Το προτελευταίο βράδυ των Επιδαυρίων για τη φετινή χρονιά προβλεπόταν ήρεμο. Τίποτε δεν φαινόταν ικανό να αναστατώσει τους όχι περισσότερους από 4.000 θεατές που περίμεναν εναγωνίως να δουν τις πολυσυζητημένες «Βάκχες» του Λάνγκχοφ, αφού όλοι τους ήταν προετοιμασμένοι για το… χειρότερο. Ετσι οι πολυάριθμοι αστυνομικοί που είχαν περικυκλώσει το αρχαίο θέατρο προς αποφυγή ανεπιθύμητων φιλονικιών μεταξύ του κοινού ως προς τον σκηνοθετικό χειρισμό της παράστασης φάνταζαν ως διακοσμητικά στοιχεία.
Μόνο η τριαντάλεπτη καθυστέρηση στην έναρξη της παράστασης δημιούργησε στην αρχή μικρή δυσφορία για κάποιους. Ισως και η γιγαντοαφίσα που υψωνόταν πάνω από τη σκηνή του θεάτρου και διαφήμιζε το «Φυσικό Επιτραπέζιο Νερό Κιθαιρών – ΘΕΟΣ ΔΕΙΝΟΤΑΤΟΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΙΣΙ Δ’ ΗΠΙΩΤΑΤΟΣ». Πολλοί εκ των θεατών απέδωσαν τη διαφήμιση σε… πρωτοποριακό σκηνοθετικό εύρημα. Αλλοι πάλι ίσως οι πιο συντηρητικοί προτίμησαν να… «κάνουν ότι δεν την είδαν».
Η παράσταση άρχισε. «Επιτέλους θα δω τον Χατζησάββα γυμνό» έσπασε τη σιωπή μια γυναικεία φωνή από το πάνω διάζωμα. Ολοι περίμεναν «μουδιασμένοι» την αποκαλυπτική και πολυσχολιασμένη είσοδο του ολόγυμνου θεού Διονύσου (Μηνά Χατζησάββα). Ολόγυμνος μεν, μουγκρίζων δε, εμφανίστηκε ο θεός, περπατώντας στα… τέσσερα. Πνιχτά γέλια και πονηρά σχόλια ακούστηκαν από όλες τις μεριές του θεάτρου για την πρωτόγνωρη για την παράδοση της Επιδαύρου εμφάνιση αυτή. Γέλια και σχόλια τα οποία όμως κάλυψε η είσοδος του Χορού. Οι Βάκχες, που περισσότερο με πλύστρες και γαζώτριες έμοιαζαν παρά με Χορό αρχαίας τραγωδίας, όταν δεν ήταν κρεμασμένες από τσιγκέλια κρεάτων μόνο με τα εσώρουχά τους, περιφέρονταν στη σκηνή με σκισμένες ποδιές, ημιδιαφανή φορεματάκια και ρόμπες παρδαλές, μπικουτί και κοτσιδάκια στο κεφάλι, τσόκαρα και τρίπατα λουστρινένια αθλητικά παπούτσια. «Να, μαμά, τέτοια παπούτσια θέλω να αγοράσω»… Ηταν το μόνο πράγμα που έκανε σε ολόκληρη την παράσταση εντύπωση σε μια μικρή θεατή…
Την εικόνα συμπλήρωνε η παρουσία ενός αλόγου, που πεινασμένο άρχισε να μασουλάει ένα μάτσο κλαδιών ελιάς που χρησίμευε ως τότε για ντεκόρ και η ύπαρξη ενός αρνιού που εκτός του ότι ήταν ζωηρό και δεν καθόταν πρόθυμα στην αγκαλιά του Αγγέλου έκανε… «την ανάγκη του» μπροστά στα έκπληκτα μάτια του κοινού. «Πέρασαν πέντε λεπτά και δεν λέει να τελειώσει» αναφώνησε εκνευρισμένη η κυρία δίπλα μου. «Μα καλά, τώρα βρήκε να “τα κάνει;”».
Το κοινό, καλοπροαίρετο πάντως, έκανε φιλότιμες προσπάθειες να παρακολουθήσει όσο πιο σοβαρά γινόταν την άποψη του Λάνγκχοφ. Το 90ό όμως λεπτό του έργου αποδείχτηκε καθοριστικό για την «τύχη» της παράστασης στην Επίδαυρο, αφού όλοι ξέσπασαν σε χάχανα με την παρουσία της Αγαύης (Εβελίν Ντιντί), που περιφερόταν επί σκηνής με στρετς κόκκινο μίνι και κόκκινα ασορτί γοβάκια. «Ατό το κεφάλι του λιονταριού πού το βγήκαν»;!!! αναρωτήθηκε η Αγαύη. «Εσένα θα μας πεις πού σε βρήκαν, ρε»; της απάντησε κραυγάζοντας ένας θεατής. «Εξορίζομαι από τον ίδιο μου τον σπίτο» (!!!), συνέχισε η Αγαύη. «Να βγει η Παξινού, χαθήκατε» ξέσπασε ο Γιώργος Μεσσάλας. «Μαθήματα ορθοφωνίας δεν της κάνατε πριν την πετάξετε στη σκηνή»; συνέχισε κάποιος άλλος από τους παρευρισκομένους. «Οδύρομαι για σένα» κατέληξε η Αγαύη. «Είτε οδύρεται αυτή είτε πίνει καφέ, το ίδιο της κάνει» σχολίασε ο ενοχλημένος θεατής.
Ε, από τότε ως το τέλος του έργου επικράτησε πανικός. Φιλονικίες μεταξύ των θεατών, που λίγο έλειψε να «έρθουν στα χέρια» για την παράσταση. Το έντονο χειροκρότημα του κοινού το εισέπραξε ο Moustafa Cisse και το συγκρότημά του που, με ρυθμούς σάμπας, επένδυσε μουσικά την… «τραγωδία». Χλιαρό το χειροκρότημα για τον Χατζησάββα, πιο έντονο για τους υπόλοιπους ηθοποιούς. Η εμφάνιση του Λάνγκχοφ ξεχείλισε το ποτήρι και όρθιοι οι θεατές αποδοκίμασαν τον γερμανό σκηνοθέτη. «Αίσχος» κραύγασε ο Γιάννης Δαλιανίδης, δείχνοντας τη δυσαρέσκειά του. Αλλοι πάλι, όπως ο Ανδρέας Βουτσινάς, προτίμησαν να μην πάρουν θέση υπέρ ή κατά, με χειροκρότημα ή σιωπή.
