Η Ελληνική Επανάσταση και τα πάθη της Ιστορίας

Στα εκατοστά του γενέθλια (14 Φεβρουαρίου) ο Μ. Β. Σακελλαρίου παραδίδει στη δημοσιότητα ένα έργο ξεχασμένο για 70 χρόνια, καρπό της αρχικής ενασχόλησής του με την ιστοριογραφία του νέου Ελληνισμού. Ο ακαδημαϊκός Μ. Β. Σακελλαρίου κατέχει την έδρα της Αρχαίας Ιστορίας στην Ακαδημία Αθηνών και είναι διεθνώς γνωστός για πλειάδα έργων του που αναφέρονται στην προϊστορία του ελληνικού κόσμου, στον ελληνικό αποικισμό της Ιωνίας, στους θεσμούς της αρχαίας πόλεως και της αθηναϊκής δημοκρατίας κ.ά.

Στα εκατοστά του γενέθλια (14 Φεβρουαρίου) ο Μ. Β. Σακελλαρίου παραδίδει στη δημοσιότητα ένα έργο ξεχασμένο για 70 χρόνια, καρπό της αρχικής ενασχόλησής του με την ιστοριογραφία του νέου Ελληνισμού. Ο ακαδημαϊκός Μ. Β. Σακελλαρίου κατέχει την έδρα της Αρχαίας Ιστορίας στην Ακαδημία Αθηνών και είναι διεθνώς γνωστός για πλειάδα έργων του που αναφέρονται στην προϊστορία του ελληνικού κόσμου, στον ελληνικό αποικισμό της Ιωνίας, στους θεσμούς της αρχαίας πόλεως και της αθηναϊκής δημοκρατίας κ.ά. Για τους ειδικούς μελετητές του νέου Ελληνισμού όμως είναι κυρίως γνωστός για το πρωτοποριακό έργο του για την Πελοπόννησο κατά τη λεγόμενη «δευτέρα τουρκοκρατία» (1715-1821), έργο που άνοιξε νέους δρόμους στην έρευνα και προκάλεσε βίαιες αντιδράσεις ακαδημαϊκών κύκλων, που αντιλαμβάνονταν την Ιστορία ως εθνική ρητορική μάλλον παρά ως έρευνα και κριτικό στοχασμό επί της μαρτυρίας των πηγών.
Στο έργο του εκείνο ο Σακελλαρίου με τόλμη ασυνήθιστη υπεδείκνυε την ανάκτηση της συνολικής εικόνας της κοινωνίας ως ζητούμενο της ιστορικής έρευνας και εισήγαγε τη στάθμιση του οικονομικού παράγοντα ως αποφασιστικού στοιχείου στην ανασυγκρότηση και κατανόηση της ιστορικής πραγματικότητας. Ενα ισχυρό στοιχείο θετικισμού καθορίζει την προσέγγιση αυτή, ο θετικισμός όμως στην περίπτωση αυτή ενισχύει τη βούληση του συγγραφέα να μετέλθει την ιστοριογραφική πράξη ως έρευνα που αφορμάται από ερωτηματικά μάλλον παρά ως ρητορική που εκπορεύεται από παγιωμένες ιδεολογικές θέσεις.
Ο ίδιος θετικισμός διαπνέει και το άλλο σημαντικό ιστοριογραφικό εγχείρημα της νεοελληνικής περιόδου των συγγραφικών ενασχολήσεων του Μιχαήλ Σακελλαρίου, τη μονογραφία για την απόβαση του Ιμπραήμ στη Μεσσηνία (1825). Ενώ στο βιβλίο για την Πελοπόννησο ο ιστορικός θετικισμός αποδίδει μια εντυπωσιακή στην πυκνότητά της συνθετική εικόνα, εδώ απολήγει σε αναλυτική αφήγηση σχεδόν ημερολογιακού χαρακτήρα μιας αλληλουχίας ιστορικών περιστατικών που απαρτίζουν μια κρίσιμη φάση του ελληνικού αγώνα της ανεξαρτησίας.
Ο εμπειρισμός της προσέγγισης υπαγορεύεται από την επιλογή του συγγραφέα να εκθέσει με λεπτομερή ακρίβεια τα πραγματικά περιστατικά ενός δράματος στο οποίο βλέπει να διακυβεύεται η τύχη της επανάστασης των Ελλήνων. Με εξαίρεση τις οθωμανικές πηγές, ο νέος τότε ερευνητής αναδίφησε με την επιμονή και την πληρότητα που διακρίνει το έργο του ολόκληρο το φάσμα των πηγών στην ελληνική και σε άλλες δυτικές γλώσσες.
Ετσι έχουμε ένα υπόδειγμα «συμβαντολογικής» ή «γεγονοτολογικής» ιστορίας, το οποίο ο συγγραφέας στον πρόλογο που έγραψε για τη σημερινή έκδοση θεωρεί το αναγκαίο στάδιο για τη δημιουργία σοβαρής υποδομής ιστορικών σπουδών. Αισθάνεται μάλιστα την ανάγκη να υπενθυμίσει στον αναγνώστη ότι ο ίδιος δεν περιορίστηκε στο έργο του στη συμβαντολογική ιστορία αλλά ακολούθησε «ολιστικότερες» προσεγγίσεις εμπνευσμένες από πρωτοπόρα ιστοριογραφικά ρεύματα του 20ού αιώνα.
Το βιβλίο, γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του 1940, θα μπορούσε να εκληφθεί και ως πρόταση για τη δημιουργία και στην Ελλάδα ενός εξειδικευμένου πεδίου έρευνας της Ελληνικής Επανάστασης κατά το πρότυπο του αντίστοιχου πεδίου έρευνας της Γαλλικής Επανάστασης το οποίο υφίσταται στη Γαλλία και συνιστά μια σημαντικότατη για την αυτογνωσία της Γαλλίας αλλά και της Ευρώπης εξειδίκευση των ιστορικών σπουδών. Τι αντίστοιχο έχει να δείξει η Ελλάδα; Το ερώτημα είναι ρητορικό και δεν συνιστά παρά φύλλο συκής που υποκρύπτει κυρίως την αδιαφορία αλλά και την παγίδευση στα στερεότυπα και στις προκαταλήψεις και την επιβολή της αντίληψης της Ιστορίας ως ρητορικής.
Η αφήγηση καλύπτει τα περιστατικά της απόβασης των στρατευμένων του Ιμπραήμ πασά της Αιγύπτου στη Μεσσηνία με σκοπό την καταστολή της Ελληνικής Επανάστασης. Η περίοδος που εξιστορείται εκτείνεται από τις 23 Φεβρουαρίου ως τις 25 Μαΐου 1825, δηλαδή εκτείνεται από την πρώτη απόβαση αιγυπτιακών στρατευμάτων στη Μεθώνη ως την παράδοση του Νεοκάστρου (Ναβαρίνου) στον Ιμπραήμ, δηλαδή πρόκειται για τα γεγονότα που συνθέτουν τη δημιουργία του αιγυπτιακού προγεφυρώματος στην Πελοπόννησο, που κατά τα επόμενα δυόμισι χρόνια απείλησε να εξαλείψει την προοπτική της απελευθέρωσης της Ελλάδας.
Από την αφήγηση των σχετικών περιστατικών αναδύεται όλο το πάθος και το δράμα της Ελληνικής Επανάστασης. Γίνεται σαφές ότι η επέμβαση στις αρχές του 1825 των αιγυπτιακών δυνάμεων ως μονάδας κρούσεως του Σουλτάνου για την καταστολή της εξέγερσης διευκολύνθηκε από την αποδυνάμωση της Επανάστασης λόγω των διενέξεων και των εμφύλιων πολέμων των Ελλήνων κατά τη διαδρομή του προηγούμενου έτους.
Ενώ στα τρία πρώτα χρόνια της Επανάστασης έγινε δυνατόν να απελευθερωθούν η Πελοπόννησος, η Στερεά Ελλάδα και τα παρακείμενα νησιά του Αιγαίου και επιπλέον οι Κυκλάδες και η Σάμος, οι εσωτερικές διενέξεις των Ελλήνων, που πήγαζαν κυρίως από την ακραία ιδιοτέλεια και την αδυναμία του ενστερνισμού μιας κοινής επίγνωσης του εθνικού συμφέροντος, έθεσαν ήδη το έτος 1824 εν αμφιβόλω την τελική αίσια έκβαση των πραγμάτων.

Η παθολογία ενός έθνους
Στη ροή της αφήγησής του, τελείως πραγματιστικά και χωρίς μελοδραματικούς τόνους, ο συγγραφέας αναπαριστά όλη αυτή την παθολογία που ταλάνιζε το επαναστατημένο έθνος: ανεπάρκεια και ιδιοτέλεια της ηγεσίας στο πρόσωπο του προέδρου του Εκτελεστικού Γεωργίου Κουντουριώτη, συνεχείς ραδιουργίες των πολιτικών Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου και Ιωάννη Κωλέττη, απροθυμία των στρατιωτικών να πολεμήσουν χωρίς υλικά κίνητρα, λεηλασίες και καταστροφές της Πελοποννήσου από τα ρουμελιώτικα στρατιωτικά σώματα σαν να επρόκειτο για εχθρική χώρα, απειθαρχία και αποδιοργάνωση των στρατιωτικών μηχανισμών, παράλυση, αναποτελεσματικότητα και αδυναμία επιβολής της διοίκησης ακύρωναν κάθε προοπτική δημιουργίας συντεταγμένων θεσμών και κρατικής υπόστασης στα ελευθερωμένα εδάφη.
Η έκταση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η Επανάσταση, προβλημάτων όχι απλώς στρατιωτικών και πολιτικών, αλλά και ηθικών, διαφαίνεται από το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής της απελευθέρωσης της Πελοποννήσου, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που ήταν ο μόνος που διέθετε την πειθώ και την επιβολή να συνενώσει τον πληθυσμό και να ενισχύσει το καταπτοημένο ηθικό του, βρισκόταν φυλακισμένος στην Ύδρα. Εκκλήσεις του στους αδελφούς Κουντουριώτη να επιταχυνθεί η δίκη του ώστε να μπορέσει να σπεύσει στο μέτωπο για να αγωνισθεί για την άμυνα της Μεσσηνίας απερρίφθησαν. Μόνο ο ελληνικός στόλος υπό τον ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη και χάρη κυρίως στην αποφασιστικότητα αυτού του ιδίου μπόρεσε να καταγάγει κάποιες επιτυχίες παρακωλύοντας τη διαπεραίωση των εχθρικών δυνάμεων και ενισχύοντας από τη θάλασσα το πολιορκημένο Νεόκαστρο.
Από τις πολλές εύστοχες κρίσεις οι οποίες διατυπώνονται από τον συγγραφέα ας θυμηθούμε μόνο μία: «οι κυβερνητικοί παράγοντες εξακολουθούσαν να σκέπτονται κομματικά» παρά τους κινδύνους και την επιτακτική ανάγκη της ενότητας του έθνους. Αν μας θυμίζουν κάτι από την ιστορία της μεταγενέστερης Ελλάδας αυτά τα λόγια, ίσως να μην είναι συμπτωματικό…
Πάντως χάρη στη «συμβαντολογική» αφήγηση του Μ. Β. Σακελλαρίου γίνεται δυνατόν να αναχθούμε σε καίριες εκτιμήσεις για γενικότερα ζητήματα που άπτονται της ίδιας της πολιτειακής υπόστασης, της πολιτικής νοοτροπίας και της πολιτικής ηθικής της ελληνικής εθνικής κοινότητας την οποία σφυρηλατούσαν διά πυρός και σιδήρου οι επαναστατικές συγκυρίες. Το μάθημα δεν είναι αμελητέο.

Ο κ. Π. Μ. Κιτρομηλίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.