Φαίνεται ότι το ζήτημα… τιμής που έθιξε προ καιρού η στήλη και αφορούσε τη δυσανάλογα υψηλή «χρέωση» των οίνων στα εστιατόρια, εν σχέσει πάντα προς τις προσφερόμενες συναφείς υπηρεσίες, έχει γενικότερο ενδιαφέρον. Ετσι, μετά τις απόψεις του εστιάτορα κ. Γιώργου Χατζηγιαννάκη που φιλοξενήσαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας, σήμερα με πολλή χαρά δημοσιεύουμε την επιστολή του οινοπαραγωγού κ. Γιάννη Μπουτάρη. Εν είδει επιστολής παρουσιάζεται και το σχόλιο της στήλης.
«Αγαπητέ κύριε Διονυσίου,
Παρακολουθώ με ιδιαίτερη ευχαρίστηση και θα ‘λεγα ανελλιπώς τα σημειώματά σας περί οίνου. Πολλές φορές έχω τη διάθεση να σχολιάσω τις απόψεις σας, προσπαθώντας έτσι να αναπτύξω συζήτηση με έναν συνομιλητή επιπέδου. Το ‘χω κάνει παλαιότερα, χωρίς όμως απάντηση, αλλά φυσικά αυτό δεν με αποθαρρύνει.
Οφείλω να σας συγχαρώ για το θέμα που θίγετε στο φύλλο τής 19.1.1997 σχετικά με τις προσφερόμενες υπηρεσίες συνολικά, τις τιμές και την εντέλει αλαζονεία της ημιμάθειας των εστιατόρων και της απάθειας των παραγωγών κρασιού εν γένει.
Μετά από τόσα χρόνια στο επάγγελμα, δεν τολμώ να προτείνω λύση παρά μόνο την επιβολή από το υπουργείο Εμπορίου (!) ανωτάτου ορίου χρέωσης πάνω στην τιμή κτήσης όποιου κρασιού εμφανίζεται στους τιμοκαταλόγους με τη δικαιολογία του υπερβολικού κέρδους. Δυστυχώς μόνο αυτό μπορώ να προτείνω προκειμένου να τεθεί κάποιος φραγμός στην ασυδοσία των τιμών.
Το θέμα είναι πολύ μεγαλύτερου ενδιαφέροντος από μια απλή συζήτηση μεταξύ μας και νομίζω ότι ο Σύνδεσμος Ελληνικού Οίνου αλλά και η ΚΕΟΣΟΕ, ως οι κλαδικοί φορείς των παραγωγών (!), πέρα από τα διαβήματα για διάφορα θέματα που κάνουν στα υπουργεία (Γεωργίας, Οικονομικών, Εμπορίου), οφείλουν να βάλουν σε πρώτη προτεραιότητα πια το θέμα της τιμής του κρασιού στους χώρους της εστίασης, μια και οι υψηλές τιμές είναι ανασταλτικές της κατανάλωσης.
Κοινοποιώ τα συγχαρητήριά μου στους δύο φορείς, προσπαθώντας να ερεθίσω κάποια αντίδρασή τους και τονίζοντας τη πολύ μεγάλη σημασία που έχουν για τον κλάδο στήλες που ασχολούνται με ουσιαστικά θέματα του κλάδου και όχι μόνο ποιοτικά ή περιγραφικά.
Και πάλι συγχαρητήρια».
Αγαπητέ κύριε Μπουτάρη,
Λυπάμαι ειλικρινά διότι η αναφερόμενη παλαιότερη επιστολή σας δεν περιήλθε ποτέ σε γνώση μας και χάθηκε έτσι μια ευκαιρία διαλόγου.
Ποτέ όμως δεν είναι αργά.
Πιστεύουμε ότι η όντως «δραματική» πρότασή σας για παρέμβαση του υπουργείου Εμπορίου καταδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος, δεδομένου ότι μια τέτοια παρέμβαση θα ήταν ίσως το τελευταίο το οποίο πράγματι θα επεδίωκαν επιχειρηματίες, όπως εσείς, οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε καθεστώς ελεύθερου ανταγωνισμού.
Αλλωστε, είναι, κατά τη γνώμη μου, νωπές ακόμη οι μνήμες από την αρνητική ή ανασταλτική επίδραση των κάθε είδους κρατικών παρεμβάσεων και ασφυκτικών νομοθετικών ρυθμίσεων στον χώρο του ελληνικού οίνου ώστε θα ήταν παρακινδυνευμένο, ενδεχομένως και για τα τρία εμπλεκόμενα μέρη τους παραγωγούς, τους εστιάτορες, αλλά και τους καταναλωτές , να αναζητούν λύσεις στους κατασταλτικούς μηχανισμούς της όποιας δημόσιας υπηρεσίας, της οποίας συνήθως το κύριο χαρακτηριστικό είναι η αγκυλωτική τυπολατρία.
Συμφωνούμε ότι το θέμα είναι πρώτης προτεραιότητας όχι μόνο για τους οινοπαραγωγούς και τους κλαδικούς φορείς τους, αλλά και για τους εστιάτορες, γιατί η ορθά επισημαινόμενη εκ μέρους σας ανασταλτική επίδραση της ακολουθούμενης πολιτικής στην κατανάλωση βλάπτει και τα δικά τους συμφέροντα. Κανείς μας φαντάζομαι δεν αγνοεί ότι το κρασί είναι απόλυτα συνδεδεμένο με την παραδοσιακή εστίαση, με την τέχνη της γαστρονομίας, με την απόλαυση που εξασφαλίζεται χάρη στον αρμονικό συνδυασμό και στη συνύπαρξη οίνων και εδεσμάτων. Κάθε λοιπόν προσβολή ή ανατροπή της παραπάνω σχέσης δεν αυξάνει μόνο την κατανάλωση των αλκοολούχων ή μη αναψυκτικών, αλλά οδηγεί τους καταναλωτές κατευθείαν στα «ταχυφαγεία», με την «κουλτούρα» των οποίων είναι, είτε μας αρέσει είτε όχι, αυτή η κατανάλωση συνυφασμένη. Είναι γνωστή η αντιμετώπιση του ιδίου φαινομένου προ ετών στη Γαλλία, όπου με πρωτοβουλία των οινοπαραγωγών ιδιαίτερα της σαμπάνιας, η οποία λόγω υψηλής αρχικής τιμής εθίγετο περισσότερο και με την υποστήριξη του συνόλου σχεδόν του ειδικού Τύπου και των οινογράφων, αλλά και αρκετών «φωτισμένων» εστιατόρων, άρχισε μια αληθινή σταυροφορία ενημέρωσης, που τελικώς οδήγησε στη μείωση των τιμών, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις ήταν εντυπωσιακή.
Ισως τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή προ του «κοινού κινδύνου» να αρχίσει ένας ουσιαστικός διάλογος με στόχο όχι μόνο την εκλογίκευση των τιμών αλλά τη γενικότερη αναβάθμιση των «οινικών» υπηρεσιών στους χώρους εστίασης. Γιατί βέβαια κανείς δεν επιθυμεί ένα φθηνό αλλά άσχημα συντηρημένο ή παρουσιασμένο κρασί.
Επ’ αυτού πιστεύω ότι η πρωτοβουλία ανήκει, δικαιωματικά σχεδόν, στον Σύνδεσμο Ελληνικού Οίνου, ο οποίος ασφαλώς θα βρει πρόθυμους συνομιλητές τόσο μεταξύ των ελλήνων δημοσιογράφων οίνου όσο και μεταξύ των διορατικών εστιατόρων.
