Η αλληγορία ενός πένθους

Η αλληγορία ενός πένθους Ο αρχαιολογικός χώρος του Ραμνούντα στάθηκε πηγή έμπνευσης για τον Γιώργο Βέλτσο. Πριν από τέσσερα χρόνια έγραψε «Τα χώματα», ένα έργο για τον σύγχρονο Ελληνα και την αρχαιότητα, ένα έργο για τη ζωή και τον θάνατο, ένα έργο για το θέατρο και τη λειτουργία του. «Δεν συνέγραψα αυτό το έργο με τον καθηγητή Βέλτσο», λέει ο ίδιος, «αλλά με αυτόν τον

Η αλληγορία ενός πένθους


Ο αρχαιολογικός χώρος του Ραμνούντα στάθηκε πηγή έμπνευσης για τον Γιώργο Βέλτσο. Πριν από τέσσερα χρόνια έγραψε «Τα χώματα», ένα έργο για τον σύγχρονο Ελληνα και την αρχαιότητα, ένα έργο για τη ζωή και τον θάνατο, ένα έργο για το θέατρο και τη λειτουργία του.


«Δεν συνέγραψα αυτό το έργο με τον καθηγητή Βέλτσο», λέει ο ίδιος, «αλλά με αυτόν τον άλλον, τον άγνωστο, που που με επισκέπτεται κατά καιρούς· όχι όμως και πολύ συχνά». Και εντοπίζει δύο βασικές παραμέτρους στις προθέσεις του: «Κατ’ αρχήν έγραψα “Τα χώματα” για να θέσω ένα πρόβλημα, ένα ερώτημα της εποχής μας. “Τι είναι σήμερα θέατρο;”. Πώς μια κειμενική αλληγορία παράγει έργο. Και από εκεί να προτείνω ένα νέο είδος θεατρικού έργου. Από την άλλη με ενδιαφέρει να μιλήσω για τον τρόπο που σήμερα λειτουργούμε και σκεφτόμαστε την αλήθεια».


Η συνάντηση με τη Ρούλα Πατεράκη, που σκηνοθετεί την παράσταση, έγινε πριν από τρία χρόνια. «Ο λόγος του Γιώργου Βέλτσου είναι το στοιχείο που με τράβηξε στα “Χώματα”», λέει η σκηνοθέτις. «Ο λόγος είναι θεατρικός, παραστάσιμος. Γι’ αυτό και δεν σκέφθηκα καμία επέμβαση στο κείμενο. Αλλωστε πολλά φιλοσοφικά κείμενα διαθέτουν θεατρικά στοιχεία. Με τα λόγια οδηγό βρήκα τις σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπα, διέκρινα τις καταστάσεις που τα διέπουν, έστησα την παράσταση. Και πρέπει να πω ότι δεν δυσκολεύτηκα, γιατί ήταν και είναι κάτι που μου ταιριάζει», και τονίζει ότι η ίδια εντυπωσιάστηκε από τον τρόπο που αφομοίωσαν οι ηθοποιοί τον λόγο και έγιναν φορείς του.


Ο έλληνας αρχαιολόγος είναι ο κεντρικός ήρωας του έργου του Βέλτσου. Στο παρελθόν του υπάρχει ένας γάμος (με μια συνάδελφό του) και ένα παιδί, μια κόρη. Η κόρη όμως έχει αυτοκτονήσει, η σύζυγος έχει εγκαταλείψει την αρχαιολογία και έχει στραφεί σε δουλειά γραφείου, ενώ ο αρχαιολόγος έχει βυθιστεί στις ανασκαφές του και στο προσωπικό του πένθος. Οταν όμως η πολιτεία προσπαθεί να εκμεταλλευθεί την ανασκαφή για τουριστική αξιοποίηση με τη χορηγία ενός σύγχρονου μαικήνα, τότε συνειδητοποιεί την τραγική του σχέση με το σήμερα και το χθες. «Καθοριστικής σημασίας είναι η αρχική συζήτηση του αρχαιολόγου με τους συνεργάτες του, ενώ ακολουθούν τρεις διάλογοι: ο πρώτος είναι με την πρώην σύζυγό του· ο δεύτερος είναι ένας διάλογος με τη θεά Νέμεση, η οποία εμφανίζεται επί σκηνής και του ανατρέπει όλα τα δεδομένα καθώς του αποκαλύπτει ότι όλα όσα κάνει εκείνος δεν έχουν καμία σχέση με τους θεούς αλλά μόνο με τον εαυτό του», λέει ο συγγραφέας. Και ο τρίτος, καθοριστικός, είναι με μια νέα κοπέλα, την Αννα, η οποία ζει στο χωριό, δίπλα στις ανασκαφές, που, αν και του δίνει τη λύση στο πρόβλημά του, εκείνος αρνείται να τη δεχτεί και ακολουθεί τον δρόμο του. Σταματά τις ανασκαφές και κόβει το νήμα, μαζί με τον σπόνσορα, των έργων περί τουριστικής αξιοποίησης του αρχαιολογικού χώρου.


«Οι υπόλοιποι ήρωες δεν απέχουν πολύ από τον αρχαιολόγο», λέει η σκηνοθέτις αναφερόμενη στα πρόσωπα του έργου. «Ούτε στον τρόπο που μιλούν ούτε στον τρόπο που σκέφτονται. Μπορεί να είναι γυναίκες αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Αποτελούν τη θηλυκή πλευρά του αρχαιολόγου ή την ουδέτερή του. Είναι το θηλυκό που κρύβει μέσα του, όπως συμβαίνει με όλους μας». Κρίσιμη στιγμή για τον αρχαιολόγο εκείνη της υπογραφής – αποδοχής της νέας κατάστασης. «Τη στιγμή που υπογράφει είναι τόσο αφηρημένος που θα μπορούσε να μην υπογράφει ή να το έχει ήδη κάνει», λέει η σκηνοθέτις και ο συγγραφέας παρεμβαίνει λέγοντας ότι «ίσως τη στιγμή της υπογραφής έχει τη διαύγεια που προσφέρει η σοφία». Και οι δύο συμφωνούν ότι η έννοια του χρόνου δεν λειτουργεί πραγματικά. «Πρόκειται για μια γραμμή ανάπλασης ή εξέλιξης», λένε, ενώ η σκηνοθέτις υπογραμμίζει τη συμμετοχή των αντικειμένων στην έννοια του χρόνου.


«Η σχέση του λόγου με τα πρόσωπα και τα πράγματα είναι καθοριστική», λέει η Ρούλα Πατεράκη, που παραδέχεται ότι «διχάζομαι με τους ήρωές μου· τον αρχαιολόγο τον αγαπώ γιατί έχει πάθος με αυτό που κάνει· κάποιες άλλες στιγμές όμως μπορεί και να μην τον αγαπώ. Ετσι συμβαίνει πάντα. Εκείνος είναι ο πρωταγωνιστής, ένας πρωταγωνιστής δράματος. Τραυματίζεται, αντιδρά, θυμώνει, παρακαλεί». Οπως ο Γιώργος Βέλτσος σημειώνει, διαχωρίζοντας τον καλλιτέχνη από τον αρχαιολόγο, αναζητά «το πράγμα», και μαζί με τη Ρούλα Πατεράκη επικοινωνεί, ενώ αναμένει να δει το αποτέλεσμα αυτής της δουλειάς στο σανίδι. Και καταλήγει: «Εγραψα “Τα χώματα” για να καταλάβω αυτό και όχι να με καταβάλει. Αν υποτίτλισα το έργο μου “Μια αλληγορία πένθους” είναι διότι το “αληθινό” πένθος υπαγορεύει να αρνηθούμε την αλήθεια, να δεχθούμε το ακατανόητο, να του παραχωρήσουμε θέση και να απαριθμήσουμε ψυχρά, όπως ο ίδιος ο θάνατος, τους τρόπους εκείνους της γλώσσας που αρνούνται εν τω συνόλω τους τη ρητορικότητα της αλήθειας».


* Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ


«Τα χώματα» του Γιώργου Βέλτσου, από το Δραματικό Θέατρο της Ρούλας Πατεράκη. Σκηνοθεσία Ρούλα Πατεράκη, σκηνογραφία Μάνθος Σαντοριναίος, κοστούμια Τζίνα Μπόνια, φωτισμοί Ηλίας Κωνσταντακόπουλος, μουσική επιμέλεια Φλώρος Φλωρίδης. Παίζουν: Σωτήρης Χατζάκης, Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου, Βαγγέλης Λιοδάκης, Κώστας Σερίφης, Εύα Χατζή. Πρεμιέρα την Κυριακή 2 Νοεμβρίου στη Θεσσαλονίκη, στο Γενί Τζαμί. Παραστάσεις ως τις 12/11. Από τις 15 Νοεμβρίου θα δοθεί στην Αθήνα περιορισμένος αριθμός παραστάσεων στην αίθουσα «Μαρία Κάλλας» του Athenaeum (Αμερικής 8).

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version