Γουίλιαμ Μπάροουζ

Γουίλιαμ Μπάροουζ Το τελευταίο γεύμα Πλήρης ημερών άφησε την τελευταία του πνοή το περασμένο Σάββατο στο Κάνσας ο εκπρόσωπος της γενιάς των μπίτνικ Μια βιβλιοθήκη γεμάτη ιατρικά συγγράμματα, βιβλία του Γκράχαμ Γκριν και του Τζόζεφ Κόνραντ, περιοδικά, φθηνά μυθιστορήματα και επιστημονικά άρθρα, ένα λεξικό των γάτων και μια ιστορία του διαβόλου· αρκετές γάτες να περιφέρονται

Το τελευταίο γεύμα


Πλήρης ημερών άφησε την τελευταία του πνοή το περασμένο Σάββατο στο Κάνσας ο εκπρόσωπος της γενιάς των μπίτνικ



Μια βιβλιοθήκη γεμάτη ιατρικά συγγράμματα, βιβλία του Γκράχαμ Γκριν και του Τζόζεφ Κόνραντ, περιοδικά, φθηνά μυθιστορήματα και επιστημονικά άρθρα, ένα λεξικό των γάτων και μια ιστορία του διαβόλου· αρκετές γάτες να περιφέρονται στο γραφείο και στο σαλόνι· και εκείνο το ασίγαστο πάθος για τα όπλα, κλειδωμένο σε ερμάρια γεμάτα καραμπίνες, κυνηγετικά και πιστόλια, ήταν το τελευταίο σκηνικό της ζωής του Γουίλιαμ Μπάροουζ.


Από τη δεκαετία του ’80 η φιγούρα του διάσημου αμερικανού συγγραφέα περιφερόταν ανάμεσα στους τοίχους ενός μικροαστικού σπιτιού στο Λόρενς του Κάνσας, σε μικρή απόσταση από τον μεγάλο κεντρικό δρόμο της πόλης. Απολάμβανε τους αργούς ρυθμούς της ζωής στην εξοχή, έπινε τον πρωινό καφέ του στην μπροστινή βεράντα του κοιτάζοντας με αποστροφή το μικρό άγαλμα βουβαλιού, «δώρο της Εντι Κέρουακ», κοιμόταν νωρίς τα βράδια και γέμιζε τις ώρες του με σκοποβολή στο υπόγειο σκοπευτήριο του σπιτιού του ή στα περισσότερο ευρύχωρα σκοπευτήρια της περιοχής. Η κοψιά του θύμιζε συχνά αυτήν του επαρχιώτη ψαρά με τα χακί πουκάμισα και τις μπότες μέσα από τα παντελόνια ­ ο ίδιος εξάλλου δεν έκρυβε την αγάπη του για το ψάρεμα ­, τα μάτια του, όμως, διαπεραστικά και αεικίνητα, πρόδιδαν πάντα τη ζωή του· μια ζωή βιωμένη στο έπακρο, που δεν έμεινε ποτέ στο περιθώριο, ακόμη και όταν η ανάλαφρη φιγούρα έγινε σκυφτή από το βάρος των χρόνων που πέρασαν.


Τριάντα οκτώ χρόνια πριν ο Γουίλιαμ Μπάροουζ, η προσωποποίηση της γενιάς του μπιτ, κλόνιζε τα θεμέλια του αμερικανικού ονείρου γράφοντας το «Γυμνό γεύμα», το βιβλίο – σκάνδαλο που έμελλε να αποτελέσει, μαζί με το «Ουρλιαχτό» του Αλεν Γκίνσμπεργκ και το «Στον δρόμο» του Τζακ Κέρουακ, το σύμβολο της παγκόσμιας επανάστασης της αντικουλτούρας στα τέλη της δεκαετίας του ’60· μιας επανάστασης που γρήγορα έκανε τον γύρο του κόσμου γοητεύοντας με το μαύρο χιούμορ της, τις φουτουριστικές προφητείες της και την αναρχική στάση της ενάντια στο κατεστημένο αναγνώστες απλούς αλλά και νέους συγγραφείς μαζί με παρέες new wave μουσικών.


Εγγονός και συνονόματος του εφευρέτη της αριθμομηχανής, ο Γουίλιαμ Μπάροουζ γεννήθηκε το 1914 στο Σεν Λούις του Μισούρι από οικογένεια μεγαλοαστική που του έδωσε τη δυνατότητα να σπουδάσει λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Το «λαμπρό μέλλον» του το εγκατέλειψε λίγο αργότερα για να ξεκινήσει την αυτοκαταστροφική του πορεία στον κόσμο των ναρκωτικών, του αλκοόλ και των καταχρήσεων. Δεδηλωμένος ομοφυλόφιλος, έζησε μια μποέμικη ζωή ταξιδεύοντας σε κέντρα αστικά, όπως το Παρίσι, η Ταγγέρη, το Λονδίνο, το Τέξας, η Νέα Ορλεάνη. Οι περιπλανήσεις του σημαδεύθηκαν από δύο τραγικά γεγονότα: την κατά λάθος δολοφονία της γυναίκας του Τζόαν Βόλμερ το 1951 σε μια ατυχή αναπαράσταση των… κατορθωμάτων του Γουλιέλμου Τέλλου και τον θάνατο του μοναδικού γιου του το 1981, μετά από εγχείρηση μεταμόσχευσης ήπατος.


Τον νομαδικό βίο εγκατέλειψε το 1974 μετά από παρότρυνση των ποιητών Αλεν Γκίνσμπεργκ και Τζον Τζιόρνο. Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη ανακάλυψε ότι υπήρχε ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για την πρόσφατη συγγραφική του δουλειά. Η εγκατάστασή του στην Αμερική συνοδεύτηκε από την κυκλοφορία αρκετών ηχογραφήσεων με αναγνώσεις του, συλλογών από τα πρώτα γραπτά του, εκδόσεων νέων μυθιστορημάτων και σεναρίων, αλλά και έναν τίτλο αντίθετο προς αυτόν του γνήσιου επαναστάτη που κουβαλούσε σε όλη του τη ζωή: εξελέγη μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας και του Ινστιτούτου Τεχνών και Γραμμάτων.


Στις 2 Αυγούστου η καρδιά του τελευταίου επιζώντος της γενιάς των μπίτνικ, που γνωρίσαμε στην Ελλάδα μέσα από τα βιβλία του αλλά και την κινηματογραφική μεταφορά του «Γυμνού γεύματος» από τον Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, σταμάτησε να χτυπά. «Το Βήμα» σήμερα δημοσιεύει αποσπάσματα από τη συνέντευξη που ο αμερικανός συγγραφέας έδωσε πριν από 12 χρόνια στον δημοσιογράφο Τζον Χάουελ, στο σπίτι του, στο Κάνσας. «Στη διάρκεια της συζήτησής μας ο Μπάροουζ κάπνιζε ασταμάτητα το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, ρουφούσε σιγά σιγά βότκα και κοκαΐνη (μια κι έξω) και άναβε πότε πότε και κάποιο γεμιστό. Δεδομένου ότι είναι 71 χρόνων, υπήρχαν φορές που έδειχνε έλλειψη υπομονής όταν έπρεπε να απαντήσει πολλές ερωτήσεις· οι απαντήσεις του όμως ήταν ακριβέστατες και όταν τον ενδιέφερε κάτι επεκτεινόταν, έφθανε στο σημείο να γίνει αποκαλυπτικός. Σε ολόκληρη την κουβέντα μας ο Μπάροουζ μιλούσε με τη χαρακτηριστική τραχιά, ξερή, ανέκφραστη φωνή του με την επαρχιώτικη προφορά του, που γινόταν ακόμη πιο χτυπητή καθώς ακουγόταν στο Λόρενς του Κάνσας».


­ Εχετε αναφέρει και έχετε γράψει πολλά για τα όνειρα και τις ονειρικές καταστάσεις. Αναρωτιέμαι πώς φθάνετε σε αυτές τις πτυχές της ψυχής ώστε να τις χρησιμοποιήσετε στο γράψιμο;


«Αρκετό από το υλικό μου προέρχεται από τα όνειρα. Ενα μεγάλο μέρος του υλικού μου είναι απευθείας μετεγγραφή ονείρων, με κάποια διόγκωση βέβαια. Μετά ακολουθεί μια ανατροφοδότηση ονείρων – υλικού καθώς ονειρεύεσαι αυτά που γράφεις, οπότε σε εκείνο το σημείο έρχεται και η πρώτη ανατροφοδότηση».


­ Κάνετε ποτέ αλλαγές ή προσθήκες στα ονειρικά γραπτά;


«Ω, ναι, μοιάζει με οτιδήποτε ισχύει με κάθε υλικό, με κάθε είσοδο δεδομένων για επεξεργασία. Πρέπει να τα χρησιμοποιήσεις όπως θέλεις. Το ίδιο συμβαίνει και με τα cut-up: έχεις πλήρη ελευθερία να τα αλλάξεις ή να τους κάνεις προσθήκες».


­ Υπάρχουν διαδικασίες ή τεχνικές με τις οποίες μπορείτε να ενθαρρύνετε ή να εκπαιδεύσετε τον εαυτό σας να ονειρευτεί ή να βγάλει υλικό από πηγές πέρα από τις συνειδητές;


«Υπάρχουν, δεν ξέρω όμως πόσο αποτελεσματικές είναι. Ο Χένρι Μίλερ λέει: «Ποιος γράφει τα αριστουργήματα; Οχι όσοι έχουν το όνομά τους γραμμένο επάνω, γιατί οι ίδιοι δεν είναι παρά δέκτες. Απλώς συντονίζονται με κάτι». Δεν πρόκειται για θέμα προσωπικής πρωτοτυπίας, πρόκειται για θέμα συντονισμού, γιατί τα πάντα υπάρχουν ήδη. Τώρα μήπως υπάρχουν και τεχνικές γι’ αυτόν τον συντονισμό; Ναι. (…) Οπως το να δίνεις προσοχή στα όνειρά σου. Πολλοί τα ξεχνάνε αν δεν τα ‘χουν γραμμένα. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις επιλογές του εγκεφάλου, στις επιλογές της μνήμης σε κατάσταση εγρήγορσης και της εμπειρίας του ονείρου, που είναι πολύ πιο εφήμερη. Μετά υπάρχουν και τα cut-up, όταν θέλεις να εισαγάγεις την τυχαιότητα, ένα αναπόσπαστο μέρος της εμπειρίας. Μπορούν να εφαρμοσθούν πολλές βουδιστικές ασκήσεις, αυτές της μη κατευθυνόμενης σκέψης. Αντί να προσπαθείς να λύσεις το πρόβλημα, κάθησε και κοίταξέ το χωρίς να προσπαθήσεις να δώσεις λύση. Και η λύση βρίσκεται εκεί, θα σου έρθει ή δεν θα σου έρθει, ανάλογα με την περίπτωση».


­ Στα γραπτά σας υπάρχουν διάφορα «αυτοί», «αυτές» ή «αυτά», που φαίνεται να λειτουργούν ανασταλτικά για την απόλυτη συνειδητοποίηση. Υπάρχουν φορές που τα ονομάζετε καπιταλισμό, άλλες πάλι χριστιανισμό και άλλοτε πρόκειται απλώς για το θηλυκό.


«Ή για οποιοδήποτε είδος κοινωνικής εξάρτησης. Για παράδειγμα, ο ισλαμισμός ή κάτι άλλο. Θεέ μου! Ο ισλαμισμός είναι σε όλα τα σημεία τόσο κακός όσο και ο χριστιανισμός, αν όχι χειρότερος, γιατί υπάρχουν περισσότεροι που πιστεύουν σε αυτόν».


­ Τι είναι εκείνο που οδηγεί στο παράδοξο η πνευματική άσκηση να μετατρέπεται σε μηχανισμό ελέγχου για το κλείσιμο του μυαλού;


«Πρόκειται για το παράδοξο που είναι γνωστό ως χρόνος. Οποιαδήποτε άσκηση θα παραμείνει άκαρπη, άσκοπη και στερεότυπη μες στον χρόνο. Τέτοια είναι η φύση του χρόνου».


­ Τι γνώμη έχετε όταν σας κάνουν κριτική για τη βίαιη σεξουαλική φύση των βιβλίων σας;


«Δεν είμαι της άποψης ότι οποιοδήποτε υλικό δεν πρέπει από τη φύση του να αγγίζεται. Οσον αφορά τη βία, μπορείτε να βρείτε πάμπολλα κλασικά παραδείγματά της. Συνήθως όταν ο κόσμος αντιτίθεται στη βία των βιβλίων μου, αυτό που θέλει να πει είναι ότι δεν του αρέσει το βιβλίο, πράγμα που δεν έχει καμία σχέση με την κριτική».


­ Ως τώρα έχετε κάνει τουλάχιστον δύο γενικές δηλώσεις σχετικά με τον τρόπο που λειτουργεί ο κόσμος μας: ότι «τίποτα δεν είναι τυχαίο» και ότι «δεν υπάρχουν πραγματικοί κανόνες στο Σύμπαν».


«Ας πάρουμε λοιπόν τη λέξη «πραγματικοί». Υπάρχουν κανόνες που ισχύουν για ορισμένο χρονικό διάστημα. Το ευκλείδειο Σύμπαν ίσχυε για κάποιον καιρό ώσπου ήρθε ο Αϊνστάιν με τη θεωρία των ενοποιημένων πεδίων».


­ Οταν όμως λέμε ότι δεν υπάρχουν τυχαία συμβάντα, αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ο ντετερμινισμός κανόνων που δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτοί και δεν μπορούν να προσδιορισθούν;


«Κάθε άλλο. Δεν υπάρχουν τυχαία συμβάντα σε ό,τι ονομάζω μαγικό Σύμπαν ή στη ζωή οποιουδήποτε. Σύμπτωση δεν υπάρχει. Αυτό δεν αναφέρεται σε κάποιο προκαθορισμένο σύνολο κανόνων, σημαίνει απλώς πως οτιδήποτε συμβαίνει είναι ουσιαστικό για τον παρατηρητή γιατί το παρατηρεί. Αν δεν ήταν σημαντικό, δεν θα το έβλεπε».


­ Πώς συνδέονται αυτά τα υποκειμενικά κριτήρια με το θέμα της μυθοπλασίας και της αυτοβιογραφίας; Τα τελευταία βιβλία σας είναι κατά κάποιον τρόπο πιο αυτοβιογραφικά από τα πρώτα σας;


«Κατά μία έννοια, όλη η γραφή είναι αυτοβιογραφική. Ολα τα μυθιστορήματα είναι αυτοβιογραφικά, όπως και όλα τα μυθιστορήματα είναι συγχρόνως μυθοπλασία. Πολλοί πίστευαν ότι ο Τζακ Κέρουακ έκανε σκέτη αυτοβιογραφία. Κάθε άλλο, έκανε μυθοπλασία. Το «Στον δρόμο» θα ήταν αδύνατον να γραφεί τώρα, όπως θα ήταν αδύνατον να γραφεί και «Ο μεγάλος Γκάτσμπι» τώρα. Ενα βιβλίο εντάσσεται σε ένα γενικό πλαίσιο όσο και οτιδήποτε άλλο. Εκτός αυτού, το παρόν επηρεάζεται πάρα πολύ από το «Στον δρόμο». Ο χρόνος είναι το παν».


­ Με ποιους σύγχρονους συγγραφείς αισθάνεστε συγγένεια;


«Με τους παλιότερους, τον Κόνραντ, τον Ζενέ, τον Τζόις, τον Μπέκετ. Οσο για τους σημερινούς, με πολύ λίγους. Υπάρχουν πολλοί μοντέρνοι, οι λεγόμενοι σοβαροί μυθιστοριογράφοι, για τους οποίους δεν ξέρω τίποτα. Ο Φρέντερικ Φόρσαϊθ είναι πολύ καλός συγγραφέας. Ο κόσμος δεν βλέπει σε ποιο βαθμό είναι επαναστατικός (…)».


­ Ο λόγος για τον οποίον οι ταυτότητες των ηρώων σας είναι τόσο αόριστες, τόσο θολές, οφείλεται στην επιθυμία σας να αποφύγετε τον παραδοσιακό «ψυχολογικό ρεαλισμό»; Φθάνουν στο σημείο να αλλάξουν μορφή και σχήμα, όπως επίσης ταξιδεύουν μπρος πίσω μες στον χρόνο.


«Εκείνο στο οποίο στοχεύω με το θόλωμα του ήρωα οφείλεται στο ότι στο Διάστημα οι άνθρωποι πιθανόν να μην είναι διαχωρισμένοι. Δεν μου φαίνεται ότι και τα σώματά τους ακόμη είναι ξεχωρισμένα. Πράγμα που σημαίνει ότι σε κάθε είδους εμπειρία τα άτομα βρίσκονται σε ένα επίπεδο σε επαφή ή ορισμένες ομάδες έρχονται σε επαφή με βάση κάποια σύμπραξη. Κατ’ αυτόν λοιπόν τον τρόπο, το θόλωμα των ταυτοτήτων είναι κάτι που θα γίνει στο μέλλον. Η ιδέα πίσω απ’ αυτό είναι ότι η ζωή είναι ένας αντικατοπτρισμός, μια ψευδαίσθηση. Το ότι δεν υπάρχει καμία ουσιαστική πραγματικότητα δεν είναι καινούργια ιδέα. Πλησιάζουμε κάποιες παλιότερες, αόριστες μεταφυσικές απόψεις της επιστήμης και της φυσικής. Σκεφθείτε τη διάσταση του χρόνου: η όλη πρόταση του «να ‘το, εδώ είναι, μπορώ να το αγγίξω, άρα είναι πραγματικό» δεν ισχύει γιατί σε πιο παλιές εποχές δεν ήταν εκεί, όπως θα υπάρχουν και εποχές στο μέλλον όπου θα συνεχίσει να μην είναι εκεί».


­ Μπορείτε να διανοηθείτε τη δική σας γενιά των μπιτ ως κατεστημένο;


«Ναι, ως ένα βαθμό, αν και η ιστορία της λογοτεχνίας είναι κάτι που υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια έτσι ώστε να γίνει αποδεκτή. Θέλω να πιστεύω ότι αποτελώ ένα καλό παράδειγμα. Είχα θεωρηθεί πολύ ακατανόητος από συντηρητικούς κριτικούς όταν πρωτοεμφανίστηκαν τα βιβλία μου, τώρα όμως πια δεν συμβαίνει αυτό».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.