Μετεώρων, στο Καστράκι και στην Καλαμπάκα, έρχονται στη βάση του βράχου Αγιο Πνεύμα και κρατούν μαντίλια. Μετά τη λειτουργία φεύγουν κρατώντας πάλι μαντίλια και πηγαίνουν να χορέψουν στην πλατεία στο Καστράκι, τραγουδώντας για τους αγέρωχους βράχους που τους κοιτάζουν από ψηλά…

Το τραγούδι του παπά Γιώργη
Σαν δεν τον έχετε ακοή, ν’ αυτόν τον παπα-Γιώργη πού ‘ταν μικρός στα γράμματα, τρανός στα πινακίδια και τώρα στα γεράματα και στις γεραντοσύνες γυρεύει να πάει ν’ αρματολός, αρματολός και κλέφτης.
Ν’ όλα τα κάστρα πάτησε κι όλα τα μοναστήρια, σαν του Βαρλάμη το κελί δεν μπορ’ να το πατήσει.
Τροϊόλο ούλο το ‘φερνε, τροϊόλο το φέρνει – πέρδικά μου γραμμένη –
Τον γούμενο εφώναζε, τον γούμενο εκράζει.
Κατέβα κάτω γούμενε, να μας ξομολογήσεις γιατί ‘χω κάνει κρίματα κι είμαι κριματισμένος.
Χίλια κοράσια φίλησα και χίλιες παντρεμένες και παπαδιές και καλογριές λογαριασμό δεν έχουν.

Η παλιά ιστορία της αναρρίχησης
Η ανάταση προς τον ουρανό έθελγε πάντα τους ανθρώπους και αυτοί οι απόκοσμοι βράχοι ήταν μια «σκάλα» για να σκαρφαλώσουν πιο κοντά στον Θεό. Βλέπεις παντού στους κάθετους ή και με αρνητική κλίση βράχους ανθρώπους να αγωνίζονται να ανέβουν.

Ακόμη και με πολύ σύγχρονο εξοπλισμό, με κατάλληλα ρούχα, ανθεκτικά σκοινιά, καρφιά και ασφάλειες, με διαμορφωμένες ήδη στρατηγικές αναρρίχησης, αυτές οι διαδρομές παρουσιάζουν τον μέγιστο βαθμό δυσκολίας. Το λένε και τα ονόματά τους, είτε αυτά είναι ποιητικά, όπως «Ουράνια Σκάλα», «Γραμμή της Πίπτουσας Σταγόνας», «Δρόμος των Νερών», είτε περιγράφουν πολύ ρεαλιστικά την κατάσταση, όπως η διαδρομή «Δίεδρο της Σχιζοφρένειας» στον βράχο του Αγίου Πνεύματος.

Στην κορυφή αυτού του βράχου ο τσάρος των Σέρβων Στέφανος Δουσάν διέταξε σε ανάμνηση των στρατιωτικών νικών του στην Ηπειρο και στη Θεσσαλία να στηθεί το 1348 ένας μεταλλικός σταυρός. Αυτοί που τον κατέβασαν το 1975 για να τον τοποθετήσουν στη Μονή Βαρλαάμ έφτασαν στην κορυφή του βράχου με ελικόπτερο. Αποκλείεται ο σταυρός να τοποθετήθηκε με τον ίδιο τρόπο. Κάποιος σκαρφάλωσε και τον τοποθέτησε. Πώς κατάφερε όμως κάτι που ακόμη και με τα σύγχρονα μέσα φαντάζει ακατόρθωτο;

Η δυσκολία του εγχειρήματος ανάβασης στους βράχους έκανε πολλούς να φαντάζονται απίθανες μεθόδους για την πραγματοποίησή του. Ετσι είδαν ως και χάρτινους ή και πραγματικούς αετούς να μεταφέρουν σκοινιά στις κορφές των βράχων. Αλλά, όπως μας είχε διαφωτίσει παλαιότερα ο δεινός ορειβάτης Χρήστος Λάμπρης, στους βράχους ανέβαιναν άνθρωποι με δικές τους δυνάμεις από πολύ παλιά.

Μάλιστα στη διάρκεια του 14ου αιώνα κάποιος έφτασε σχεδόν στην κορυφή του τρομερού βράχου Αλυσος, περνώντας με τα στοιχειώδη μέσα της εποχής από ορισμένα περάσματα 5ου βαθμού δυσκολίας. Πουθενά αλλού στον κόσμο δεν υπάρχουν ίχνη τόσο δύσκολης αναρρίχησης σε τόσο πρώιμη εποχή. Φανταστείτε ότι η πρώτη επίσημη αναρριχητική διαδρομή πραγματοποιήθηκε το 1842 στο Μοντ Αϊγκίγ στο Ντοφινέ με τη βοήθεια σκάλας και σκοινιών από τον Αντουάν ντε Βιλ και τους οκτώ σκοινο-συντρόφους του.

Φαίνεται όμως ότι δεν ήταν μοναχοί οι πρώτοι που ένιωσαν την ανάγκη να κινηθούν προς τον ουρανό. Ο όσιος Αθανάσιος, ο οποίος ίδρυσε τη Μονή του Μεγάλου Μετεώρου πριν από πεντακόσια τόσα χρόνια, προσέλαβε ιθαγενή αναρριχητή για να τον βοηθήσει να ανέβει στον Πλατύ Λίθο. Οι αναρριχητές χρησιμοποιούσαν στην αρχή μια σκάλα και στη συνέχεια άρχιζαν να μπήγουν ξύλα στις τρύπες του βράχου ή σκάλιζαν σκαλοπάτια όπου μπορούσαν.

Την ίδια ανάγκη αισθάνονται και σήμερα πάρα πολλοί αναρριχητές – τα Μετέωρα είναι ένα από τα πιο διάσημα πεδία αναρρίχησης στον κόσμο – και μεθοδικά και μεγάλη υπομονή κερδίζουν πόντο-πόντο την κάθετη, λεία επιφάνεια του βράχου ως την κορυφή. Είναι τόσο συναρπαστικό το εγχείρημα που ακόμη και οι, επίσης πολλοί, θεατές νιώθουν έντονα την αγωνία της προσπάθειας, αν και γνωρίζουν ότι οι αναρριχητές φροντίζουν το κάθε μικρό βήμα τους να είναι ασφαλές…

Ο βράχος με τα τάματα
Δύο φορές τον χρόνο οι άνθρωποι των Μετεώρων, που έχουν την αναρρίχηση στο αίμα τους, ανεβαίνουν της Αγίας Τριάδας στην κορυφή του ομώνυμου βράχου και τοποθετούν ένα μαντίλι και του Αγίου Γεωργίου ή τη δεύτερη ημέρα του Πάσχα, πάλι στον ίδιο βράχο, ανεβάζουν εκατοντάδες μαντίλια στη σκήτη του Αγίου.
Εδώ, στην πλευρά του βράχου Αγιο Πνεύμα που βλέπει προς το Καστράκι, σε ένα κοίλωμα στη μέση της τέλεια κομμένης, με μαχαίρι λες, πλευράς, υπάρχει η παλιά σκήτη του Αγίου Γεωργίου. Τώρα σώζονται μερικά ερείπια και ξεχωρίζει μια βραχογραφία του Παντοκράτορα. Η παράδοση θέλει έναν Τούρκο που έκοβε ξύλα να καταπλακώνεται από έναν κορμό και να κινδυνεύει η ζωή του. Η γυναίκα του έσπευσε να αφιερώσει στον Αγιο τη μουσουλμανική μαντίλα της. Και έτσι ο Αϊ-Γιώργης έγινε Μαντιλάς.
Οι πιστοί προσπερνούν το καινούργιο εκκλησάκι που οικοδομήθηκε στη βάση του βράχου και στο οποίο έχει ήδη αρχίσει η λειτουργία, και πηγαίνουν στα παιδιά που από νωρίς έχουν αρχίσει να ανεβοκατεβαίνουν με τη βοήθεια σκοινιών από τη σκήτη. Τους δίνουν καινούργια μαντίλια και λαμπάδες, και αυτά τα περνούν στη μέση τους και αρχίζουν να σκαρφαλώνουν με το πολύχρωμο φορτίο τους. Είναι εξασκημένα, αλλά και πιστεύουν ότι κάποιος τα φυλάει, γιατί ποτέ δεν συνέβη μεγάλο κακό. Πάνω μαζεύουν και ζώνονται τα μαντίλια που κρέμασαν την προηγούμενη χρονιά, και ξεζώνονται και κρεμούν τα καινούργια. Τα παλιά τα πάνε στο ιερό της εκκλησιάς και οι επίτροποι τα κόβουν κομμάτια και τα προσφέρουν ως φυλακτά μαζί με τον άρτο, το αντίδωρο και παραδοσιακό γλύκισμα από στάρι.
Κάποια στιγμή οι αναρριχητές ακούγονται να τραγουδούν πάνω στη σκήτη το τραγούδι του παπα-Γιώργη. Αυτό είναι το σύνθημα ότι η τελετή πάει να τελειώσει. Ενας-ένας πιάνουν τα σκοινιά και αρχίζουν να κατεβαίνουν. Ο τελευταίος περνά ένα άσπρο μαντίλι στο μεγάλο καρφί όπου ήταν στερεωμένα τα σκοινιά. Τα σκοινιά πέφτουν και το μαντίλι μένει εκεί να ανεμίζει μαζί με όλα τα άλλα πάνω στη σκήτη.
Οι αναρριχητές και όλοι οι άλλοι χωριανοί κατηφορίζουν στην πλατεία στο Καστράκι και πιάνουν στην πλατεία σε κύκλο έναν απίθανο χορό, τραγουδώντας μόνο με το στόμα τους, χωρίς όργανα ή μεγάφωνα, παραδοσιακά τραγούδια με φόντο τους βράχους της ζωής τους.

«Ετσι το βρήκαμε, έτσι το αφήνουμε»
Κατά τις 8 το πρωί, περίπου την ώρα που αρχίζει η Λειτουργία, ο Βαγγέλης Μπάτσιος και ο Χρήστος Μπαταλογιάννης ανεβαίνουν και στερεώνουν τα σκοινιά. Αυτοί και τα μαζεύουν στο τέλος, κρεμώντας το λευκό μαντίλι στον πάσσαλο: «Ετσι το βρήκαμε, έτσι το αφήνουμε» λέει ο Βαγγέλης Μπάτσιος. Πάνε αρκετά χρόνια που κι εκείνος καθόταν σε ένα «ράφι» του βράχου, όπως τώρα οι οκτάχρονοι, οι εννιάχρονοι και οι δεκάχρονοι, και παρακολουθούσε εκστασιασμένος τους μεγάλους να τραβερσάρουν με το σκοινί και να χορεύουν πάνω στον βράχο φωνάζοντας «έι-όπ… έι-όπ…».

Τώρα αυτό το κάνουν σπάνια κάποιοι παλιοί, γιατί δεν θέλουν να προκαλέσουν σε πιο επικίνδυνα παιχνίδια τους πολλούς, όχι και τόσο έμπειρους και ικανούς αναρριχητές που συμμετέχουν στο δρώμενο. Οι έμπειροι αναρριχητές από το Καστράκι έχουν και σε αυτό τον νου τους, να βοηθήσουν όποιον «σκαλώσει» στον βράχο.

Γιατί, φυσικά, ο Βαγγέλης έγινε εκπαιδευτής αναρρίχησης και η αναρρίχηση στη σκήτη του Μαντιλά κατέχει ξεχωριστή θέση στη ζωή του, όπως και ένα κομμάτι μαντιλιού στο αυτοκίνητό του. Αλλά κι εγώ έχω περασμένο στην τσάντα μου ένα κατακόκκινο κομμάτι μαντιλιού που επί έναν χρόνο ανέμιζε ο αγέρας και μούσκευε η βροχή πάνω στο κοίλωμα του βράχου, ευλογία της πίστης και της παράδοσης…

Τα μυστήρια του πέτρινου δάσους
Τα ακριβά μονόπετρα της Θεσσαλίας είναι ένας φανερός, αλλά κυρίως ένας κρυμμένος θησαυρός, το κυνήγι του οποίου αποκτά μυστηριακές διαστάσεις καθώς η ατμόσφαιρα του τοπίου παραπέμπει στα όρια του πραγματικού και του υπερβατικού κόσμου. Ο ζωγράφος Χρίστος Καράς, στο έργο του οποίου καραδοκεί το απροσδόκητο, λέει: «Εγώ είμαι ένας Θεσσαλός. Γεννημένος σε έναν κάμπο όπου το σκληρό χώμα ξεροψήνεται τα καλοκαίρια, ενώ τον χειμώνα οι καταχνιές και οι ομίχλες δημιουργούν ένα μεταφυσικό κλίμα που σε γεμίζει με δέος. Εκεί σ’ αυτόν τον τόπο, ανακάλυψα και εγώ από παιδί έναν σπάνιο θησαυρό. Είναι τα βράχια των Μετεώρων, αυτά τα γιγάντια γλυπτά που ο Θεός χάρισε σε εμάς τους Θεσσαλούς για να παρακινήσει τον κόσμο να έρθει κοντά μας, να γνωρίσει τι θα πει ομορφιά».

Το εντυπωσιακό αποκτά πάντα μεταφυσικές διαστάσεις και ο περιηγητής που θα αντικρίσει για πρώτη φορά τα Μετέωρα, μόλις συνέλθει από την έκπληξη, αρχίζει να φαντάζεται χέρια θεών ή γιγάντων που «έσπειραν» αυτό το «πέτρινο δάσος» στη θεσσαλική γη. Ομως για τη γένεση αυτού του μοναδικού τοπίου έχουν απαντήσει οι γεωλόγοι και οι πειστικές θεωρίες τους δεσμεύουν τη φαντασία η οποία οδηγείται σε άλλα, διαφορετικά μονοπάτια, αυτά που ελίσσονται ανάμεσα στους θεόρατους βράχους και σε οδηγούν στα όρια του γνωστού και του υπερβατικού κόσμου, ανάμεσα στη γη και στον ουρανό, ανάμεσα σε ερείπια μοναστηριών, σε φυλακές μοναχών και σπηλιές δράκων.
Από τα 24 μοναστήρια που λειτουργούσαν κάποτε, υπάρχουν και έχουν ζωή μόνο επτά: της Μεταμορφώσεως, του Βαρλαάμ, του Αγίου Νικολάου Αναπαυσά, του Ρουσάνου, της Υπαπαντής, της Αγίας Τριάδας και του Αγίου Στεφάνου. Ολα είναι ανδρικά, εκτός από τα δύο τελευταία στα οποία εγκαταβιούν γυναίκες μοναχές.

Πρόσβαση
Οδικώς από την Αθήνα η Καλαμπάκα απέχει 356 χλμ. και από τη Θεσσαλονίκη 236 χλμ. Το Καστράκι απέχει από την Καλαμπάκα 3 χλμ.

Διαμονή
Στο Καστράκι, στον ξενώνα «Doupiani House» (τηλ. 24320 75326, www.doupianihouse.com), δίπλα στον βράχο με την περίφημη σκήτη της Δούπιανης, ο Θανάσης και η Τούλα προσφέρουν ζεστή φιλοξενία σε καλαίσθητους χώρους και συγκλονιστική θέα της γειτονιάς των βράχων.

Στο Καστράκι υπάρχουν επίσης ο παραδοσιακός ξενώνας «Πέτρινο» (τηλ. 24320 78105, www.petrino.gr) και το ξενοδοχείο «Dellas Boutique Hotel» (τηλ. 24320 78260, www.dellasboutiquehotel.com).

Στην Καλαμπάκα, στα κλασικά «Divani Meteora» (τηλ. 24320 23330, www.divanis.gr) και «Amalia Hotel Kalabaka» (τηλ. 24320 72216-17, www.amaliahotels.com).

Φαγητό
Στο Καστράκι, στον «Παράδεισο» για το καλύτερο χοιρινό κοντοσούβλι της περιοχής, αλλά και για κατσικάκι γάστρας, κοκορέτσι σπέσιαλ, μουσακά, παστίτσιο, μπουρεκάκια, κολοκυθάκια τηγανητά, σαγανάκι με διάφορα τυριά, φάβα και ραβανί στο τέλος, στον «Ζιώγα» για μπριζόλα μοσχαρίσια και χοιρινή, παϊδάκια, κοντοσούβλι, στο «Χάραμα», κουτουκάκι, για ψητά της ώρας, στη «Γαρδένια» για μαγειρευτά.

Στην Καλαμπάκα, στο εστιατόριο «Πανελλήνιο» για μαγειρευτά, και στα ζαχαροπλαστεία «Κυβέλεια» στην κεντρική πλατεία για το φημισμένο γλυκό σπάτουλα του Παμπίρη και στον Ρόμπο για τον καλύτερο χαλβά Φαρσάλων.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.