Ο τόμος που εκδόθηκε με τη συμβολή του ΑΠΘ και του Ιδρύματος Μελετών Λαμπράκη περιέχει τις ανακοινώσεις μιας διεθνούς συνάντησης επιστημόνων με θέμα τον ρόλο του χρώματος στην αρχαία ελληνική τέχνη και αρχιτεκτονική. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα για το οποίο ο καθηγητής κ. Τιβέριος, ο οποίος και επιμελήθηκε αυτόν τον τόμο με την κυρία Τσιαφάκη, σημειώνει στον πρόλογο: «Το χρώμα, που μαζί με το γραμμικό σχέδιο και τη φωτοσκίαση συνθέτουν τα βασικά στοιχεία κάθε ζωγραφικού έργου, έπαιζε σημαντικό ρόλο σε πολλές καλλιτεχνικές δημιουργίες των αρχαίων Ελλήνων. […] Ωστόσο, παρά το ότι μας έχει διασωθεί ένας αριθμός μνημείων που διατηρούν χρώματα και παρά τις πληροφορίες που αντλούμε από αρχαίους συγγραφείς σχετικά με το χρώμα, πολλές πτυχές που σχετίζονται με αυτό εξακολουθούν να παραμένουν άγνωστες ή ασαφείς…».
Εκτός όμως από την απουσία των αρχαίων μαρτυριών που σχετίζονται με το χρώμα υπάρχει και μια άλλη λεπτομέρεια που δίνει στο χρώμα μια μαγική δύναμη, και αυτή εμπίπτει στην ικανότητα του ανθρώπου να αντιλαμβάνεται το χρώμα. Πρόκειται δηλαδή για την ιδιότητα που έχει το χρώμα να γίνεται αντιληπτό από τον άνθρωπο μόνο όταν υπάρχει φως και να εξαφανίζεται στο σκοτάδι. H ιδιότητα αυτή του χρώματος σίγουρα θα σάστισε και δικαίως θα θεωρήθηκε μαγική από τον άνθρωπο που έζησε στη βαθιά προϊστορία, πολύ πριν από την εξελιγμένη περίοδο της κλασικής Ελλάδας ή ακόμη και των Κρητών της μινωικής περιόδου. Αλλά μήπως και σήμερα ακόμη το χρώμα δεν διατηρεί μια μεγάλη δόση από τις μαγικές του ιδιότητες και δεν ρυθμίζει ακόμη και τη διάθεσή μας;
Το απατηλό λευκό
Από την άλλη μεριά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ένα μερίδιο «ευθύνης» για την αντίληψη του χρώματος και του ρόλου του στην αρχαιότητα έχουμε κι εμείς. Ας θυμηθούμε μόνο ότι το λευκό του πεντελικού και του παριανού μαρμάρου κυριαρχεί τόσο πολύ στην εικόνα που έχουμε σχηματίσει για την τέχνη των αρχαίων Ελλήνων ώστε σχεδόν ξεχνάμε πως οι πρόγονοί μας χρησιμοποιούσαν χωρίς φειδώ το χρώμα, το οποίο μάλιστα έπαιζε και σημαντικό ρόλο στην καλλιτεχνική τους δημιουργία. Μιλάμε βέβαια για τον μέσο άνθρωπο και όχι για τον αρχαιολόγο ή κάποιον που έχει ασχοληθεί βαθύτερα με το θέμα. Σε αυτή λοιπόν την κατηγορία των μη ειδικών, στην οποία ανήκουμε οι περισσότεροι, υπάρχει μια υποσυνείδητη «αχρωματοψία», η οποία όμως είναι περιορισμένης εκτάσεως και καλύπτει μόνο ένα συγκεκριμένο διάστημα της ελληνικής αρχαιότητας. Ενώ δηλαδή όταν φέρνουμε στο μυαλό μας τους προϊστορικούς πολιτισμούς τους συνδέουμε αυτόματα με πλούσιο χρώμα (τοιχογραφίες Ακρωτηρίου Θήρας και κυρίως των Μινωιτών στην Κνωσό), όταν σκεφτόμαστε τους ιστορικούς χρόνους και ιδίως την κλασική αρχαιότητα τα χρώματα σβήνουν και κυριαρχεί το λευκό, λες και οι αρχαίοι ξαφνικά εγκατέλειψαν τον χρωστήρα και έπιασαν το μυστρί και το καλέμι.
H ελληνική ζωγραφική
Πρόκειται για μια εντύπωση που δεν είναι και τόσο ανεξήγητη, μια και ως πρόσφατα δεν είχαμε δείγματα ζωγραφικής της ιστορικής περιόδου της αρχαιότητας, ενώ το χρώμα έχει χαθεί από τα αρχαία γλυπτά και κτίσματα που γνωρίζουμε. Τα πράγματα όμως άλλαξαν τις τελευταίες δεκαετίες και αυτό οφείλεται στα εκπληκτικά ευρήματα που φέρνει στο φως η αρχαιολογική έρευνα στη Μακεδονία. Οι μακεδονικοί τάφοι που αποκαλύπτονται εκεί έχουν διατηρήσει το χρώμα και μας έχουν δώσει συνταρακτικές ζωγραφικές συνθέσεις σε τοιχογραφίες. Οι βασιλικοί τάφοι της Βεργίνας, οι τάφοι των Λευκαδίων και επίσης του Αγίου Αθανασίου με τα ολοζώντανα χρώματα στις τοιχογραφίες, αλλά και οι διακοσμητικές απεικονίσεις διαφόρων θεμάτων σε μαρμάρινους θρόνους, κλίνες και μικρότερα κινητά ευρήματα έρχονται τώρα να ανατρέψουν την παλιά και ούτως ή άλλως ανακριβή εντύπωση, και μας δίνουν θαυμαστά δείγματα μιας μεγάλης ζωγραφικής των αρχαίων Ελλήνων. Ετσι άνοιξε το κεφάλαιο της αρχαίας ελληνικής ζωγραφικής, μιας έκφανσης της αρχαίας τέχνης που ως πρόσφατα θεωρούνταν για πάντα χαμένη.
Το βιβλίο Color in Ancient Greece (Το χρώμα στην Αρχαία Ελλάδα) είναι μια εξειδικευμένη επιστημονική έκδοση η οποία περιέχει τις εισηγήσεις ενός διεθνούς συνεδρίου στο οποίο πήραν μέρος αρχαιολόγοι, αρχαιομέτρες διαφόρων ειδικοτήτων, συντηρητές ειδικευμένοι στα χρώματα και ζωγράφοι που ασχολήθηκαν με τη δουλειά των αρχαίων συναδέλφων τους. Το συνέδριο διοργανώθηκε από κοινού από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το Μουσείο J. Paul Getty της Καλιφόρνιας πριν από τρία χρόνια στη Θεσσαλονίκη. H ιδέα όμως για μια σύναξη όπου οι ειδικοί θα αντάλλασσαν απόψεις για τον ρόλο και τη χρήση του χρώματος στην ελληνική αρχαιότητα γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 σε μια ωραία ακτή της Καλιφόρνιας. Εκείνη την εποχή η αρχαιολόγος κυρία Λέλα Walter-Καρύδη, η οποία ήταν προσκεκλημένη του Μουσείου Γκέτι, μελετούσε μια μαρμάρινη λεκανίδα στην οποία σώζεται το χρώμα μιας πολύπλοκης εικονογραφικής σύνθεσης. Τότε ήταν που σκέφθηκε ότι ίσως ήρθε η στιγμή να ακουστούν οι σκέψεις των μελετητών επάνω στο θέμα του χρώματος στην αρχαία Ελλάδα. H ιδέα υιοθετήθηκε από την προϊσταμένη του Τμήματος Αρχαιοτήτων του αμερικανικού Μουσείου κυρία Marion True και από τον καθηγητή του ΑΠΘ κ. Μιχάλη Τιβέριο και κατέληξε στο προαναφερθέν συνέδριο.
Οι χρωστικές ουσίες
Στον τόμο δημοσιεύονται 25 εισηγήσεις στα ελληνικά ή αγγλικά (εκτός μιας στα γερμανικά) που αναφέρονται στη χρήση και στις τεχνικές του χρώματος στην αρχαία ελληνική τέχνη και αρχιτεκτονική από τον 8ο ως και τον 1ο αι. π.X. Γίνονται επίσης αναφορές στις τελευταίες έρευνες επάνω στις χρωστικές ουσίες των αρχαίων, στην προέλευση και στη μείξη τους, καθώς και σε κείμενα αρχαίων συγγραφέων σχετικά με το χρώμα. Περιέργως όμως οι αρχαίοι έλληνες συγγραφείς που αναφέρονται στην τέχνη, όπως ο Λουκιανός ή ο Παυσανίας, μιλούν πολύ λίγο για τον ρόλο του χρώματος στη ζωγραφική, σημειώνει ο κ. Τιβέριος. Εκείνοι που φαίνεται ότι ασχολήθηκαν περισσότερο με την αισθητική του χρώματος και έδωσαν πληροφορίες για τη μείξη και την ετοιμασία των χρωμάτων και τις διάφορες τεχνικές που εφαρμόζονταν ήταν οι ίδιοι οι αρχαίοι ζωγράφοι. Τα κείμενά τους όμως έχουν από αιώνες χαθεί και οι πληροφορίες μας γι’ αυτά προέρχονται κυρίως από τον Πλίνιο που έζησε τον 1ο αι. μ.X. Ετσι πολλές απορίες παραμένουν αναπάντητες και πολλές θεωρίες και υποθέσεις εξακολουθούν να αιωρούνται.
Βέβαια, όπως θα έχει ήδη αντιληφθεί ο αναγνώστης αυτού του σημειώματος, το βιβλίο είναι περισσότερο ένα εργαλείο εργασίας για τους ειδικούς, όπου οι ανακοινώσεις δημοσιεύονται χωρίς φιλολογική επεξεργασία, και λιγότερο ένα ευχάριστο ανάγνωσμα για κάποιον που ενδιαφέρεται για το θέμα, στερείται όμως των ειδικών γνώσεων. Εξαίρεση αποτελεί η ανακοίνωση ενός ζωγράφου, του κ. A. Βλ. Λεβίδη, ο οποίος, ως ένας καλλιτέχνης που έχει εντρυφήσει στις αρχαίες μαρτυρίες τις σχετικές με τη ζωγραφική και μας έχει δώσει και μια εξαιρετική έκδοση του Πλινίου, αντιμετωπίζει τη φιλοσοφική πλευρά του ζητήματος με τρόπο έξυπνο και προσιτό. Στην ανακοίνωση λοιπόν του κ. Λεβίδη που τιτλοφορείται «Why did Plato not suffer from Color Blindness», η οποία στα καθ’ ημάς σημαίνει «Γιατί ο Πλάτων δεν υπέφερε από αχρωματοψία», γίνεται αναφορά στον πλατωνικό διάλογο του Τιμαίου, όπου ο λοκρός φιλόσοφος και φίλος του Πλάτωνα μιλάει, μεταξύ άλλων, και για την… προϋπόθεση της υπάρξεως του ήμερου φωτός, του φωτός της ημέρας δηλαδή, προκειμένου να μπορέσει ο άνθρωπος να αντιληφθεί το χρώμα και μας ξαναφέρνει πίσω στη μαγεία του χρώματος.
