Βασίλης Αλεξάκης: «Γράφω για να πω κάτι που δεν ξέρω»

Ο Βασίλης Αλεξάκης είχε γυρίσει το προηγούμενο βράδυ από το Παρίσι. Το τηλέφωνο χτυπάει συνεχώς, είναι οι φίλοι του που τον αναζητούν. Παίρνει από τα χέρια μου το βιβλίο του «Η πρώτη λέξη». Μου εξομολογείται ότι δεν έχει δει ακόμη την ελληνική έκδοση, η γαλλική κυκλοφόρησε το φθινόπωρο στη Γαλλία με μεγάλη επιτυχία. Συνήθως γράφει στα ελληνικά τα μυθιστορήματά του και μετά τα μεταφράζει στα γαλλικά. Κοιτάζει το εξώφυλλο, του αρέσει. Παριστάνει μια σπηλιά με αποτυπώματα χεριών πάνω στην πέτρα.


«Κατοικεί» σε δύο γλώσσες, τα ελληνικά και στα γαλλικά. Είναι πολίτης του κόσμου. Βρίσκει έμπνευση στην Αφρική. Και πιστεύει ότι αν ο σταθμός Λαρίσης ήταν καλύτερος, θα ήταν καλύτερο και το… μυθιστόρημά μας.

Ο Βασίλης Αλεξάκης είχε γυρίσει το προηγούμενο βράδυ από το Παρίσι. Το τηλέφωνο χτυπάει συνεχώς, είναι οι φίλοι του που τον αναζητούν. Παίρνει από τα χέρια μου το βιβλίο του «Η πρώτη λέξη». Μου εξομολογείται ότι δεν έχει δει ακόμη την ελληνική έκδοση, η γαλλική κυκλοφόρησε το φθινόπωρο στη Γαλλία με μεγάλη επιτυχία. Συνήθως γράφει στα ελληνικά τα μυθιστορήματά του και μετά τα μεταφράζει στα γαλλικά. Κοιτάζει το εξώφυλλο, του αρέσει. Παριστάνει μια σπηλιά με αποτυπώματα χεριών πάνω στην πέτρα. «Είναι σαν χαιρετίσματα» μου λέει. Στο μυθιστόρημά του αυτό ένας καθηγητής Συγκριτικής Φιλολογίας πεθαίνει και παροτρύνει την αδελφή του να αναζητήσει την πρώτη λέξη που είπε ο άνθρωπος. Ποια είναι άραγε η σχέση αυτού του βιβλίου με τα προηγούμενα. «Αν προσέξατε» μου λέει «η αφηγήτρια δεν έχει όνομα, για μένα είναι η Ελένη του “Τάλγκο”, αλλά γερασμένη πια». Η κουβέντα μας έχει ήδη ξεκινήσει.

– Το τελευταίο βιβλίο σας έχει βασικό ήρωα τον αδελφό της αφηγήτριας, Μιλτιάδη,ο οποίος πεθαίνει. Μοιάζει να είναι αυτοβιογραφικό.

«Πράγματι, ο αδελφός μου πέθανε τρεις μήνες προτού αρχίσω να γράφω την “Πρώτη λέξη”. Ο θάνατός του όμως ήταν μια αφορμή. Ο θάνατός του ήταν κάτι οδυνηρό, μου αφαίρεσε τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια της μνήμης μου. Με ποιον θα κουβεντιάζω πια γι΄ αυτά; Χρειαζόμουν όμως έναν έμμεσο τρόπο για να αναφερθώ σε αυτό το γεγονός, ένα θέμα. Οσοι νομίζουν ότι θα γράψουν ένα βιβλίο επειδή τους έτυχε κάτι σκληρό αυταπατώνται. Το ζήτημα είναι να βρεις το θέμα. Εψαχνα απελπισμένα να βρω ένα, μέχρι που σκέφτηκα το ποια μπορεί να είναι η πρώτη λέξη που είπε ο άνθρωπος. Ο γάλλος εκδότης μου, όταν του το είπα, καταχάρηκε. Ομως είχα έναν φόβο μήπως κάτι ανάλογο έχει ήδη γραφτεί, μήπως δηλαδή ξέρουμε ποια είναι η πρώτη λέξη. Πάω λοιπόν σε έναν γλωσσολόγο, τον ρωτάω με πολλή αγωνία- για να μη χάσω το ωραίο θέμα μου- αν ξέρουμε ποια είναι η πρώτη λέξη. Οχι, μου απαντά. Ανακουφίστηκα και στρώθηκα στη δουλειά».

– Οι λέξεις πάντα σας απασχολούσαν και στα προηγούμενα βιβλία σας, μου δίνετε την εντύπωση ότι η ζωή σας καθορίζεται από τις λέξεις. Εχουν οι λέξεις μια αυτονομία από το περιεχόμενό τους; Μπορεί να είναι μόνον τα γράμματα και ο ήχος τους ή είναι οι έννοιες που περικλείουν;

«Μμμ, δύσκολη ερώτηση. Οντως οι λέξεις μέσα μου έχουν μια σχετική αυτονομία. Οταν πρωτοπήγα στη Γαλλία άκουγα λέξεις σαν μουσικές που δεν τις καταλάβαινα. Προσπαθούσα από τη μουσική να μάθω τις λέξεις. Μάλιστα, κάποιες τις έμαθα στραβά επειδή ο ήχος τους ήταν ευχάριστος. Πάντα έδινα μια προσοχή στον ήχο, την προφορά. Με βοήθησε και η εκμάθηση της σάνγκο, αυτής της αφρικανικής γλώσσας μιας χώρας της Κεντρικής Αφρικής, που έμαθα τελευταία και στην οποία αναφέρομαι στο μυθιστόρημά μου “Οι ξένες λέξεις”. Και εκεί με γοήτευσε π.χ. η λέξη “πουπουλένγκε”, όπως στη Γαλλία όταν πρωτοπήγα μου άρεσε η λέξη “πετάς”. Και στις δύο γλώσσες η λέξη αυτή σημαίνει “τσούλα”, για μένα όμως είχε μια άλλη, απροσδιόριστη, ανάλαφρη σημασία».

– Τι σας απασχολεί προτού αρχίσετε να γράφετε;

«Το τι με απασχολεί το ανακαλύπτω γράφοντας. Γράφω για να πω όχι κάτι που ξέρω αλλά για να πω κάτι που δεν ξέρω. Ξέρω να σκέφτομαι μόνον όταν γράφω, σαν να είναι το χέρι μου σοφότερο από μένα. Γράφοντας εντοπίζω τις απορίες μου. Το μυθιστόρημά μου είναι μια αφήγηση αποριών. Το δύσκολο βέβαια ήταν όλες αυτές οι απορίες να γίνουν μυθιστόρημα, και όχι μια βαρετή απαρίθμησή τους».

– Αν πάρουμε μια λέξη, τη βγάλουμε από το περιεχόμενό της και ορίσουμε με αυτήν κάτι άλλο. Διαμορφώνουμε άραγε μια νέα σχέση με τα πράγματα;

«Ισως αυτό το παιχνίδι επηρεάζει τις έννοιες. Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία. Κάθε λέξη είναι η αφήγηση μιας περιπέτειας, πώς ξεκίνησε, πώς ταξίδεψε, πώς αλλοιώθηκε, οι αλλαγές της μορφής της. Για μένα κάθε λέξη είναι το οπισθόφυλλο ενός μυθιστορήματος. Οταν μαθαίνεις μια ξένη γλώσσα ανακαλύπτεις ότι τα πράγματα που ξέρεις έχουν μια άλλη ονομασία, και πιθανόν να ανακαλύψεις ότι είναι και κάπως αλλιώς. Π.χ. για τους Γάλλους ο άνθρωπος λέγεται homme (ομ), για τους τσιγγάνους λέγεται ρομ, το όνομά τους σημαίνει άνθρωπος. Αλλά με το ρομ δεν ανακαλείς ας πούμε τον ελληνάρα στο καφενείο αλλά ένα περιθώριο, τον τσιγγάνο. Οι λέξεις έχουν μια βαρύτητα, δεν είναι αέρας κοπανιστός».

– Πόσο ζουν οι λέξεις, αναρωτιέται ένας ήρωάς σας. Πόσο ζουν άραγε;

«Ενας γλωσσολόγος μου έλεγε ότι χάνουμε ένα 20% του λεξιλογίου μας κάθε χίλια χρόνια. Οι λέξεις πεθαίνουν αλλά βεβαίως γεννιούνται καινούργιες. Οι λέξεις δεν μας περιχαρακώνουν, δεν δημιουργούν έναν πύργο μέσα στον οποίο θα μας φυλακίσουν και εμείς θα αποκρούουμε κάθε ξένη λέξη. Οι γλώσσες είναι ανοικτοί υπέροχοι χώροι και ανάμεσά τους υπάρχουν γεφυρούλες που πας από τη μία στην άλλη και όλες τελικά ενώνονται μεταξύ τους. Είναι το αντίθετο αυτού του εθνικιστικού, ρατσιστικού ρεύματος που πάει να δημιουργηθεί».

– Τι εννοείτε;

«Οι Γάλλοι, για παράδειγμα, εδώ και χρόνια δεν υπογράφουν τη συνθήκη για τις μειονοτικές γλώσσες ενώ παράλληλα έχουν καταστρέψει τις επιμέρους τοπικές γλώσσες τους. Οι Ισπανοί κάνουν το ίδιο, η Κίνα αμφισβητεί ότι εκατομμύρια Κινέζοι μιλάνε άλλες γλώσσες. Υπάρχει μια νοοτροπία ότι η ενιαία γλώσσα θα εξασφαλίσει την ομοιογένεια του έθνους. Αυτό είναι μια αυταπάτη. Η ενιαία γλώσσα το μόνο που εξασφαλίζει είναι την πολιτική εξουσία… Και στη χώρα μας αν η Εκκλησία και η εξουσία δεν αντιδρούσαν, η δημοτική θα είχε επικρατήσει πιο εύκολα. Η γλώσσα στην πραγματικότητα είναι ένα ανοικτό πεδίο. Σε κάθε γλώσσα μέσα ο καθένας αισθάνεται ελεύθερος, και ο Σαρκοζί και ο Λεπέν. Ο αλγερινός συγγραφέας Κατέμπ Γιασίν μου έλεγε ότι “χρησιμοποιήσαμε τη γαλλική γλώσσα για να διώξουμε τους Γάλλους”».

– Το δίκτυο όμως δεν φτωχαίνει το λεξιλόγιό μας;

«Υπάρχει ένας κίνδυνος. Η απλοποιημένη γλώσσα που είναι μέσον επικοινωνίας και ανταλλαγής προϊόντων είναι η πρακτική διάσταση της γλώσσας. Η διάδοση των αγγλικών σε όλο τον κόσμο μειώνει την αγγλική γλώσσα, η γλώσσα του Δικτύου δεν είναι αυτή του Ντίκενς. Πώς θα ήταν άραγε τα ελληνικά αν τα μιλούσαν μόνον οι πωλητές καταστημάτων; Μάλλον φτωχή. Με εκνευρίζει η εικόνα των ελληνικών περιπτέρων όπου όλοι οι τίτλοι των εντύπων που κρέμονται είναι στην αγγλική γλώσσα. Αναρωτιέσαι δικαιολογημένα σε ποια χώρα βρίσκεται αυτό το περίπτερο… Με εκνεύρισε η Γιάννα Αγγελοπούλου που έβγαλε τον λόγο της στους Ολυμπιακούς Αγώνες στα αγγλικά. Για ποιο λόγο να μην ακουστεί η υπέροχη μουσική μας γλώσσα; Οι συγγραφείς έχουν ευθύνη να καλλιεργούν τη γλώσσα. Βέβαια δεν φοβάμαι και δεν συμφωνώ ότι οι νέοι σήμερα δεν χρησιμοποιούν πλούσιο λεξιλόγιο. Αυτά τα λένε κάτι γέροι συντηρητικοί. Και τις μεγάλες επαναστάσεις στη γλώσσα οι νέοι τις έχουν κάνει. Παράδειγμα η κρεολική γλώσσα, μια πολύ δύσκολη γλώσσα που φτιάχτηκε από παιδιά».

– Υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει τη γλώσσα των πολιτικών;

«Σίγουρα. Ακούμε καινούργιες λέξεις, που περιγράφουν τη σαπίλα και την ευδαιμονία της ελληνικής κοινωνίας. Βγήκαν στην επιφάνεια λέξεις νέες, όπως ο “λαϊκισμός”, η “αναδόμηση”… Δεν θυμάμαι να τις λέγαμε στο σχολείο. Υπάρχει ένα ύφος δήθεν φιλικό προς τον πολίτη που τον παρασύρει...».

– Τι αισθάνεστε: Γάλλος ή Ελληνας; Το Παρίσι σας εμπνέει περισσότερο στο να γράψετε από ό,τι η Αθήνα;

«Δεν ζήτησα ποτέ τη γαλλική υπηκοότητα, παρά το ότι τα παιδιά μου έχουν διπλή υπηκοότητα. Ισως τα πρώτα δύσκολα χρόνια στη Γαλλία με καθόρισαν. Την αγαπώ τη Γαλλία αλλά είμαι και νιώθω Ελληνας. Οσον αφορά το Παρίσι, αισθάνεσαι πως είσαι σε μια πόλη όπου έχει ανθήσει το μυθιστόρημα. Κάθεσαι σε μια όχθη του Σηκουάνα και βλέπεις μια καγκελόπορτα πολύ κοντά στο νερό και λες “α! από δω βγήκε ο Γιάννης Αγιάννης με τον Μάριο στην πλάτη του”. Βέβαια και στην Αθήνα μπορείς να έχεις εμπνεύσεις. Αρκεί να το ψάξεις. Τώρα δεν χρειάζομαι ούτε την Αθήνα ούτε το Παρίσι, γι΄ αυτό πήγα και στην Αφρική- και εκεί μπορείς να γράψεις μυθιστόρημα. Οπωσδήποτε οι πόλεις εμπνέουν το μυθιστόρημα. Για παράδειγμα, όπου υπάρχει σοβαρός σιδηροδρομικός σταθμός υπάρχει και μεγάλο μυθιστόρημα. Αν πάσχει κάπου το ελληνικό μυθιστόρημα ίσως φταίει και ο σταθμός Λαρίσης που δεν μπορεί να εμπνεύσει...» (γέλια).

– Τι γράφετε τώρα, έχετε σκεφτεί το επόμενο βιβλίο σας;

«Το επόμενο μυθιστόρημά μου θα έχει ως θέμα τους ήρωες των παιδικών μου χρόνων. Σκέφτομαι ότι έχω χάσει τους γονείς μου, έχασα πρόσφατα τον αδελφό μου, η μόνη οικογένεια που μου μένει είναι η οικογένεια των μυθιστορηματικών μου ηρώων, οι Τρεις Σωματοφύλακες, ο Ροβήρος ο κατακτητής, ο Γιάννης Αγιάννης… Αυτοί δεν πεθαίνουν ποτέ, είναι πάντα εκεί. Με αυτούς μεγάλωσα, είναι σαν τους θείους μου, σαν μια δεύτερη οικογένειά μου. Θέλω να τους ξαναβρώ».

«Ο Μαροκινός της Υπατίας είναι πιο Ελληνας από τον κύριο στο Παγκράτι που έχει κατακλέψει το Δημόσιο»

– Αναφέρεστε συχνά στους μετανάστες, πήρατε μάλιστα και πρωτοβουλίες υπέρ των μεταναστών τελευταία.

«Αυτοί οι άνθρωποι διηγούνται τη δική μου ιστορία, όταν πρωτοπήγα μετανάστης στη Γαλλία. Δεν έχω περάσει τόσο χάλια, αλλά γνωρίζω πολλές περιπτώσεις μεταναστών που υπέφεραν. Η Ευρώπη δεν ομολογεί ότι επί δεκαετίες εκμεταλλεύτηκε την Αφρική, η Γαλλία που βρισκόταν εκεί πάνω από 100 χρόνια δεν έχει αποδώσει μία δεκάρα σε αυτές τις χώρες. Πρόκειται για πελώρια αδικία. Οι ευρωπαϊκές οικονομίες αναπτύχθηκαν εν μέρει χάρη σε αυτούς. Οι κακόμοιροι Μαροκινοί της Υπατίας που υποστήριξα μαζεύουν την ελληνική ελιά, γιατί να μην τους υποστηρίξω; Μιλάνε τη γλώσσα μας και εγώ τους θεωρώ περισσότερο Ελληνες από κάποιον κύριο γεννημένο π.χ. στο Παγκράτι που έχει κατακλέψει το Ελληνικό Δημόσιο».

– Λέτε κάπου πώς γίνεται η φιλελεύθερη Γαλλία να έχει τόσες απαγορεύσεις.

«Πρότειναν σε ένα ζευγάρι Κινέζων να φύγουν και να αφήσουν τα παιδιά τους στην Πρόνοια. Αν είναι δυνατόν! Συνεχώς υπάρχουν κανόνες περιοριστικοί ή και απάνθρωποι. Είπα μια μέρα, μεταξύ σοβαρού και αστείου, στον εγγονό μου στη διάρκεια μιας βόλ τας μας στο Παρίσι να κάτσουμε με την πλάτη στο τοίχο και να βάλουμε ένα κυπελλάκι μπροστά μας για να μαζέψουμε λεφτά. Τρομοκρατήθηκε το παιδί. Ξέρει ότι οι κανόνες αυτό δεν το επιτρέπουν. Αντίθετα η Κεντρική Αφρική, που πηγαίνω συχνά, είναι μια χώρα που σε δέχεται όπως είσαι. Στην Αφρική περπατάς με έναν υπουργό στον δρόμο, αυτός χαιρετάει τον κόσμο, σταματάει κάποια στιγμή στη γωνία ενός δρόμου και κατουράει και μετά συνεχίζουμε την κουβέντα. Κανείς δεν παρεξηγείται, υπάρχει μια άλλη απλότητα. Εδώ με το που θα βγεις από την πόρτα σου είσαι αναγκασμένος να ακολουθείς κανόνες. Μήπως ζούμε λάθος, με τόσους κανόνες;..».

Βασίλης Αλεξάκης
Η πρώτη λέξη
Εκδόσεις Εξάντας, 2011
Σελ. 423, τιμή 22 ευρώ

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.