ΜΙΡΕΛΛΑ ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ «Δεν νιώθω αποτυχημένη»

Μετράει είκοσι χρόνια τηλεοπτικής πορείας με δεκαπέντε σειρές που πάντα έφεραν την υπογραφή της σεναριακά.Τώρα αποφάσισε να αλλάξει ρότα και να πατήσει «στα χνάρια» μιας ιστορίας που δεν είναι δική της.Η Μιρέλλα Παπαοικονόμου διασκεύασε σε τηλεοπτικό σενάριο για το Μega «Το Νησί»,το best seller της Βικτόρια Χίσλοπ,και μετακόμισε για έναν χρόνο περίπου στην Κρήτη.Εκεί,στα στενά της Πλάκας,στην παραλία του Αγίου Νικολάου και στην ερημιά της Πάνω Ελούντας, συντροφεύει το συνεργείο που αποπειράται να μεταφέρει στη μικρή οθόνη ένα μυθιστόρημα με έντονες συναισθηματικές και κοινω νικές αποχρώσεις και δυνατούς χαρακτήρες, με σύμμαχο τον τόπο και τους ντόπιους,που την έχουν αγκαλιάσει.Σε χαλεπούς καιρούς για μεγαλεπήβολα και κυρίως δαπανηρά projects,η Μιρέλλα Παπαοικονόμου αισιοδοξεί ότι σε λίγους μήνες ένα μεγάλο τηλεοπτικό στοίχημα θα έχει κερδηθεί.

ΜΙΡΕΛΛΑ ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ  «Δεν νιώθω αποτυχημένη»

Μετράει είκοσι χρόνια τηλεοπτικής πορείας με δεκαπέντε σειρές που πάντα έφεραν την υπογραφή της σεναριακά.Τώρα αποφάσισε να αλλάξει ρότα και να πατήσει «στα χνάρια» μιας ιστορίας που δεν είναι δική της.Η Μιρέλλα Παπαοικονόμου διασκεύασε σε τηλεοπτικό σενάριο για το Μega «Το Νησί»,το best seller
της Βικτόρια Χίσλοπ,και μετακόμισε για έναν χρόνο περίπου στην Κρήτη.Εκεί,στα στενά της Πλάκας,στην παραλία του Αγίου Νικολάου και στην ερημιά της Πάνω Ελούντας, συντροφεύει το συνεργείο που αποπειράται να μεταφέρει στη μικρή οθόνη ένα μυθιστόρημα με έντονες συναισθηματικές και κοινω
νικές αποχρώσεις και δυνατούς χαρακτήρες, με σύμμαχο τον τόπο και τους ντόπιους,που την έχουν αγκαλιάσει.Σε χαλεπούς καιρούς για μεγαλεπήβολα και κυρίως δαπανηρά projects,η Μιρέλλα Παπαοικονόμου αισιοδοξεί ότι σε λίγους μήνες ένα μεγάλο τηλεοπτικό στοίχημα θα έχει κερδηθεί.

– Πώς γεννήθηκε η ιδέα να τηλεοπτικοποιηθεί το «Νησί»;

«Η ιδέα ήταν του Μega. Διάβασα το βιβλίο και ομολογώ πως οι ιστορίες των ηρώων της Βικτόρια Χίσλοπ ήταν τόσο συγκλονιστικές, ανθρώπινες και συγκινητικές που, αν και δεν είχα ξανακάνει διασκευή βιβλίου για την τηλεόραση, δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό και έτσι δέχθηκα να αναλάβω τη συγγραφή του σεναρίου». – Δυσκολευτήκατε να το γράψετε; «Πολύ!» – Γιατί; «Είναι η δέκατη πέμπτη σειρά που κάνω στην τηλεόραση. Δουλεύω είκοσι χρόνια και ως σήμερα δεν είχα μάθει να πατάω πάνω στα χνάρια άλλου συγγραφέα. Είναι δύσκολη διαδικασία. Πρέπει να διεισδύσεις στη σκέψη του, να προσπαθήσεις να καταλάβεις τι θέλει να πει “πίσω” από τις γραμμές, τι μηνύματα περνάει μέσα από την αφήγησή του και παράλληλα να μη χάσεις και τη δική σου ταυτότητα. Για μένα δεν ήταν καθόλου εύκολο να εξισορροπήσω αυτά τα δύο. Και ακόμη, πιο δύσκολο ήταν το ότι είχα στα χέρια μου ένα μπεστ σέλερ που έχει πουλήσει πάνω από δύο εκατομμύρια αντίτυπα σε όλον τον κόσμο και έπρεπε να ανταποκριθώ σε αυτή την τεράστια επιτυχία. Ενα μυθιστόρημα που έχει αγαπηθεί πολύ από τους αναγνώστες του είναι πολύ πιο δύσκολο να μεταφερθεί στην οθόνη του κινηματογράφου ή της τηλεόρασης, γιατί ο αναγνώστης έχει υψηλές προσδοκίες και μπορεί να απογοητευθεί όταν το δει οπτικοποιημένο».

– Ο κόσμος λογικά,διαβάζοντάς το, έχει πλάσει κάποιες εικόνες στο μυαλό του.Τι θα κάνετε για να τον παρασύρετε μακριά από αυτές;

«Μα το θέμα δεν είναι να τον παρασύρω μακριά από τις εικόνες που έχει πλάσει. Σκοπός είναι να καταφέρω να τις εμπλουτίσω».

– Στη φάση που ήδη βρίσκεστε,πώς νιώθετε; Το καταφέρνετε;

«Εγώ… ό,τι έκανα έκανα… Τέλειωσα τη συγγραφή και των 26 επεισοδίων και σε αυτή τη φάση παρακολουθώ τα γυρίσματα της σειράς, που είναι πολύ ενδιαφέρουσα διαδικασία. Είναι μαγικό να βλέπεις να ξεπηδούν από το χαρτί συναισθήματα και να αποκτούν σάρκα και οστά από τους ηθοποιούς που υποδύονται τους ρόλους. Οι ιστορίες του βιβλίου έχουν αφοπλιστική ανθρωπιά. Αυτοί οι άνθρωποι, που τους χτύπησε η μοίρα και βρέθηκαν αποκλεισμένοι κοινωνικά και ξεχασμένοι ακόμη και από την ίδια τους την οικογένεια, είναι παράδειγμα προς μίμηση. Αν και βρέθηκαν τόσο κοντά στον θάνατο, δεν έπαψαν ούτε στιγμή να αισιοδοξούν για το αύριο. Αγάπησαν και αγαπήθηκαν, παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά και πάλεψαν να βελτιώσουν τη ζωή τους μέσα στη δική τους κοινωνία. Η Βικτόρια προσέγγισε με μεγάλη ευαισθησία αυτούς τους ανθρώπους και έτσι σε κάνει να ξεχνάς την αρρώστια τους και να παρακολουθείς με ενδιαφέρον τις ιστορίες που διαδραματίζονται μέσα στη “φυλακή” τους. Αυτή είναι και η δική μας προσπάθεια, να βιώσουμε τις ιστορίες αυτών των ανθρώπων χωρίς να έχουμε σε “πρώτο πλάνο” την ασθένεια του Χάνσεν».

– Οι ντόπιοι, βλέπω, βρίσκονται σε εγρήγορση.

«Από την πρώτη στιγμή μάς έκαναν να νιώσουμε “σαν στο σπίτι μας” και είναι πάντα πρόθυμοι να μας βοηθήσουν σε ό,τι χρειαστούμε. Η Πλάκα είναι ένα μικρό χωριό με πολύ λίγους μόνιμους κατοίκους, γι΄ αυτό και σε μικρό χρονικό διάστημα γίναμε φίλοι και κάνουμε παρέα στον ελεύθερο χρόνο μας».

– Εντυπωσιακό πάντως δεν είναι που δαπανώνται τόσο πολλά χρήματα για μια παραγωγή σε καιρούς χαλεπούς;

«Ναι, είναι μεγάλο τόλμημα του Πέτρου Μπούτου να προχωρήσει σε μια τόσο πολυδάπανη παραγωγή. Το εγχείρημα είναι ιδιαίτερα δύσκολο γιατί δεν ευνοούν πάντα οι συνθήκες. Η περιοχή “βάλλεται” από ισχυρούς ανέμους και το “πήγαινε- έλα” στη Σπιναλόγκα με βάρκα και κουπιά δεν είναι απλή υπόθεση. Ας μην ξεχνάμε ότι το 1939, όταν ξεκινά η ιστορία, τα καΐκια που προσέγγιζαν τη Σπιναλόγκα δεν είχαν μηχανές… Παρ΄ όλα αυτά έχω ένα πολύ καλό προαίσθημα πως αυτή η δουλειά θα είναι πάνω από τις προσδοκίες μας. Στο “τιμόνι” έχουμε έναν πολύ ταλαντούχο νέο σκηνοθέτη, εξαιρετικό κάστινγκ ηθοποιών, ατμοσφαιρική φωτογραφία, υπέροχα και πανάκριβα στην κατασκευή τους σκηνικά και πολύ έμπειρο και ευέλικτο συνεργείο. Με αυτά τα δεδομένα είμαι σίγουρη πως θα φανούμε αντάξιοι της εμπιστοσύνης του καναλιού και θα δικαιώσουμε τον Πέτρο Μπούτο για την απόφασή του να χρηματοδοτήσει αυτήν την παραγωγή σε καιρούς χαλεπούς».

– Μετά τις 15 σειρές και τα είκοσι χρόνια δουλειάς πώς νιώθετε σήμερα στην τηλεόραση;

«Η τηλεόραση ομολογώ ότι τον τελευταίο καιρό με έχει απογοητεύσει. Αν και δεν είμαι φανατικός τηλεθεατής- προτιμώ την παρέα, τη βόλτα, το θέατρο, το σινεμά- την αγαπώ γιατί μου έχει δώσει χρήματα και αναγνώριση. Πιστεύω πως η ποιότητα των εκπομπών και των σειρών δεν είναι στο επίπεδο που ήταν τα προηγούμενα χρόνια. Σπάνια βλέπω σειρές προσεγμένες σε περιεχόμενο και παραγωγή».

– Δεν υπάρχει η διάθεση ή για όλα φταίει το χρήμα;

«Δεν ξέρω τι φταίει. Μπορεί και το χρήμα. Υπάρχει προχειρότητα, φθηνή θεματολογία. Με το πρόσχημα “ο κόσμος έχει ανάγκη να γελάσει” βλέπουμε σειρές και εκπομπές που σε μεγάλο ποσοστό είναι χαμηλής ποιότητας. Φυσικά υπάρχουν και οι φωτεινές εξαιρέσεις. Οπως το “Δέκα” ή και κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες εκπομπές λόγου και έρευνας. Υπάρχουν επίσης κωμωδίες με πολύ λεπτό και έξυπνο χιούμορ και σεναριογράφοι με πολύ ταλέντο αλλά, όπως είπα, είναι φωτεινές εξαιρέσεις. Μοιάζω πολύ… κουλτουριάρα, αλλά δεν είμαι!». – Πιστεύετε,λοιπόν,ότι και το κοινό αποξενώνεται λόγω αυτού που βλέπει;

«Στο κοινό αυτό που θα δώσεις, αυτό θα πάρει. Αν δεν του δώσεις κάτι καλύτερο, θα πάρει το λιγότερο καλό».

– Υπάρχει μια θεωρία που προτάσσουν πολλοί,σύμφωνα με την οποία «τα καλά τα βλέπουν λίγοι».Εσείς τι λέτε για αυτό;

«Τι θα πει καλό και κακό; Η διαφορά είναι στον τρόπο που προσεγγίζεις ένα θέμα και όχι το θέμα αυτό καθαυτό. Δεν είναι εύκολο να καταπιαστείς με ένα θέμα που είναι οικείο στον θεατή ή στον τηλεθεατή και να τον πείσεις για την αλήθεια του. Για να τον “πάρεις μαζί σου” πρέπει να καταφέρεις να ταυτιστείς με τους ήρωές σου, να τους κατανοήσεις και να συμπάσχεις. Φυσικά μιλάω για τις κοινωνικές σειρές και όχι για τις κωμωδίες». – Νιώθετε επιτυχημένη; «Να το πω αλλιώς. Δεν νιώθω αποτυχημένη. Είμαι όμως ακόμη πολύ ανασφαλής, παρά τα είκοσι χρόνια σε αυτό το επάγγελμα. Πιστεύω πως τη στιγμή που θα νιώσω επιτυχημένη, άρα και εφησυχασμένη, θα είναι και η αρχή του τέλους της καριέρας μου». – Εσείς πήρατε πίσω κάτι; «Εχω εισπράξει αναγνώριση από τον κόσμο. Εχω αποκτήσει φανατικούς οπαδούς των σειρών μου, και αυτό για μένα είναι το πιο σημαντικό». Η Αγγλίδα έγινε Ελληνίδα
– Ποιο ήταν το κοινό στοιχείο που ένωσε εσάς και τη Βικτόρια Χίσλοπ στο επίπεδο της αφήγησης μιας ιστορίας; Πού συναντηθήκατε μαζί της;

«Οι ιστορίες που διαδραματίζονται στο βιβλίο της έχουν τη δυναμική και τη συναισθηματική φόρτιση που είναι πολύ κοντά στον τρόπο που γράφω. Εκεί συναντηθήκαμε!».

– Φαντάζομαι ότι θα χάρηκε ιδιαίτερα μαθαίνοντας ότι το βιβλίο γίνεται σειρά,και μάλιστα στην Ελλάδα…

«Ναι, πάρα πολύ. Αλλωστε η ιστορία είναι αμιγώς ελληνική. Της έγιναν προτάσεις και από άλλες χώρες, αλλά εκείνη θέλησε να γυριστεί εδώ. Η Βικτόρια έχει εξαιρετική επαφή με τους κατοίκους της περιοχής. Αν δεν ήξερα πως είναι Αγγλίδα, παρατηρώντας τη συμπεριφορά της θα έλεγα ότι είναι Ελληνίδα. Εχει έλθει πολλές φορές στην Ελλάδα, αγόρασε σπίτι και μιλάει αρκετά καλά τη γλώσσα μας».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version