10 μυστικά για άμεσα κέρδη

Πώς θα αποκρυπτογραφήσετε τους οικονομικούς δείκτες και θα «πιάσετε» τον σφυγμό της αγοράς 10 μυστικά για άμεσα κέρδη Απλές και χρήσιμες οδηγίες για να προλάβετε τους μεγάλους επενδυτές Γ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ Δεν χρειάζεται να έχει κανείς πτυχίο οικονομικών για να είναι σε θέση να καταλαβαίνει αν η οικονομία της χώρας πηγαίνει καλά ή άσχημα. Ωστόσο ίσως χρειάζεται «μεταφραστή»

10 μυστικά για άμεσα κέρδη


Δεν χρειάζεται να έχει κανείς πτυχίο οικονομικών για να είναι σε θέση να καταλαβαίνει αν η οικονομία της χώρας πηγαίνει καλά ή άσχημα. Ωστόσο ίσως χρειάζεται «μεταφραστή» που να του εξηγεί με απλά λόγια τι σημαίνουν όλοι αυτοί οι δείκτες και οι αριθμοί σχετικά με την πορεία της οικονομίας που σχεδόν καθημερινά ακούει στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση ή διαβάζει στις εφημερίδες. Ετσι, για να καταλάβει ο απλός πολίτης τι σημαίνουν τα νούμερα αυτά για… την τσέπη του αλλά και για την οικονομία εν γένει θα πρέπει να αποκτήσει κάποια οικειότητα με τη σχετική ορολογία.


Πάντως, αν πιστεύετε ότι η πορεία των οικονομικών δεικτών δεν επηρεάζει την τσέπη σας, μάλλον χρειάζεται να το ξανασκεφθείτε. Ολοι οι παράγοντες που συνθέτουν την οικονομία επηρεάζει ο ένας τον άλλο και κάποια αρνητική εξέλιξη σε έναν από αυτούς ίσως έχει αρνητικές επιδράσεις σε κάποιον άλλο, όπως για παράδειγμα στον τομέα της εργασίας σας. Επίσης, πολλοί από τους βασικούς οικονομικούς δείκτες έχουν διπλή σημασία. Οι οικονομολόγοι μάλιστα συνηθίζουν να λένε ότι οι οικονομικοί δείκτες μοιάζουν με «συμπτώματα ασθενείας»· όπως δηλαδή μια στομαχική διαταραχή μπορεί να οφείλεται σε πολλούς διαφορετικούς λόγους και να είναι σύμπτωμα πολλών ασθενειών, έτσι και η αρνητική εξέλιξη ενός μεγέθους μπορεί να είναι αποτέλεσμα πολλών διαφορετικών παραγόντων. Για να έχετε λοιπόν τη δυνατότητα να κρίνετε ορθά, φτιάξαμε έναν κατάλογο με τα δέκα κυριότερα «εργαλεία» πρόβλεψης και πώς μπορούν αυτά να χρησιμοποιηθούν ώστε να προλάβετε τις εξελίξεις.


1. Ανάπτυξη


Η ανάπτυξη μιας οικονομίας εκφράζεται με δύο τρόπους: από το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) και από τον δείκτη βιομηχανικής παραγωγής, αν και ο τελευταίος αντιπροσωπεύει μέρος μόνο του ΑΕΠ. Εν τούτοις, επειδή ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής ανακοινώνεται κάθε μήνα, σε αντίθεση με το ΑΕΠ που ανακοινώνεται κάθε τρίμηνο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μια πιο «ενημερωμένη» ένδειξη για την πορεία της οικονομίας.


Οταν η κυβέρνηση λοιπόν λέει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας το επόμενο έτος θα είναι 3,7%, αναφέρεται στο ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ, δηλαδή πόσο πλουσιότεροι ή φτωχότεροι θα γίνουμε ως χώρα. Οταν λοιπόν ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ είναι θετικός, η οικονομία πάει καλά. Ταχεία αύξηση του ΑΕΠ μάλιστα δηλώνει οικονομική ανάπτυξη και επιχειρηματικές ευκαιρίες. Αντίθετα, όταν η μεταβολή του ΑΕΠ είναι αρνητική, τότε αυτό αποτελεί ένδειξη πως η οικονομία εξασθενεί, κυρίως λόγω μείωσης της παραγωγικότητας, πτώσης της ιδιωτικής κατανάλωσης και αύξησης της ανεργίας.


Οι δείκτες βιομηχανικής παραγωγής που ανακοινώνονται κάθε μήνα από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία δείχνουν πόσο έχει αυξηθεί ή μειωθεί η παραγωγή σε ποσοστιαία βάση σε σχέση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου έτους. Και η παραγωγή εξαρτάται φυσικά από τη ζήτηση των προϊόντων που παράγει η βιομηχανία κατά κύριο λόγο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Ετσι, από το στοιχείο αυτό μπορεί να συμπεράνει κανείς τη συμπεριφορά των καταναλωτών, αν δηλαδή ξοδεύουν ή όχι χρήματα για αγορά βιομηχανικών καταναλωτικών προϊόντων.


Αν λοιπόν η βιομηχανική παραγωγή αυξάνεται σημαντικά, τότε αυξάνεται και η κατανάλωση, και γενικά οι καταναλωτές αισθάνονται καλά. Αυτό όμως δημιουργεί ανησυχίες στην Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς η αύξηση της κατανάλωσης δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις. Ετσι, μπορεί να οδηγηθεί σε αύξηση των επιτοκίων προκειμένου να συγκρατήσει την αύξηση της κατανάλωσης και την άνοδο του πληθωρισμού.


2. Πωλήσεις


Στοιχεία για την άνοδο ή την πτώση του τζίρου των καταστημάτων δημοσιεύονται κάθε μήνα από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία. Πρόκειται για τον δείκτη αξίας λιανικών πωλήσεων ο οποίος εκφράζεται ως ποσοστό και δείχνει τη μεταβολή της αξίας των λιανικών πωλήσεων κάθε μήνα σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους. Ουσιαστικά μετράει πόσο περισσότερα ξοδεύουμε κάθε μήνα για να αγοράσουμε διάφορα αγαθά.


Αν ο αριθμός αυτός μειώνεται, αυτό ίσως σημαίνει ότι η οικονομία αναπτύσσεται με χαμηλότερους ρυθμούς, γεγονός που επηρεάζει τους παραγωγούς και κατασκευαστές προϊόντων, τους εμπόρους και τα επιτόκια. Αν ξοδεύουμε λίγα, είναι πολύ πιθανόν να δούμε μείωση των επιτοκίων και τιμών προκειμένου να τονωθεί η ζήτηση.


3. Ανεργία


Στοιχεία για την ανεργία ανακοινώνονται κάθε μήνα και αφορούν την ποσοστιαία μεταβολή σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Αν ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας επιβραδύνεται, είναι πολύ πιθανόν η ανεργία να αυξηθεί. Ωστόσο όλοι οι τομείς της οικονομίας δεν αναπτύσσονται με τους ίδιους ρυθμούς. Είναι πιθανόν κάποιοι να βρίσκονται σε ύφεση και η ανεργία σε αυτούς να εμφανίζεται έντονη και κάποιοι άλλοι να αναπτύσσονται με ταχείς ρυθμούς και έτσι να δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας σε αυτούς.


Αντίστοιχα, όταν η ανεργία μειώνεται συνολικά, τότε αυτό σημαίνει πως η οικονομία έχει αρχίσει να αναπτύσσεται και πάλι. Ωστόσο, αν και κανείς δεν το παραδέχεται επισήμως, η εξάλειψη της ανεργίας δεν θεωρείται καλό πράγμα για την οικονομία. Και αυτό διότι όσο περισσότερα άτομα εργάζονται τόσο περισσότερα χρήματα υπάρχουν για να ξοδευτούν, πράγμα που σημαίνει ότι δημιουργείται πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη του υπ’ αριθμόν 1 εχθρού της οικονομίας, του πληθωρισμού.


4. Πληθωρισμός


Ο πιο απλός τρόπος για να παρακολουθεί κανείς το πόσο καλά τα καταφέρνει η κυβέρνηση στην οικονομία είναι ίσως η πορεία του πληθωρισμού, καθώς η ίδια η κυβέρνηση θέτει κάποιο στόχο τον οποίο πρέπει να υλοποιήσει. Στόχος της κυβέρνησης είναι πληθωρισμός 2% στο τέλος του 1999. Οσο πιο κοντά στους στόχους της βρίσκεται η κυβέρνηση τόσο πιο καλά θεωρείται ότι διαχειρίζεται τα δημόσια οικονομικά. Μέχρι στιγμής η κυβέρνηση βρίσκεται πολύ κοντά στους στόχους της και σύμφωνα με εκτιμήσεις είναι πολύ πιθανόν ο πληθωρισμός να πέσει κάτω από το 3% τον Απρίλιο του 1999.


Σε γενικές γραμμές ο πληθωρισμός ανεβαίνει όταν κυκλοφορεί χρήμα στην οικονομία και οι καταναλωτές διακατέχονται από διάθεση να ξοδέψουν όλο και περισσότερα. Σε τέτοιες περιόδους η ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες αυξάνεται, με αποτέλεσμα οι βιομηχανίες και οι έμποροι να βρίσκουν ευκαιρία να αυξήσουν τις τιμές. Στην αρχή οι καταναλωτές δεν επηρεάζονται από την άνοδο των τιμών. Σύντομα όμως διαπιστώνουν ότι η αγοραστική δύναμή τους μειώνεται, με αποτέλεσμα να ζητούν αυξήσεις μισθών προκειμένου να αντισταθμίσουν τις απώλειες στο πραγματικό τους εισόδημα από την άνοδο των τιμών. Ετσι, οι βιομηχανίες και οι επιχειρήσεις αυξάνουν και πάλι τις τιμές, αυτή τη φορά για να καλύψουν τους υψηλότερους μισθούς που πληρώνουν, και ο κύκλος συνεχίζεται.


Στη συνέχεια οι τράπεζες γίνονται απρόθυμες στο να δανείσουν χρήματα, καθώς δεν μπορούν να προβλέψουν την εξέλιξη του πληθωρισμού και φοβούνται ότι είναι πιθανόν να χάσουν χρήματα, αφού ο πληθωρισμός αύριο μπορεί να είναι υψηλότερος και να εξανεμίσει τα όποια έσοδα θα έχουν από τόκους. Με αυτόν και με πολλούς άλλους τρόπους ο πληθωρισμός αναστέλλει την ανάπτυξη της οικονομίας.


5. Κόστος εργασίας


Ο ρυθμός με τον οποίο αυξάνονται οι αμοιβές αποτελεί βασικό παράγοντα στον καθορισμό των επιτοκίων, καθώς παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του πληθωρισμού. Αν οι μισθοί αυξάνονται με ρυθμό μεγαλύτερο του πληθωρισμού, τότε ασκούνται πληθωριστικές πιέσεις. Αν μάλιστα οι μισθοί αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό και από την αύξηση της παραγωγικότητας, τότε θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι ο πληθωρισμός θα ξεφύγει.


Στην περίπτωση αυτή για να συγκρατηθεί ο πληθωρισμός είναι αναμενόμενο η κεντρική τράπεζα να αυξήσει τα επιτόκια και να ακολουθήσουν και οι εμπορικές τράπεζες. Ετσι, το κόστος εξυπηρέτησης των στεγαστικών δανείων αυξάνεται, το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώνεται και η αποταμίευση γίνεται πιο ελκυστική.


Ωστόσο, αν και η άνοδος των επιτοκίων έχει ευεργετικά αποτελέσματα στον περιορισμό της ζήτησης, μπορεί ταυτόχρονα να επηρεάσει ποικιλοτρόπως αρνητικά την οικονομία εν γένει. Πρώτον, το χρήμα γίνεται ακριβότερο και έτσι αυξάνεται το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα να υπονομεύεται η ανάπτυξή τους. Δεύτερον, τα υψηλά επιτόκια επηρεάζουν αρνητικά το Χρηματιστήριο, διότι οι καταθέσεις γίνονται πιο ελκυστικές συγκρινόμενες με τις μετοχές. Τρίτον, τα υψηλά επιτόκια συνήθως κάνουν τη δραχμή ισχυρότερη, καθώς ξένοι επενδυτές αγοράζουν δραχμές για να επωφεληθούν από τα υψηλά επιτόκια και έτσι η «σκληρή» δραχμή δυσχεραίνει τις εξαγωγές.


Αν ο ρυθμός αύξησης του κόστους εργασίας είναι παρόμοιος με αυτόν του πληθωρισμού, τότε οι επιχειρήσεις είναι σε θέση να ελέγχουν το κόστος τους και να τιμολογούν τα προϊόντα τους σε πιο ανταγωνιστικές τιμές, γεγονός που τους επιτρέπει να είναι αισιόδοξες για το μέλλον.


Αν, όπως δείχνουν τα πράγματα, ο πληθωρισμός πέσει στο τέλος του έτους στο 4%, το διορθωτικό ποσό που θα δώσουν οι επιχειρήσεις στους εργαζομένους θα είναι μόλις 0,5%, έναντι 1% αν ο πληθωρισμός έκλεινε στο 4,5%, όπως αναμενόταν. Αυτό σημαίνει ότι το κόστος εργασίας για όλο το έτος θα μειωθεί και ότι το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, ειδικά στη μεταποίηση, από 4% που αυξήθηκε το 1997, θα πέσει στο 2% το 1998. Ετσι, επειδή οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν τις τελικές τιμές των προϊόντων ετεροχρονικά, εκτιμάται ότι οι ευεργετικές επιδράσεις στον πληθωρισμό θα γίνουν ορατές το 1999.


6. Χρηματιστήριο


Το Χρηματιστήριο, ιδιαίτερα στις αναπτυγμένες αγορές, θεωρείται ένα πολύ καλό «εργαλείο» για να εκτιμήσει κανείς την πορεία της οικονομίας. Και αυτό διότι οι επενδυτές προεξοφλούν, όπως λέγεται, τις εξελίξεις, καθώς όταν τιμολογούν μια μετοχή λαμβάνουν υπόψη τους τις προοπτικές τις εταιρείας όσον αφορά την κερδοφορία της αλλά και τις εξελίξεις στο μέτωπο των επιτοκίων. Αν το Χρηματιστήριο είναι σήμερα υψηλότερα απ’ ό,τι πριν από ένα χρόνο, αυτό συνήθως σημαίνει πως οι προβλέψεις για την πορεία της οικονομίας είναι αισιόδοξες.


Ωστόσο, επειδή η πτώση των επιτοκίων έχει ευεργετικά αποτελέσματα στο Χρηματιστήριο, δεν μπορεί κανείς να βγάλει εύκολα συμπεράσματα από την πορεία του γενικού δείκτη για την οικονομία εν γένει σε μια περίοδο αποκλιμάκωσης των επιτοκίων. Πολλοί αναλυτές αποδίδουν την άνοδο των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων αλλά και της Σοφοκλέους κυρίως στην πρόσφατη μείωση των επιτοκίων των 11 χωρών της ζώνης του ευρώ και στις προσδοκίες για περαιτέρω αποκλιμάκωση των επιτοκίων.


7. Τιμές ακινήτων


Ο ρυθμός με τον οποίο αυξάνονται ή μειώνονται οι τιμές των ακινήτων θεωρείται ότι αποτελεί έναν καλό δείκτη για το πώς αισθάνονται οι καταναλωτές, αν δηλαδή είναι αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι για την πορεία της οικονομίας. Και αυτό διότι όταν αποφασίζει κανείς να χρεωθεί για πολλά χρόνια προκειμένου να αγοράσει σπίτι θα πρέπει να θεωρεί πως τόσο τα οικονομικά του όσο και η πορεία της οικονομίας θα βελτιωθούν στο μέλλον. Ετσι, άνοδος της ζήτησης σημαίνει ότι οι καταναλωτές πιστεύουν πως τα πράγματα θα βελτιωθούν στο μέλλον, ενώ αντίθετα πτώση μάλλον σημαίνει «άσχημα μαντάτα» για την πορεία της οικονομίας.


8. Μελέτες


Εκτός από τα στοιχεία και τους δείκτες που επεξεργάζεται η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, μελέτες και έρευνες που γίνονται από οργανισμούς, ιδρύματα ή ομοσπονδίες διαφόρων επαγγελματικών κλάδων μπορούν να αποτυπώσουν τις τάσεις και τις προσδοκίες διαφόρων κλάδων ή τμημάτων της κοινωνίας. Τέτοιου είδους μελέτες και έρευνες διενεργούν, μεταξύ άλλων, το Ινστιτούτο Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών (ΣΕΒ), η Ενωση Ελληνικών Τραπεζών (ΕΕΤ), από όπου μπορεί κανείς να εξαγάγει συμπεράσματα για την πορεία της οικονομίας.


9. Σφυγμομετρήσεις


Η πορεία της οικονομίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πώς αισθάνεται η πλειονότητα του πληθυσμού. Ερευνες που αποτυπώνουν την κοινή γνώμη πραγματοποιεί π.χ. η Eurostat, για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σε πρόσφατη έρευνά της, οι Ελληνες σε ποσοστό 77% αποδέχονται το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα και πιστεύουν στην οικονομική και νομισματική ενοποίηση της Ευρώπης. Το ποσοστό αυτό είναι αρκετά υψηλότερο από τον μέσο όρο των 15 χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που διαμορφώνεται, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, στο 68%. Τα υψηλότερα ποσοστά εμφανίζονται στην Ιταλία, στη Γαλλία και στην Ιρλανδία, όπου και στις τρεις χώρες η έρευνα κατέγραψε ποσοστό αποδοχής του ευρώ 82%, ενώ τα μικρότερα καταγράφηκαν στη Σουηδία (50%), στη Δανία (51%) και στη Βρετανία (53%), τρεις χώρες που δεν συμμετέχουν οικειοθελώς στη ζώνη των 11 του ευρώ.


10. Ταξί


Τελευταίος αλλά ίσως όχι λιγότερο σημαντικός παράγοντας για να κρίνει κανείς προς τα πού πάνε τα πράγματα θεωρούνται και οι συζητήσεις στα ταξί. Εκεί μπορεί να ακούσει κανείς, κυρίως από τους οδηγούς αλλά και από τους συνεπιβαίνοντες, εκτιμήσεις για την πορεία της οικονομίας, του Χρηματιστηρίου και της ζωής γενικότερα. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι όταν οι οδηγοί των ταξί αρχίσουν να μιλάνε για το πόσο καλά πηγαίνει το Χρηματιστήριο θα πρέπει να σκεφθείτε να πουλήσετε τις μετοχές σας.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version