Δύο νέα μεγάλα βιβλία, σε μια τετράτομη σειρά του εκδοτικού οίκου Μέλισσα*, αλλάζουν ουσιαστικά τα δεδομένα για την κατανόηση και την ερμηνεία της ελληνικής αρχιτεκτονικής από την Απελευθέρωση ως το τέλος του 20ού αιώνα. Οι λέξεις-κλειδιά των τίτλων τους, η νεοκλασική και η μοντέρνα αρχιτεκτονική, είναι ταυτόχρονα οι λέξεις-κλειδιά που διαμόρφωσαν το περιβάλλον των ελληνικών πόλεων σε αυτά τα μόλις 170 χρόνια στα οποία άλλαξε η πορεία του τόπου μας. Τώρα, στο 2002, μπορούμε να το αντιληφθούμε ψύχραιμα και ίσως να διδαχθούμε από αυτή τη φαινομενική αντίθεση των λέξεων την εσωτερική ενότητα των αντιφάσεων. Γιατί η στροφή στο παρελθόν (και η επιστροφή του στο παρόν) είναι ταυτοχρόνως και φυγή στο μέλλον. Το παλιό και το καινούργιο υπάρχουν μαζί και αποτελούν τις δύο αξεχώριστες όψεις της καθημερινής μας δημιουργικής πραγματικότητας.
Παραδόξως αυτές οι δύο λέξεις περιγράφουν μία και μόνον ταλάντευση του είναι μας στα 170 χρόνια από την Απελευθέρωση ως τις μέρες μας· την ταλάντευση ανάμεσα στη θέληση να μείνουμε για πάντα δεμένοι με το ισχυρότερο παρελθόν μας, την κλασική Ελλάδα, και ταυτοχρόνως να εκτοξευθούμε στο πιο μοντέρνο παρόν, στο ευρωπαϊκό επίκεντρο, όπως αυτό ανοίγεται στο μέλλον. Και κλασικοί και μοντέρνοι ταυτοχρόνως! Αυτή ήταν, χωρίς αμφιβολία, η μεγαλύτερη επιτυχία των πρώτων χρόνων μετά την Απελευθέρωση. Από μια συγκυρία διόλου τυχαία, η Ελλάδα, και πρώτα απ’ όλα η Αθήνα, μπορούσε να γίνει ο τόπος όπου το πιο κλασικό και το πιο μοντέρνο θα επικαλύπτονταν μοναδικά, σε μια ειρηνική συνύπαρξη. Για προσπαθήστε να το συνειδητοποιήσετε! Η ριζοσπαστική αρχιτεκτονική πρωτοπορία και το εκθαμβωτικό κατεστημένο των αρχιτεκτόνων του ευρωπαϊκού κόσμου κάνουν, στην αυγή του νέου ελληνικού κράτους, την πιο μοντέρνα αρχιτεκτονική της εποχής, στο Βερολίνο ή στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στο Μόναχο ή στη Βιέννη, έχοντας στραμμένα τα μάτια στα αρχιτεκτονικά πρότυπα του δικού μας αρχαίου κόσμου. Ο Klenze και ο Schinkel, ο Gaertner και οι αδελφοί Hansen, που με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο ανακατεύτηκαν στην οικοδόμηση της νέας Αθήνας, ήταν, για την εποχή τους, ο Tschumi και ο Koolhaas, ο Calatrava και ο Botta, που γοητεύουν (και χτίζουν) τη δική μας σύγχρονη εποχή. Και ήταν τόσο μοντέρνοι επειδή ήταν πολύ νεοκλασικοί. Μοιάζει παράδοξο, αλλά δεν είναι: ο νεοκλασικισμός στην Ελλάδα ήταν μια δυτικότροπη αρχιτεκτονική έκφραση στην αιχμή του ευρωπαϊκού μοντερνισμού της εποχής του.
Σε αυτόν τον διάλογο μείναμε πάντοτε πιστοί. Στον 20ό αιώνα το ελληνικό μοντέρνο ήταν μια λαμπρή αρχιτεκτονική αναζήτηση της ίδιας ακριβώς ταλάντευσης, όπως αυτή εκφραζόταν με νέο σφρίγος, μαθαίνοντας από την ανώνυμη παράδοση και από τις δομικές, όχι τις φαινομενικές επιστροφές στα αρχαία πρότυπα. Τα αποτελέσματα μπορεί να ήταν και διχαστικά, αλλά ήταν το ίδιο ριζοσπαστικά με τις αναζητήσεις του αμέσως προηγούμενου αιώνα. Αλλωστε το μοντέρνο θέλησε να πάρει τη θέση του νεοκλασικού για να επιτύχει με ειλικρινέστερο και βαθύτερο τρόπο εκείνο που το νεοκλασικό είχε αφήσει να πλανάται μόνο στην επιφάνεια των μορφών. Θέλησε να επιτύχει την πραγματική σύνδεση με τον τόπο στη διαχρονική του υπόσταση, υλοποιώντας τη συνύπαρξη των ιστορικών περιόδων, με τα μάτια στραμμένα στην ευρωπαϊκή – και τώρα, ίσως, στην αμερικανική ή στη γιαπωνέζικη – πρωτοπορία. Ο Πικιώνης και ο Κωνσταντινίδης, ο Αντωνακάκης και ο Μπίρης, ο Βαλσαμάκης, ο Κρόκος και ο Τομπάζης, και οι νεότεροι, είναι το ίδιο το σώμα της ταλάντευσης αυτής, που άλλοτε προβάλλει τον τόπο μας πατώντας γερά τα δυο του πόδια στο ευρωπαϊκό μοντέρνο, όπως ο πρώτος, και άλλοτε προβάλλει τον κόσμο ολόκληρο επάνω στον δικό του τόπο, όπως ο τελευταίος. Δεν υπάρχει καμία αντίφαση σε όλα αυτά. Και τίποτε ξεχωριστά «ελληνικό» (σαν τα πολλά περίφημα ελαττώματα που χρεώνουμε απλόχερα στη δική μας φυλή). Οι αντιφάσεις είναι η ζωντάνια της δημιουργίας και ο υπερτονισμός τους είναι ένα διάβασμα του κόσμου, στην άλλη όψη από την εξαφάνισή τους, ανάλογα με τα «γυαλιά» που φοράς. Το νεοκλασικό και το μοντέρνο ταυτοχρόνως είναι η δική μας αρχιτεκτονική έκφραση.
Ο διάλογος των αντιφάσεων
Το πρώτο από τα δύο βιβλία, η Νεοκλασική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, είναι η πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια κατανόησης του 19ου αιώνα που διαθέτουμε. Υπάρχει οπωσδήποτε μια πλούσια βιβλιογραφία, αλλά είναι αποσπασματική ή ενδοσκοπική, αποτελείται από μονογραφίες και νοσταλγικές φωτογραφικές συλλογές. Στο βιβλίο του Μάνου Μπίρη και της Μάρως Καρδαμίτση-Αδάμη συγκεντρώνεται μια απλόχερη επισκόπηση ολόκληρου του ελληνικού χώρου με σαφές θεωρητικό υπόβαθρο, με επίγνωση και χρήση του υλικού των αρχείων, με γλαφυρό λόγο και πλούσια πρωτότυπη εικονογράφηση. Δεν υπάρχει ούτε ο άκρατος θαυμασμός ούτε η ψυχρή αδιαφορία για τα κτίρια που περιγράφονται. Η αφήγηση είναι ιστορικά δόκιμη, σε θέση να αποτιμήσει το φαινόμενο του ελληνικού νεοκλασικισμού συνολικά, ξεπερνώντας τις υστερίες της απόρριψης ή της αποθέωσης μιας αρχιτεκτονικής που είναι εκ των πραγμάτων σώμα από το σώμα και κληρονομιά μας. Και ίσως μια από τις πιο μεγάλες αρετές του βιβλίου να είναι η συνύπαρξη δύο συγγραφέων με διαφορετική προσωπικότητά, που αναδεικνύουν τις πολλές πτυχές των πραγμάτων σε μια κοινή εκφραστική πορεία. Αυτό το βιβλίο το χρειαζόμασταν πραγματικά.
Το δεύτερο, η Μοντέρνα αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, μας φέρνει οπωσδήποτε στον νου την ιδέα ενός remake, αφού ο συγγραφέας του, ο Δημήτρης Φιλιππίδης, είχε ήδη αλλάξει, το 1984 και από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, τον ορίζοντα της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής με το ομότιτλο βιβλίο του. Τότε είχε προτείνει μια συνολική συγκροτημένη ερμηνεία για τα 150 χρόνια ιστορίας της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής με ιδιαίτερη έμφαση στον 20ό αιώνα. Και όμως το βιβλίο αυτό είναι εντελώς καινούργιο, είναι διαφορετικό, έχει άλλη οργάνωση και άλλους στόχους. Αν η Νεοκλασική αρχιτεκτονική είχε ανάγκη μια συνολική επισκόπηση με τους όρους του ιστορικού δοκιμίου, επειδή αυτό ακριβώς της έλειπε, η Μοντέρνα αρχιτεκτονική, πολύ πιο κοντά στην καθημερινότητά μας, με πιο πλούσια βιβλιογραφία (και από τον ίδιο τον Φιλιππίδη), είχε ανάγκη μια ισχυρή κριτική ματιά και μια έντονη σύγκρουση με την πραγματικότητα. Δεν χρειαζόταν τον κατάλογο των έργων, το ένδυμα του αυστηρού ιστορικού λόγου – αυτός θα έρθει οπωσδήποτε, αλλά θα έρθει αργότερα. Χρειαζόταν τη διαπεραστική ματιά που «φιξάρει» τις αντιφάσεις και τις ιδεολογικές παραμορφώσεις του αντικειμένου της. Με τίτλους προκλητικούς, τα κεφάλαια «Μοντερνισμοί στην Ελλάδα» (στον πληθυντικό), «Επώνυμη και μαζική αρχιτεκτονική», «Διαλεκτική σχέση νέου με παλαιό» δεν σε αφήνουν να απομακρυνθείς από την πραγματικότητα που εσύ ο ίδιος φτιάχνεις, φτιάχνοντας το σπίτι σου, το μαγαζί και την πόλη σου. Η Μοντέρνα αρχιτεκτονική του Φιλιππίδη είναι η δική μας αρχιτεκτονική, και με αυτή την έννοια το καινούργιο βιβλίο του απευθύνεται στ’ αλήθεια σε όλους μας.
Μια τελευταία κουβέντα: Τα βιβλία αυτά έχουν ήδη αλλάξει δραστικά τη σύνθεση της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής βιβλιογραφίας, που δύσκολα γνωρίζει ιστορικά δοκίμια με κύρος. Χωρίς αμφιβολία είναι το αποτέλεσμα της πολύχρονης έρευνας των συγγραφέων τους και η δημιουργική σύνθεση άλλων επί μέρους δημοσιευμάτων τους, αλλά είναι ταυτοχρόνως το αποτέλεσμα μιας εκδοτικής πρωτοβουλίας που δεν περιορίζεται στην καλή αποδοχή του προσφερόμενου επιστημονικού υλικού. Αντιθέτως, το κατευθύνει και το ολοκληρώνει σε μακροχρόνια και ευρύτερα προγράμματα. Με αυτή την έννοια, τα βιβλία που σε μεγάλο βαθμό γράφτηκαν με την παρακίνηση και τη διαρκή συνδρομή του εκδότη είναι και δικά του έργα, όπως πρέπει γενικώς να είναι τα έργα των εκδοτών.
* Τα άλλα δύο είναι η «Βυζαντινή και μεταβυζαντινή αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», του Χαράλαμπου Μπούρα, και η «Αρχαία αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», του Μανόλη Κορρέ.
Ο κ. Παναγιώτης Τουρνικιώτης είναι επίκουρος καθηγητής της Σχολής Αρχιτεκτόνων του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου.
