Πώς η μύτη μας σέρνει από… τη μύτη!

Προσπαθώντας να αγνοήσω πιθανούς παρατηρητές μπουσουλάω σε κεντρικό πάρκο του Λονδίνου έχοντας τα μάτια κλειστά με τη βοήθεια ενός μαντιλιού. Με λίγη καλή τύχη, οι περαστικοί μπορεί να μην προσέξουν το μαντίλι και να νομίζουν ότι ψάχνω έναν φακό επαφής.

Προσπαθώντας να αγνοήσω πιθανούς παρατηρητές μπουσουλάω σε κεντρικό πάρκο του Λονδίνου έχοντας τα μάτια κλειστά με τη βοήθεια ενός μαντιλιού. Με λίγη καλή τύχη, οι περαστικοί μπορεί να μην προσέξουν το μαντίλι και να νομίζουν ότι ψάχνω έναν φακό επαφής. Αυτό που κάνω είναι να δοκιμάζω την όσφρησή μου προσπαθώντας να ανταγωνιστώ τις οσφρητικές ικανότητες ενός κυνηγόσκυλου. Οπως ένας αετός μπορεί να κυνηγήσει έναν φασιανό χρησιμοποιώντας μόνο το οσφρητικό του όργανο, προσπαθώ να αξιοποιήσω το δικό μου για να ακολουθήσω ένα ίχνος από έλαιο κανέλας, έναν «ντορό» όπως λένε οι κυνηγοί, μήκους δέκα μέτρων.

Η προσπάθεια αυτή μάλλον ακούγεται καταδικασμένη. Στο κάτω-κάτω, οι μύτες των σκύλων είναι διάσημες για την ευαισθησία τους στις μυρωδιές, ενώ οι μύτες των ανθρώπων είναι πολύ φτωχές συγκριτικά. Αυτό όμως είναι μάλλον παρανόηση. Σύμφωνα με μια σειρά πρόσφατων μελετών, οι μύτες μας είναι εξαιρετικά εκλεπτυσμένα και ευαίσθητα εργαλεία τα οποία καθοδηγούν την καθημερινή μας ζωή σε απίστευτο βαθμό. Ανεπαίσθητες οσμές μπορούν να αλλάξουν τη διάθεσή μας, τη συμπεριφορά μας και τις επιλογές μας χωρίς εμείς να το αντιληφθούμε. Παράλληλα, οι δικές μας οσμές αποκαλύπτουν στους γύρω μας τις συναισθηματικές μας καταστάσεις, όπως ο φόβος ή η θλίψη. Το μέγα μυστήριο βεβαίως είναι γιατί στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν συνειδητοποιούμε την οσφρητική δραστηριότητά μας.

Παραμελημένη αίσθηση

Είναι γεγονός ότι οι μύτες δεν υπήρξαν ποτέ στην αιχμή της έρευνας των αισθήσεων καθώς οι επιστήμονες είχαν εστιάσει στις, φαινομενικά τουλάχιστον, σοβαρότερες αισθήσεις της όρασης και της ακοής. «Υπήρξε πολύ μεγάλη προκατάληψη σχετικά με την επίδραση των οσφρητικών ερεθισμάτων στους ανθρώπους η οποία θεωρήθηκε πολύ μικρότερη σε σχέση με άλλα θηλαστικά» λέει η Lilianne Pujica-Parodi η οποία μελετά τη νευροβιολογία του ανθρώπινου στρες στο Πανεπιστήμιο Stony Brook της Νέας Υόρκης.

Ενας από τους πρώτους που επέβαλε τη σχετική ασημαντότητα της ανθρώπινης όσφρησης ήταν ο Pier Paul Broca, διάσημος γάλλος γιατρός και ανατόμος του 19ου αιώνα. Συγκρίνοντας την αναλογία του εγκεφάλου που είναι αφιερωμένη στην όσφρηση μεταξύ διαφορετικών θηλαστικών, ο Broca τα χώρισε σε δύο κατηγορίες: τα μακροσμητικά, όπως οι σκύλοι, τα οποία διαθέτουν μια εξαιρετικά λεπτή αίσθηση των οσμών και βασίζονται σε αυτή για να αντιληφθούν το περιβάλλον τους, και τα μικροσμητικά, όπως οι άνθρωποι και τα θαλάσσια θηλαστικά, τα οποία διαθέτουν ένα μικρό και λειτουργικά εκφυλισμένο οσφρητικό όργανο.

Η παραπάνω ιδέα φάνηκε να συμβαδίζει με πιο πρόσφατες γενετικές μελέτες από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι τα θηλαστικά διαθέτουν γονίδια που κωδικοποιούν για τη σύνθεση 1.000 περίπου διαφορετικών οσφρητικών υποδοχέων. Τα περισσότερα από αυτά τα γονίδια δεν εκφράζονται στους ανθρώπους με αποτέλεσμα οι μύτες μας να διαθέτουν περί τους 400 διαφορετικούς οσφρητικούς υποδοχείς.

Ουκ εν τω πολλώ το εύ

Ωστόσο, τα παραπάνω ευρήματα μπορεί και να ήταν παραπλανητικά. Η χρήση προηγμένων απεικονιστικών τεχνικών του εγκεφάλου έχει αποκαλύψει προσφάτως ότι πολύ μεγαλύτερο μέρος του οργάνου είναι αφιερωμένο στην όσφρηση απ’ ό,τι έδειχναν οι ανατομικές παρατηρήσεις του Broca. Και παρά το γεγονός ότι διαθέτουμε λιγότερους οσφρητικούς υποδοχείς σε σχέση με άλλα θηλαστικά, ο Charles Greer του Πανεπιστημίου Yale κατέδειξε ότι η ανθρώπινη μύτη είναι εξαιρετικά καλά συνδεδεμένη με τον εγκέφαλο. Για την ακρίβεια, διαπίστωσε ότι κάθε ομάδα οσφρητικών υποδοχέων συνδέεται με περισσότερες περιοχές στον εγκέφαλο σε σχέση με τα υπόλοιπα ζώα, πράγμα το οποίο μας δίνει μια καλύτερη ικανότητα επεξεργασίας των προσλαμβανομένων οσμών.

Οταν λοιπόν οι επιστήμονες άρχισαν να διερευνούν διεξοδικότερα διαπίστωσαν ότι οι μύτες μας είναι πολύ πιο ευαίσθητες από όσο ήθελε η φήμη τους. Παραδείγματος χάριν, από μια μελέτη φάνηκε ότι μπορούμε να εντοπίσουμε ορισμένα χημικά που είναι διαλυμένα σε νερό σε αναλογία ένα προς ένα δισεκατομμύριο. Αυτό σημαίνει ότι ένας κολυμβητής μπορεί να εντοπίσει μερικές σταγόνες αιθυλ-μερκαπτάνης διαλυμένες σε μια πισίνα ολυμπιακών διαστάσεων! Και σαν να μην έφτανε αυτό, είμαστε σε θέση να διακρίνουμε μόρια που διαφέρουν μόνο στο γεγονός ότι το ένα είναι κατοπτρικό είδωλο του άλλου.

Το μάρκετινγκ περνάει από τη μύτη

Αυτό που γίνεται πάντως ολοένα και πιο ξεκάθαρο στους επιστήμονες είναι ότι τα οσφρητικά κέντρα του εγκεφάλου είναι στενότατα συνδεδεμένα με το μεταιχμιακό σύστημα (limbic system), το οποίο σχετίζεται με το συναίσθημα, τον φόβο και τις αναμνήσεις. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει σύνδεση μεταξύ της όσφρησης και του τρόπου που σκεφτόμαστε.

Η δύναμη των οσμών δεν έχει περάσει απαρατήρητη από τους μεσίτες σπιτιών οι οποίοι καταφεύγουν σε οσμές όπως αυτή του καφέ ή του φρεσκοψημένου ψωμιού προκειμένου να κάνουν ελκυστικότερες τις κατοικίες που επιδεικνύουν σε επίδοξους αγοραστές. Αλλά υπάρχουν και περισσότερο λεπτές όσο και αναπάντεχες επιδράσεις των οσμών πάνω μας. Παραδείγματος χάριν, όταν ο Hendrick Schifferstein του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Delft και οι συνεργάτες του εισήγαγαν την οσμή πορτοκαλιού, θαλασσινού νερού ή μέντας σε ένα κέντρο διασκέδασης, οι πελάτες χόρεψαν περισσότερο, θεώρησαν τη βραδιά τους πολύ επιτυχημένη και δήλωσαν πως ακόμη και η μουσική ήταν καλύτερη σε σχέση με τις υπόλοιπες κανονικές βραδιές.

Αντιστοίχως, ο Rob Holland και οι συνεργάτες του στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης στην Ολλανδία διαπίστωσαν ότι ακόμη και μια υποψία αρώματος από εσπεριδοειδή ήταν αρκετή για να κάνει τους φοιτητές-εθελοντές στη μελέτη τους να καθαρίσουν τον χώρο τους, παρά το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία από αυτούς δεν είχαν καν συνειδητοποιήσει την παρουσία της οσμής. Εργασίες άλλων επιστημόνων έχουν επίσης δείξει ότι οι οσμές επιδρούν στις διανοητικές ικανότητές μας αλλά και στην εδραίωση των αναμνήσεών μας.

Πώς οι οσμές μας μάς προδίδουν

Φαίνεται όμως ότι η όσφρησή μας μπορεί ακόμη και να μας βοηθήσει να αντιληφθούμε τη συναισθηματική κατάσταση των ανθρώπων γύρω μας. Η ιδέα αυτή παραμένει ακόμη κάπως αμφιλεγόμενη, ωστόσο πρόσφατη εργασία της Mujica-Parodi υποδηλώνει ότι μπορούμε να ανιχνεύσουμε τον φόβο του άλλου από τον ιδρώτα του και να αντιδράσουμε αναλόγως.

Η οσμή του φόβου μπορεί να είναι ένα από τα πολλά οσφρητικά σήματα που εκπέμπονται από το ανθρώπινο σώμα. Μια άλλη πρόσφατη μελέτη από τη Yaara Yerhurun του Ινστιτούτου Weizmann στο Ισραήλ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανεπαίσθητη οσμή γυναικείων δακρύων μείωνε τη σεξουαλική διέγερση των ανδρών!

Το εκπληκτικό με όλες αυτές τις μελέτες είναι ότι πολύ λίγα από τα άτομα που ελάμβαναν μέρος σε αυτές συνειδητοποιούσαν την παρουσία των οσμών, παρά το γεγονός ότι οι οσμές καθόριζαν τη συμπεριφορά τους. Το ερώτημα λοιπόν είναι γιατί δίνουμε τόσο λίγη σημασία στη μύτη μας, εκτός από περιπτώσεις όπου αυτή ανιχνεύει κάτι εξαιρετικά δύσοσμο;

Η «οσφρητική τύφλωση»

Η Lee Sela και ο Noam Sobel, επίσης από το Ινστιτούτο Weizmann, αποδίδουν αυτή την οσφρητική τύφλωση σε δύο λόγους. Πρώτον, επισημαίνουν ότι η όσφρησή μας δεν είναι εξοπλισμένη να εντοπίζει την προέλευση των οσμών. Αυτό την καθιστά θεμελιωδώς διαφορετική από την όραση ή την ακοή που είναι δομημένες να εντοπίζουν εικόνες και ήχους και να τα αξιοποιούν για να δημιουργήσουν έναν νοητό χάρτη. Σύμφωνα με μια από τις επικρατούσες θεωρίες για τη συνείδηση, αντιλαμβανόμαστε κάτι όταν στρέφουμε τα «φώτα» του εγκεφάλου μας σε ένα μόνο σημείο, πράγμα που του επιτρέπει να προσλάβει τις λεπτομέρειες, όπως να αναγνωρίσει ένα γνωστό πρόσωπο στο πλήθος. Με τέτοιον ελλιπή οσφρητικό χάρτη, είναι αδύνατον τα «εγκεφαλικά φώτα» να πέσουν οπουδήποτε και έτσι δεν αντιλαμβανόμαστε λεπτομέρειες, λένε οι Sela και Sobel. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που μπορούμε να διακρίνουμε μόνο τέσσερις οσμές ενός σύνθετου μείγματος.

Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με ένα φαινόμενο που πρωτοδιαπιστώθηκε να ασκεί επιρροή στην όραση και φέρει το όνομα «τύφλωση αλλαγής» (change blidness). To 1999 o Kevin O’ Regan και οι συνεργάτες του στο Εργαστήριο Ψυχολογίας της αντίληψης στο Παρίσι διαπίστωσαν ότι οι άνθρωποι μπορούν να χάσουν ακόμη και μεγάλες αλλαγές ενός οπτικού πεδίου όταν αυτές συνοδεύονται από μια διακοπή, όπως όταν μια κάμερα περνάει σε διαφορετικό πλάνο σε ένα φιλμ. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η αλλαγή πλάνου παρέχει έναν μικρής μεν διάρκειας αντιπερισπασμό ο οποίος όμως είναι ικανός να καταστήσει τις αλλαγές στο οπτικό πεδίο «αόρατες». Μετά την όραση, το φαινόμενο βρέθηκε να ισχύει και για την ακοή, αλλά και για την αφή.

Οι Sela και Sobel πιστεύουν πως η όσφρηση είναι η επόμενη αίσθηση που θα αποδειχθεί να υπόκειται στο φαινόμενο της τύφλωσης αλλαγής. Επισημαίνουν ότι οι ανάσες μας είναι γεμάτες κενά, καθώς εισπνέουμε και εκπνέουμε, πράγμα το οποίο κάνει πολύ δύσκολη την αντίληψη νέων οσμών, ακόμη και αν αντιδρούμε σε αυτές υποσυνείδητα.

Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα ιδέα, λέει ο O’Regan, για την οποία όμως δεν είναι πεπεισμένος. Ειδικότερα, παραμένει με κριτική διάθεση απέναντι στην υπόθεση ότι θα μπορούσαμε να βελτιώσουμε την οσφρητική ικανότητά μας αν αναπνέαμε με ταχείς ρυθμούς. «Ακόμη και αν αναπνέαμε πολύ γρήγορα, πάλι θα έπρεπε να διακόψουμε μεταξύ δύο εισπνοών» λέει και προσθέτει πως στην όραση, ακόμη και η πλέον ανεπαίσθητη διακοπή έχει ως συνέπεια να περνούν απαρατήρητες μεγάλες αλλαγές.

«Ακούστε» τη μύτη σας!

Αν ωστόσο θέλουμε να βελτιώσουμε την οσφρητική ικανότητά μας θα μπορούσαμε, αρκεί να προσπαθήσουμε. Οι κορυφαίοι αρωματοποιοί κατά την πολυετή εκπαίδευσή τους μαθαίνουν να αναγνωρίζουν, να κατονομάζουν αλλά και να φαντάζονται ένα απίστευτο εύρος οσμών. Αυτό συνοδεύεται από σημαντική αναδιοργάνωση των οσφρητικών κέντρων του εγκεφάλου, πράγμα που τους διευκολύνει να επεξεργάζονται τις οσμές αποτελεσματικότερα.

O Jess Porter και οι συνεργάτες του στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ προσπάθησαν όντως να εκπαιδεύσουν την ανθρώπινη όσφρηση. Επεισαν 32 φοιτητές να αποδεχθούν την πρόκληση που περιελάμβανε το κλείσιμο των ματιών και των αφτιών και στη συνέχεια την αναζήτηση ενός οσφρητικού ίχνους από έλαιο σοκολάτας. Κάτι αντίστοιχο προσπάθησα να κάνω και εγώ και κατέληξα να μπουσουλάω σε πάρκο του Λονδίνου. Η πρώτη προσπάθειά μου δεν πήγε και τόσο καλά: υπήρχαν πολλές οσμές οι οποίες συναγωνίζονταν για την προσοχή μου, συμπεριλαμβανομένων του βρεγμένου χώματος, του γρασιδιού αλλά και των αποτσίγαρων. Ωστόσο, όπως έγινε και με τους συμμετέχοντες στη μελέτη του Ρorter, πέτυχα να ακολουθήσω τα ίχνη σε επόμενες προσπάθειες ακόμη και όταν αυτά δεν ήταν σε ευθεία γραμμή. Ομοίως οι εθελοντές του Porter πέτυχαν μεγάλη ακρίβεια και ταχύτητα μετά από τριήμερη εκπαίδευση.

Φυσικά δεν χρειάζεται να αρχίσετε το μπουσούλημα για να εκπαιδεύσετε τη μύτη σας. Οποιαδήποτε συνειδητή προσπάθεια να δώσετε προσοχή σε αυτό που σας λέει η μύτη μας θα πρέπει να έχει κάποιο αποτέλεσμα. Ακόμη όμως και αν προσπαθήσετε ενεργά να αγνοήσετε κάποια οσμή, δεν μπορείτε να αποφύγετε το γεγονός ότι η μύτη σας δουλεύει ασταμάτητα για να σας κάνει αυτό που είστε!

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.