Σε προηγούμενο άρθρο στο «Βήμα» (3.10.1999) έγινε προσπάθεια να διασαφηνιστεί ο όρος αξία σκοπιμότητας όπως την εισάγει ο Alois Riegl στο δοκίμιο «Η μοντέρνα λατρεία των μνημείων». Πρόκειται, θα λέγαμε, για την ανάγκη επικαιροποίησης της παρουσίας τους, κάνοντας χρήση ενός τεχνικού όρου, που επιζητούν τα περισσότερα μνημεία, είτε λόγω της υλικής φθοράς είτε λόγω της νέας χρήσης, αλλά και λόγω μιας εσωτερικής, θα λέγαμε, για τα περισσότερα, τάσης τους να υπάρχουν και να είναι σε θέση να επικοινωνούν με κάθε νέα κατάσταση πραγμάτων και ιδεών.
Από τη στιγμή που ένα μνημείο ενδείκνυται για ολοκληρωμένη επέμβαση, η αποκατάστασή του θα πρέπει να εμπεριέχει την επικαιροποίησή του, να του αποδίδονται δηλαδή εκείνα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά που του δίνουν την ευκαιρία να μεταδίδει τις αξίες του στο άμεσο περιβάλλον του και στην εκάστοτε κοινωνία με απλά λόγια, να είναι σε θέση να επικοινωνεί.
Μεγάλη ωστόσο μερίδα των εμπλεκομένων στη διαδικασία διάσωσης αυτής της κληρονομιάς πιστεύει ότι «η αξίωση για ανασυγκρότηση των διαλυμένων μελών ενός συνόλου, για συμπλήρωση των κενών, για σύνθεση μιας εν δυνάμει μορφολογικής ολοκλήρωσης αποτελεί έκφραση μιας ανατρεπτικής θεώρησης της προστασίας του μνημειακού πλούτου» (Μ. Dezzi Bardeschi: Anastilosi, abusi e pretesti, in ΑΝΑΓΚΗ, Giugno, 1994, σ. 2). Αυτό είναι το πιστεύω των τελευταίων χομεϊνικών της συντήρησης. Συντηρητικοί αρχαιολόγοι – συντηρητές, ιστορικοί – συντηρητές και αρχιτέκτονες – συντηρητές οι οποίοι εμμένουν σε φιλολογίζουσες θέσεις δικαιολογώντας την αδυναμία τους να αποδώσουν τις γενικά αποδεκτές αρχές επέμβασης επί της υλικής υπόστασης των μνημείων. Αναμένουν λοιπόν τον μεγάλο αυτό άρρωστο να πέσει νεκρός για να σκεφθούν τότε μόνο την ολοκληρωμένη επέμβαση που θα είναι πια μόνο αναστηλωτική και στο αποτέλεσμα θα μοιάζει με αντίγραφο του προηγούμενου εαυτού του. Αν αυτό συνέβαινε με τους αναστηλωτές παρελθόντων χρόνων, δεν θα είχε μείνει όρθιος κανένας σχεδόν γοτθικός ναός στην Ευρώπη, δεν θα είχαμε την πιο παλιά πόλη της Ρόδου, θα υποπτευόμασταν πολύ λιγότερα για τη ζωή σε ένα μινωικό ανάκτορο χωρίς τις επεμβάσεις του Εβανς στην Κνωσό και τόσα άλλα. Μπορεί από τέτοιες ενέργειες στο τέλος να μη διασώζονται πάντα τα αυθεντικά υλικά, πολύ προτιμότερο όμως είναι να διασώζονται η έκφραση και η σημασία των μνημείων.
Η φετιχιστική συντήρηση
Αυτού του είδους ο συντηρητισμός στην τελευταία έκφρασή του έχει και έναν μεγάλο σύμμαχο. Τα εξεζητημένα υλικά που συνήθως προέρχονται ως εφαρμογές από την έρευνα της αεροναυπηγικής αποτελούν τον νέο φετιχισμό των συντηρητών, παράλληλα με τα ποικίλα αρμολογήματα λογιών λογιών κουρασάνι με πρόσμεικτα. Την εφαρμογή αυτών των ειδικών υλικών συντηρητές – αρχαιολόγοι και συντηρητές – γραφειοκράτες προτιμούν να την υλοποιούν με τη συνεργασία πολιτικών ή χημικών μηχανικών ή, ακόμη καλύτερα, με τους ίδιους τους τεχνίτες, όταν είναι δυνατόν να μη χρειάζεται ούτε η υποτυπώδης μελέτη – δικαιολογητικό προς έγκριση των έργων. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι ο εξοστρακισμός του αρχιτέκτονα από τη διαδικασία προστασίας και ένταξης των μνημείων στα σύγχρονα τεκταινόμενα της αρχιτεκτονικής και της κοινωνίας μας. Αποφεύγεται συστηματικά η ολοκληρωμένη επέμβαση που όχι μόνο στρέφεται προς την εξασφάλιση της υλικής υπόστασης αλλά διέπει και τη μορφολογική επικαιροποίηση μνημείων και χώρων. Τέλος, είναι σπάνιες οι περιπτώσεις, ανύπαρκτες στη χώρα μας, όπου οι επεμβάσεις στα μνημεία και οι νέες χρήσεις δεν πετυχαίνουν μόνο την ανάδειξη του παλιού αλλά τη συνδυάζουν μαζί με μια ισόρροπη και ομότιμη παρουσία των σύγχρονων αντιλήψεων για την αρχιτεκτονική.
Η φιλολογική, από την άλλη πλευρά, αποκατάσταση ή ανακατασκευή είναι ένα είδος ιστορικής παράφρασης, γιατί δεν είμαστε ποτέ σε θέση να υλοποιήσουμε την ολοκληρωμένη κατά τη γνώμη κάποιων μορφή μιας δεδομένης ιστορικής στιγμής. Διότι πρόκειται για τη δημιουργία ενός είδους μούμιας του ίδιου μνημείου όπου το μήνυμα είναι μέσα κρυμμένο ενώ σε εμάς επαρκούν η κάλυψη και η ψευδαίσθηση του ολοκληρωμένου και αψεγάδιαστου. Οπως όμως ισχυρίζεται ο φιλόσοφος δήμαρχος της Βενετίας Massimo Cacciari, «είναι η μνήμη μας αυτή που αναπαράγει και η αναπαράσταση αυτή δεν αποτελεί ποτέ στατική μίμηση, είναι μια αναπαράσταση φανταστική που είναι σε θέση να διαφοροποιεί. Δεν μπορούμε να πούμε τίποτε χωρίς να μεταβάλουμε την τεχνοτροπία που κληρονομήσαμε· προτού φθάσουμε στο σημείο να πέσουμε σε οποιαδήποτε μορφή φετιχισμού για το έργο. Τίποτε δεν λέγεται χωρίς μεταβολή του λεγομένου, τίποτε δεν λέγεται χωρίς μεταγραφή του κειμένου»1.
Ισότιμη παρουσία του νέου με το παλαιό
Για να μπορέσει το ερείπιο να αρχίσει πάλι να επικοινωνεί οι σύγχρονοι θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι και να έχουν το θάρρος να αποδώσουν ξανά το μήνυμα του κειμένου, να επανεξετάσουν τα δηλούμενα της μνήμης. Μπορεί να αποδίδεται τελικά προς χρήση ή και μόνο προς θέαση ένα άλλο έργο, έτσι όμως είναι το παιχνίδι της ζωής. Αντί να μένουμε μόνο με την προσωπική μας γνώμη επί της φύσεως του ερειπίου, βοηθώντας στην καταστροφή του, είναι προτιμότερο να αποφασίζουμε τι μπορούμε να πούμε και εμείς ως σύγχρονοι μαζί με αυτό. Επειδή τα κτίρια και οι χώροι που εκλαμβάνονται ως μνημεία εμπεριέχουν ένα είδος γενναιοδωρίας αρκετό για πολλές γενιές πέρα από εκείνη που τα δημιούργησε. Η έρευνα επί αυτών των φορέων μνήμης, πολύ περισσότερο η οποιαδήποτε επέμβαση, πρέπει να διέπεται από την ίδια γενναιόδωρη διάθεση, για να διευρύνονται κάθε φορά, από γενιά σε γενιά, το μήνυμα και η εκφραστικότητά τους.
Χρειάζεται η ανάληψη μεγάλης πρωτοβουλίας και η ευθύνη είναι βεβαίως υψηλότερη για να προωθηθεί η μεταμόρφωση του ερειπίου. Είναι όμως ο μοναδικός τρόπος για να αυξηθεί η αξία του ως μνημείου και να αποδειχθεί η διαχρονικότητα των μηνυμάτων του. Μέσα από δεδομένες ενέργειες και επεμβάσεις, χωρίς να παραμένουμε στο γνωστό ευχολόγιο, μπορεί να επιτυγχάνονται η επανασύνδεση και το άνοιγμα του διαλόγου μεταξύ μνημείου και πόλης, μεταξύ αρχαιολογικού χώρου και τοπίου και μεταξύ ιστορικού πολεοδομικού ιστού και δεδομένων της κοινωνίας και της αγοράς. Για να εμπλουτίσουμε την ύπαρξη και το περιβάλλον μας με έργα ζωντανά και να μη μας «απομένει παρά μόνο το βάρος ή η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής (…), εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής»2.
Μοναδικό και θαρραλέο παράδειγμα την τελευταία δεκαετία αποτελεί η κατασκευή του αρχαίου ρωμαϊκού θεάτρου στο Sagunto της Ισπανίας, 1987 – 1990, όπου στη θέση τού υπό πλήρη ερείπωση θεάτρου, με τα υπολείμματα του αρχαιότερου ελληνικού και τις μεσαιωνικές προσθήκες, αποφασίστηκε η ανακατασκευή με νέα υλικά, χωρίς μιμήσεις, όχι του συγκεκριμένου κτιρίου αλλά της ιδέας περί της αρχιτεκτονικής ενός ρωμαϊκού θεάτρου. Πρωταγωνιστής στην προσπάθεια βρέθηκε ο ιταλός αρχιτέκτονας Giorgio Grassi, που κατάφερε με μέσα λακωνικά να αποδώσει ξανά στην πόλη του Sagunto τον συνδετικό κρίκο ένωσής της με το κάστρο και να αναστήσει τη λειτουργία και τον ρόλο του θεάτρου. Διαφορετικά το ερείπιο θα γινόταν όλο και περισσότερο ερείπιο, όλο και λιγότερο αρχιτεκτονική. Εγινε πραγματικότητα η θέση του Cesare Brandi, ενός από τους σύγχρονους πατέρες της αποκατάστασης, ότι «όταν τα απολεσθέντα μέλη υπήρξαν μνημεία, το περιβάλλον πρέπει να επανακατασκευάζεται με δεδομένα του χώρου του, όχι όμως ως προς τη μορφολογία του χαμένου μνημείου». Ως χρήστες αυτών των χώρων πρέπει να διερευνούμε την επάρκεια των σύγχρονων εκφραστικών μέσων και, αποδίδοντας τις αληθινές συνθήκες της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, χωρίς πουριτανισμούς, να προχωρούμε στην επίκληση του μηνύματος από το παρελθόν.
Πάθος για τα ερείπια
Στην Ελλάδα η απόλαυση της παντοτινής πίκρας για τους ντόπιους μέσα από τη συντήρηση ερειπίων βρίσκει ανταπόκριση στο πάθος των τουριστών μας, οι οποίοι, ζώντας σε πόλεις όπου τα μνημεία εντάσσονται στον χώρο και στη ζωή, εδώ ενδιαφέρονται να μετρηθούν με έναν χρόνο ακίνητο, όπως μέσα από τους πίνακες ενός Poussin, περιδιαβάζοντας μια μακρινή Αρκαδία.
Αφήνονται λοιπόν πολλά μνημεία στη μοίρα τους ή απλώς οι τοίχοι τους αρμολογούνται και, με σύμμαχο τη δική μας άρνηση για το νέο, επιταχύνεται ο αφανισμός τους. Ας επικεντρωθούν λοιπόν οι ενέργειές μας, αν όχι στην ανατροπή, τουλάχιστον στην αναστολή αυτών των θανάτων. Επειδή η θέση της μη ουσιαστικής επέμβασης υποβαθμίζει την αξία των μνημείων εθίζοντας την κοινωνία σε ένα είδος πένθιμης λατρείας του παρελθόντος και καθιστά τα μνημεία «φίλους που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν». Ειδικά στη χώρα μας, όπου η ίδια η ιδεολογία της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής δεν σταμάτησε ποτέ τα ρομαντικά πισωγυρίσματα και την αναβίωση των εγχώριων –ισμών, την προστασία των μνημείων την έχει αναλάβει εκείνη η μερίδα των τεχνικών που μέσω των μνημείων μας θέλουν να παραπέμπουν την κοινωνία σε στιγμές παρελθόντος χρόνου για να τις προτείνουν ως στιγμές ακμής των τεχνών, εναλλακτικές και προτιμητέες της σημερινής κατάστασης πραγμάτων. Μέσα από αυτή τη θέση τα μνημεία για εκείνη τη μερίδα της διανόησης πρέπει να συνεχίσουν να υφίστανται ως ένα είδος κατάψυξης ώστε να είναι σε θέση να μεταδώσουν στο μέλλον εκείνο το στοιχείο της ελληνικότητας που μπορεί ως τώρα να μας έχει διαφύγει, μήπως και κάποιοι άλλοι βρεθούν μελλοντικά σε θέση να το μεταπλάσουν και να δημιουργήσουν νέους –ισμούς, ως συνέχεια της έρευνας για ντόπια ιδεολογία, μια απροσδιόριστη ως σήμερα πολιτιστική πρακτική.
Εφόσον λοιπόν μέσα από τις ανασκαφές και τις οποιεσδήποτε αναδείξεις έχει αποδειχθεί πόσο ελληνική είναι η Μακεδονία, πόσο βυζαντινή είναι η Ρόδος και πόσο βενετσιάνικη είναι η Κρήτη, καλά θα κάναμε στην αρχή της νέας χιλιετίας να εργαστούμε για να αποδείξουμε σε ποιον βαθμό εμείς οι ίδιοι είμαστε πολίτες του κόσμου, για να μη μείνουν μάρτυρες περασμένων μεγαλείων μόνο τα ερείπια.
1. Μ. Cacciari, Le metamorfosi dell’ autenticita, in ΑΝΑΓΚΗ, no. 2, 1993.
2. Γ. Σεφέρης, Ο βασιλιάς της Ασίνης, 1938-1940.
Ο κ. Νίκος Σκουτέλης είναι αρχιτέκτων μηχανικός.
