Το λιανεμπόριο έχει πλέον τον δικό του ρόλο στις ανακατατάξεις που παρατηρούνται τελευταία στην αγορά του γάλακτος. Σε άλλες περιπτώσεις με την ανάπτυξη του παστεριωμένου γάλακτος «ιδιωτικής ετικέτας», σε άλλες με την προώθηση του γάλακτος υψηλής παστερίωσης «ιδιωτικής ετικέτας» και σε άλλες με την αποκλειστική διανομή γάλακτος μικρών γαλακτοβιομηχανιών. Σειρά πλέον έχει η ανάπτυξη του γάλακτος υψηλής παστερίωσης βιολογικής παραγωγής, το οποίο ως σήμερα διακινείται στην αγορά αλλά σε «χαμηλή κλίμακα». Πρωταγωνιστής σε αυτή την περίπτωση είναι ο όμιλος Βερόπουλου, ο οποίος συμμετείχε ήδη σε ορισμένες από τις κινήσεις που διαμορφώνουν το νέο τοπίο στην αγορά του γάλακτος.
Την περασμένη Δευτέρα ο κ. Ν. Βερόπουλος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ομίλου, ανακοίνωσε την τοποθέτηση στα ψυγεία των καταστημάτων του του βιολογικού γάλακτος αυστριακής προέλευσης στην τιμή των 0,99 ευρώ το λίτρο. Η τιμή αυτή είναι μικρότερη κατά 60% έναντι της τιμής των άλλων προϊόντων αυτής της κατηγορίας που κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά. Και μάλιστα δεσμεύθηκε πως η τιμή αυτή θα παραμείνει σταθερή ως τον Ιούνιο του 2008. Πρόκειται για το γάλα Schardinger, το οποίο παράγεται από τη μεγαλύτερη αυστριακή γαλακτοβιομηχανία, την Berglandmilch, που ανήκει σε κτηνοτροφικό συνεταιρισμό. Ο διευθύνων σύμβουλος της αυστριακής εταιρείας κ. Josef Braunshofer, στη συνέντευξη Τύπου όπου παρουσιάστηκε το νέο προϊόν είπε πως «η τιμή του Schardinger στην Ελλάδα βρίσκεται στον μέσο όρο της Αυστρίας, όπου πωλείται μεταξύ 0,95-1,10 ευρώ το λίτρο». Αξίζει να σημειωθεί ότι από την ίδια εταιρεία ο ελληνικός λιανεμπορικός όμιλος εισάγει και το υψηλής παστερίωσης γάλα Alpiland, το οποίο πωλεί αντί 0,75 ευρώ το λίτρο.
Ο κ. Βερόπουλος πρόσθεσε πως το μερίδιο του βιολογικού γάλακτος σήμερα στη συνολική αγορά του γάλακτος είναι πολύ χαμηλό, ανέρχεται μόλις στο 0,6%. Τούτο εξάλλου αποδεικνύει και τα περιθώρια ανάπτυξης αυτής της κατηγορίας. Πάντως εκτός από το αυστριακής προέλευσης γάλα η κατηγορία συμπληρώνεται από δύο ελληνικές, μία ρουμανική και μία ιταλική μάρκα που οι τιμές τους κυμαίνονται από 1,58 ως 2,60 ευρώ το λίτρο. Το Schardinger είναι γάλα υψηλής παστερίωσης με διάρκεια ζωής 33 ημερών εντός ψυγείου.
Επισημαίνεται ωστόσο ότι από τον περασμένο Μάρτιο που άρχισε η διακίνηση του Alpiland στην τιμή των 0,75 ευρώ το λίτρο, έχει αποσπάσει στα καταστήματα της αλυσίδας μερίδιο 44% στην κατηγορία του υψηλής παστερίωσης και 18% στο σύνολο του γάλακτος ψυγείου, με τις πωλήσεις του να είναι διπλάσιες του δεύτερου σε μερίδιο γάλακτος (Αγνό). Η Berglandmilch ανήκει σε 12.000 παραγωγούς γάλακτος και πραγματοποιεί τζίρο ύψους 526 εκατ. ευρώ. Διαθέτει οκτώ εργοστάσια παραγωγής σειράς γαλακτοκομικών προϊόντων, απασχολεί 1.000 εργαζομένους, επεξεργάζεται ετησίως 860 εκατ. κιλά γάλα ή το 1/3 του συνόλου, ενώ το 32% της παραγωγής της εξάγεται.
* Αρχή τον 19ο αιώνα
Από την άλλη πλευρά η οικογένεια Βερόπουλου είναι μία από τις παλαιότερες ελληνικές εμπορικές οικογένειες, αν και ευρύτερα γνωστή είναι η συμβολή της στην ανάπτυξη του κλάδου των σουπερμάρκετ μαζί με ορισμένες άλλες επιχειρηματικές οικογένειες τα τελευταία 35-40 χρόνια (Μαρινόπουλου, Σκλαβενίτη, Παντελιάδη-Θανόπουλου, Βασιλόπουλου κ.λπ.). Η ιστορία της οικογένειας Βερόπουλου ανιχνεύεται στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Τότε ο Παναγιώτης Βερόπουλος από τη Βυτίνα της Γορτυνίας, δηλαδή την ορεινή Αρκαδία, μεταναστεύει στη Σύρο και λίγο αργότερα στη Σμύρνη, όπου και εγκαθίσταται οριστικά. Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, αλλά και γραπτές ενδείξεις, εκεί στα μικρασιατικά παράλια δημιουργείται η πρώτη εμπορική επιχείρηση τροφίμων της οικογένειας. Η επιχείρηση ασχολούνταν με τις εισαγωγές και το χονδρεμπόριο.
Ο γιος του ιδρυτή Κώστας συνέχισε την οικογενειακή επιχείρηση, την οποία ακολούθως μεταβίβασε στους τρεις γιους του, Αλέξανδρο, Νίκο και Παναγιώτη.
Στις αρχές του 1900, στην είσοδο δηλαδή του 20ού αιώνα, η οικογενειακή επιχείρηση έφτασε σε μεγάλη ακμή. Διέθετε υποκαταστήματα στη Ρουμανία και στην Αίγυπτο, αλλά και ένα ευρύ δίκτυο συνεργατών σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία. Το 1922 ήταν τραγικό για δύο εκατομμύρια μικρασιάτες Ελληνες, φυσικά και για την οικογένεια Βερόπουλου. Ο Νίκος και ο Αλέκος μαζί με τον γαμπρό τους Σταύρο Αναστασιάδη μεταφέρθηκαν στον Πειραιά, όπου και προσπάθησαν να ανασυστήσουν την οικογενειακή επιχείρηση. Περί τα μέσα της δεκαετίας του 1920 δημιουργούν μία μικρή εισαγωγική και χονδρεμπορική επιχείρηση με έδρα τον Πειραιά, αλλά λίγα χρόνια αργότερα, το 1930, ο Νίκος Βερόπουλος πλέον μεταφέρει την επιχείρηση στην Αθήνα: στην αγορά της, στη Σοφοκλέους 29, και μετά στον αριθμό 26.
Η δεκαετία του 1930 ήταν αρκετά δύσκολη, με πολλούς περιορισμούς, ίσα ίσα που τα έβγαζε πέρα. Μετά έρχονται ο πόλεμος και η κατοχή. Η μικρή επιχείρηση δεν κλείνει, αλλά πωλεί προϊόντα για λογαριασμό των παραγωγών, κερδίζοντας τη σχετική προμήθεια. Τελειώνει η περίοδος της κατοχής και η εταιρεία ανασυγκροτείται, αλλά και πάλι κινδυνεύει με καταστροφή λόγω της μακροχρόνιας αρρώστιας του Νίκου Βερόπουλου και της στράτευσης των δύο γιων του, του Κώστα και του Αλέκου.
* Από μηδενική βάση
Το 1952 ξαναρχίζει και πάλι από μηδενική βάση. Η υποτίμηση της κυβέρνησης Μαρκεζίνη δημιούργησε ευνοϊκές συνθήκες για τους εξαγωγείς. Προς την εξαγωγική λοιπόν δραστηριότητα στρέφεται πλέον η οικογένεια. Εξάγει όσπρια και ρύζι. Πρώτος πελάτης ήταν κάποιος εισαγωγέας στον Λίβανο. Υστερα όμως από επίμονη αλληλογραφία η εταιρεία κατορθώνει να αποκτήσει πελάτες στη Γαλλία, στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στο Μαρόκο και στην Αλγερία. Ταυτόχρονα όμως με τις εξαγωγές διατηρεί τη δραστηριότητά της στο εισαγωγικό εμπόριο και στο χονδρεμπόριο τροφίμων, στα λεγόμενα την εποχή εκείνη «αποικιακά είδη», όπως ήταν η ζάχαρη, ο καφές, το ρύζι, τα όσπρια και το γάλα. Ο ανταγωνισμός όμως ήταν οξύς και κεφάλαια επαρκή δεν υπήρχαν.
Ετσι στην προσπάθειά της να ξεφύγει από αυτόν τον κλοιό μείωσε στο ελάχιστο τις εισαγωγές των λεγομένων «αποικιακών» και άρχισε να ασχολείται κυρίως με αντιπροσωπείες, εισαγωγές άλλων προϊόντων και δίκτυο διανομών στην Αθήνα και στην επαρχία με κονσέρβες κρεάτων, ψαριών και γάλακτος. Ετσι η εταιρεία ανακάμπτει και καθιερώνει δικές της μάρκες στην ελληνική αγορά, ενώ σε ορισμένα προϊόντα διακινεί ως και το 70% των ποσοτήτων της αγοράς.
Το 1963 ο Νίκος Βερόπουλος πεθαίνει. Τα ηνία αναλαμβάνουν οι δύο γιοι του, Κώστας και Αλέκος, δίνοντας πλέον ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στις αντιπροσωπείες και στην τυποποίηση των τροφίμων.
Σε λίγα χρόνια κατέλαβε την πρώτη θέση στις εισαγωγές και στο δίκτυο πωλήσεων κονσερβών στην Ελλάδα, διαθέτοντας ακόμη και δικό της εργαστήριο στη Θεσσαλονίκη. Το 1967 εγκατέλειψε την οδό Σοφοκλέους – την έδρα του αθηναϊκού χονδρεμπορίου – και μεταφέρθηκε στο Αιγάλεω σε δικές της εγκαταστάσεις, ενώ παράλληλα ήλθε σε επαφή με τη διεθνή εταιρεία Spar και για πρώτη φορά η μέθοδος του φραντσάιζ εισήλθε στην ελληνική αγορά επιχειρώντας να οργανώσει τα παντοπωλεία της εποχής σε αλυσίδα καταστημάτων με αυτή την επωνυμία. Τα σωματεία των παντοπωλών, αλλά και οι χονδρέμποροι, των οποίων τα συμφέροντα θίγονταν, αντέδρασαν και η προσπάθεια απέτυχε.
Το 1973 τα δύο αδέλφια αποφασίζουν να προχωρήσουν στη δημιουργία αλυσίδας σουπερμάρκετ με χώρους πωλήσεων άνω των 50 τ.μ. Η αρχή γίνεται στο Περιστέρι τον Ιούλιο του 1973 και το 1977 επιλέγεται η Θεσσαλονίκη. Αυτό είναι το προοίμιο της σημερινής αλυσίδας σουπερμάρκετ Αφοί Βερόπουλοι ΑΕΒΕ. Η διαδρομή της χαρακτηρίστηκε από έντονες διακυμάνσεις και πειραματισμούς που δεν ήταν όμως όλοι επιτυχείς. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 όμως, με δύο εξαγορές που έκανε τότε (αλυσίδα Αθηνά και το 60% της Χαλκιαδάκης ΑΕ), την επέκταση στις γειτονικές αγορές της πΓΔΜ και της Σερβίας, καθώς και την εξαγορά της Πανεμπορικής που ακολούθησε, αναδείχθηκε σε σημαντικό παράγοντα του ελληνικού λιανεμπορίου.
Σήμερα ο όμιλος Βερόπουλου διαθέτει 204 καταστήματα, εκ των οποίων τα 10 στη Σερβία και στην πΓΔΜ και πραγματοποιεί πωλήσεις ύψους 771,8 εκατ. ευρώ. Οι επενδύσεις του στη διάρκεια του 2006 ανήλθαν σε 54,5 εκατ. ευρώ.
