Μύθοι που αντέχουν, μύθοι που καταρρίπτονται

Κ αμία άλλη ιστορική περίοδος δεν συγκέντρωσε το ενδιαφέρον της βιβλιογραφικής παραγωγής όσο η δεκαετία του ΄40. Τα τελευταία τριάντα χρόνια μάλιστα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο εκδοτικής «έκρηξης». Από την Απελευθέρωση ως σήμερα εκδόθηκαν περίπου 2.000 τίτλοι με αντικείμενο την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Περισσότερο από το 50% των τίτλων είδε το φως της ημέρας μετά το 1981. Τα βιβλία αυτά είναι κάθε περιεχομένου: προπαγανδιστικού, πολιτικού, ιστορικού, οικονομικού, κοινωνιολογικού, ακόμη και ψυχιατρικού.

Κ αμία άλλη ιστορική περίοδος δεν συγκέντρωσε το ενδιαφέρον της βιβλιογραφικής παραγωγής όσο η δεκαετία του ΄40. Τα τελευταία τριάντα χρόνια μάλιστα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο εκδοτικής «έκρηξης». Από την Απελευθέρωση ως σήμερα εκδόθηκαν περίπου 2.000 τίτλοι με αντικείμενο την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Περισσότερο από το 50% των τίτλων είδε το φως της ημέρας μετά το 1981. Τα βιβλία αυτά είναι κάθε περιεχομένου: προπαγανδιστικού, πολιτικού, ιστορικού, οικονομικού, κοινωνιολογικού, ακόμη και ψυχιατρικού. Ανάμεσά τους υπάρχει ένα μεγάλος αριθμός μαρτυριών και αυτοβιογραφιών. Από αυτές ξεχωρίζουν οι αναμνήσεις των βρετανών αξιωματικών που δραστηριοποιήθηκαν στην Ελλάδα, όπως ήταν ο Μάγερς, ο Γουντχάουζ και ο Χάμοντ και αυτές των ηγετικών στελεχών των αντάρτικων οργανώσεων (Σαράφης, Κικίτσας, Πυρομάγλου κ.ά.).

Θέση μέσα στη βιβλιογραφία απόκτησαν και τα ημερολόγια. Σχετικά πρόσφατα εκδόθηκαν δύο τέτοια ημερολόγια, που μοιάζουν εντυπωσιακά μεταξύ τους· ενός ελασίτη αντάρτη, του Β. Παπανάνου ( το αντιηρωικό ημερολόγιο ) και ενός εδεσίτη, του Γ. Ρωμανού ( Μια αθηναϊκή βεγγέρα του 1944 ). Τα δύο αυτά ημερολόγια είναι αποκαλυπτικά του βαθμού εξιδανίκευσης και της μυθοποίησης των κινήτρων και της δράσης του αντάρτικου.

Η επιστημονική βιβλιογραφική παραγωγή δεν είναι ευκαταφρόνητη. Μέχρι στιγμής έχουν καταγραφεί περίπου 200 μονογραφίες και συλλογικοί τόμοι. Σχεδόν οι μισές από αυτές τις μελέτες επικεντρώνονται αποκλειστικά στην Κατοχή και στην Απελευθέρωση.

Οπως συμβαίνει παντού, η ιστοριογραφική παραγωγή στην Ελλάδα επηρεάστηκε από εξωγενείς (ως προς την επιστημονική κοινότητα) και ενδογενείς παράγοντες. Ως το 1974 οι μη ομαλές πολιτικές συνθήκες και η έλλειψη πρόσβασης στα ελληνικά αρχεία είχαν ως αποτέλεσμα να αναπτυχθεί στο εξωτερικό ένα αξιόλογο ερευνητικό ενδιαφέρον και να εκδοθούν βιβλία που επηρέασαν σημαντικά την επιστημονική ατζέντα. Ενα σημαντικό μέρος αυτών των μελετών στηρίχθηκε στα βρετανικά αρχεία, που ήταν αφενός ανοικτά, και αφετέρου ιδιαίτερα πλούσια σε πληροφορίες. Τα αρχεία αυτά συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στην κατανόηση της βρετανικής πολιτικής αλλά και γενικότερα της σχέσης ανάμεσα στο διεθνές περιβάλλον και τις εσωτερικές εξελίξεις (Ρ. Ρapastratis, Βritish Ρolicy Τowards Greece during the Second World War ).

Η δεκαετία του ΄90 και το συνακόλουθο τέλος του Ψυχρού Πολέμου σημαδεύτηκαν από την έλευση νέων τάσεων στην έρευνα της δεκαετίας του ΄40. Κοινό χαρακτηρι στικό των νέων ερευνών η στροφή στο μαζικό επίπεδο. Οι νέες έρευνες έδωσαν έμφαση στην ανάλυση της πολιτικής δυναμικής και των κοινωνικών εξελίξεων που διαμορφώθηκαν σε μικροεπίπεδο, στις τοπικές κοινωνίες. Την ίδια ακριβώς περίοδο άρχισε να αυξάνει ριζικά το ενδιαφέρον για τη μελέτη των συνθηκών και των συνεπειών της εξόντωσης των ελλήνων εβραίων. Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε επίσης για τις μειονότητες και τις εθνοτικές ομάδες, για τους νέους και τις γυναίκες, για κοινωνικά υποκείμενα που χάνονταν τα προηγούμενα χρόνια μέσα στο μεγάλο εθνικό αφήγημα. Σταθερά αποκαθίσταται τα τελευταία χρόνια η ισορροπία ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό.

Το αναθεωρητικό ρεύμα
Η έκδοση του βιβλίου του Μ. Μazower το 1993 ( Ιnside Ηitler΄s Greece ) δικαίως θεωρείται από πολλούς η χρονική αφετηρία ενός νέου «αναθεωρητικού» ρεύματος. Ο Μazower μετατοπίζει το βάρος της ανάλυσης από τις διεθνείς και ελληνικές πολιτικές εξελίξεις στις κοινωνικές επιπτώσεις της γερμανικής Κατοχής και της Αντίστασης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο συγγραφέας στην εμπειρία της βίας κατά τα χρόνια της Κατοχής και στα αποτελέσματα που είχαν στη ζωή της υπαίθρου τα εαμικά ριζοσπαστικά πολιτικά και κοινωνικά προτάγματα.

Ο Μazower πέτυχε κάτι ακόμη που συζητιέται στα ακαδημαϊκά «πηγαδάκια» αλλά σπανιότερα γράφεται δημόσια: να διευρύνει το αναγνωστικό κοινό για την ιστορία της δεκαετίας του ΄40. Ως τότε τα επιστημονικά βιβλία με αντικείμενο τα χρόνια αυτά περιορίζονταν σε ένα σχετικά στενό αναγνωστικό κοινό φιλιστόρων. Ο βρετανός ιστορικός κατάφερε να φέρει νέους αναγνώστες και να μετατρέψει τα βιβλία για τη δεκαετία του ΄40 σε «ευπώλητα». Η εκδοτική αυτή επιτυχία του Μazower, όπως και αργότερα άλλων βιβλίων του «αναθεωρητικού ρεύματος», ίσως να εξηγεί, ως έναν βαθμό, την ενόχληση κάποιων και το μέγεθος των αντιδράσεων που οι νέες έρευνες αντιμετώπισαν.

Σε συγκριτικό επίπεδο, η εργασία του Στ. Καλύβα ( Τhe logic of violence in civil war ) αποτελεί μια πρωτοποριακή μελέτη καθώς επιτρέπει να κάνουμε συγκρίσεις και να προχωρήσουμε σε γενικεύσεις για τα κίνητρα και τον ρόλο της βίας σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου. Από ιστορικής πλευράς, μας βοηθά να κατανοήσουμε τις συνθήκες της εμφύλιας σύγκρουσης μέσα στα χρόνια της Κατοχής στην περιοχή της Αργολίδας και ευρύτερα στην Πελοπόννησο.

Τα τελευταία χρόνια υπήρξε επίσης μια άνθηση των μελετών για τις αστικές μη εαμικές οργανώσεις της Αθήνας που τα προηγούμενα χρόνια είχαν παραμεληθεί. Τα βιβλία του Π. Μακρή Στάικου ( Κίτσος Μαλτέζος ), του Κ. Σβολόπουλου ( Χαϊδάρι 8 Σεπτεμβρίου 1944 ) και του Ε. Χατζηβασιλείου ( ΠΕΑΝ 1941-1945 ) έφεραν σε επαφή τους αναγνώστες με έναν σχεδόν ξεχασμένο κόσμο.

Ο κ.Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Μεταξύ των βιβλίων του συγκαταλέγονται το Γιασασίν Μιλέτ- Ζήτω το Εθνος, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης,2001 και,σε επιμέλειά του,το Οι άλλοι καπετάνιοι, Εστία,2005.

Η ΧΡΗΣΙΜΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ

Μετά το 1990 νέες εργασίες άγγιξαν θέματα ταμπού όπως ήταν αυτά της εαμικής βίας,του αντιστασιακού αντικομουνισμού και του δωσιλογισμού.Κάποιες από αυτές τις μελέτες προκάλεσαν ζωηρές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις.Το άρθρο του Στάθη Καλύβα για την τρομοκρατία του ΕΑΜ που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Μazower (Μετά τον Πόλεμο) και το βιβλίο για τους αντικομμουνιστές ενόπλους της Μακεδονίας και της Ηπείρου που εκδόθηκε με επιμέλεια δική μου (Οι άλλοι καπετάνιοι) δέχτηκαν έντονες επιθέσεις από μια τυφλή και απροσχημάτιστα,μερικές φορές,στρατευμένη ιστοριογραφία,που αντιμετώπισε με ανησυχητική έλλειψη ψυχραιμίας την έλευση του νέου ρεύματος.Μερικές φορές τα πράγματα «ποδοσφαιροποιήθηκαν» καθώς αντί του διαλόγου κυριάρχησαν οι προσωπικές επιθέσεις και οι θεωρίες συνωμοσίας.Επιστρατεύτηκαν κάθε λογής επιχειρήματα,που αν τα συγκεντρώσει κανείς μπορεί θαυμάσια να εκδώσει το «λεξικό του ελληνικού αναθεωρητισμού» με δεκάδες υβριστικά λήμματα.Παρά όμως τις αρνητικές όψεις αυτής της κατάστασης,είναι αναμφισβήτητο πως η ιστορική έρευνα προχώρησε και βάθυνε.

Κανένας από τους μύθους δεν αντέχει πλέον,σημείωνε σε κείμενό του το 2004,στην εφημερίδαΤα Νέαο Μazower, ίσως ο πιο αισιόδοξος του νέου ιστορικού ρεύματος.Εγώ, από την πλευρά μου,θα έλεγα πως αρκετοί από τους μύθους δείχνουν ακόμη ιδιαίτερη αντοχή,αλλά είναι στο χέρι των ιστορικών να τους καταρρίψουν.Σε τελική ανάλυση,όπως έλεγε και ο Ο. Wilde,η μόνη μας υποχρέωση απέναντι στην Ιστορία είναι να την ξαναγράψουμε.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.