Γκράφτον Τάνερ: «Τι είναι ο παντοτινισμός; Ενα όπλο κατά της νοσταλγίας…»

Ο αμερικανός φιλόσοφος των νέων τεχνολογιών μιλάει για το «foreverism», τον όρο που έχει εισηγηθεί για να περιγράψει την απόπειρα «εκσυγχρονισμού» του παρελθόντος

Γκράφτον Τάνερ: «Τι είναι ο παντοτινισμός; Ενα όπλο κατά της νοσταλγίας…»

Είναι άραγε η κοινωνία μας βυθισμένη σε μια αιώνια επιστροφή στο παρελθόν; Σε ένα είδος «ρετρομανίας», για να χρησιμοποιήσουμε τον εμπνευσμένο όρο του βρετανού δημοσιογράφου Σάιμον Ρέινολτς; Από τις επανεκδόσεις παλαιών μοντέλων αυτοκινήτων, τις αναβιώσεις κινηματογραφικών ιστοριών ή franchise, τα περίφημα sequel και prequel κλασικών ταινιών, γεγονότα ή έργα του παρελθόντος «ξανασερβίρονται» ως καινούργια, ως εάν η νοσταλγία να αποτελούσε τον κεντρικό τροφοδότη της ζωής μας.

Στο μεταξύ, βεβαίως, οι «σερβιτόροι» τους αποκομίζουν τεράστια οικονομικά και πολιτικά κέρδη. Ο αμερικανός φιλόσοφος των νέων τεχνολογιών και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Τζόρτζια, Γκράφτον Τάνερ είναι ένας από τους λίγους σύγχρονους θεωρητικούς που έχει στρέψει την προσοχή του σε αυτή τη διεργασία.

Η κεντρική του θέση είναι ότι αυτό που στην πραγματικότητα βιώνουμε τα τελευταία χρόνια είναι μια εργαλειοποίηση της νοσταλγίας στη μαζική κουλτούρα, με απώτερο στόχο τον αφανισμό της.

Ενώ η νοσταλγία εμπεριείχε παραδοσιακά το συναίσθημα της απώλειας, η εποχή μας προσπαθεί να την εξαλείψει, «εκσυγχρονίζοντας» και επαναφέροντας το παρελθόν στο σήμερα, έτσι ώστε να μη νιώσουμε ποτέ ότι το χάσαμε.

Ο Τάνερ έχει μάλιστα εισηγηθεί έναν ιδιαίτερο όρο για να περιγράψει αυτή τη διαδικασία: foreverism – παντοτινισμός ή διαιωνισμός (Βλ. το βιβλίο του με τίτλο Foreverism, Polity Press, 2023). «Το Βήμα» συνομίλησε μαζί του για τους κινδύνους της αντι-νοσταλγικής μας εποχής.

Θα ήθελα να ξεκινήσουμε από την ιστορία της έννοιας της νοσταλγίας. Εχετε αφιερώσει σημαντικό μέρος της δουλειάς σας σε αυτή…

«Κοιτάξτε, έχουμε πλέον μια αρκετά καθαρή εικόνα αναφορικά με το χρονικό σημείο στο οποίο η νοσταλγία εισέρχεται ως έννοια στην κοινωνία της Δύσης. Πρόκειται για τα τέλη του 17ου αιώνα. Η λέξη εμφανίζεται για πρώτη φορά στη διατριβή ενός ελβετού φοιτητή ιατρικής της εποχής ονόματι Γιοχάνες Χόφερ. Ο τελευταίος περιέγραφε κάποιες ομάδες ελβετών μισθοφόρων, που δεν ένιωθαν απλώς μια έντονη επιθυμία επιστροφής στην πατρίδα τους, αλλά ανέπτυσσαν μια πιο παθολογική μορφή αυτής της λαχτάρας, ενώ πολεμούσαν μακριά από το σπίτι τους. Αφού παρέδωσε τη διατριβή του, ο Χόφερ δεν ασχολήθηκε ξανά με το θέμα. Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, η ιδέα αρχίζει να προσελκύει το ενδιαφέρον όχι μόνο του ιατρικού κόσμου αλλά και ευρύτερα. Ασχολούνται με αυτή καλλιτέχνες και ποιητές, ήδη από τον 19ο αιώνα, αλλά και ψυχολόγοι, ψυχίατροι, εγκληματολόγοι στις αρχές του 20ού. Η επόμενη δε εξέλιξη είναι ότι τραβάει την προσοχή του εταιρικού τομέα, του αναδυόμενου συμπλέγματος των μέσων μαζικής ενημέρωσης και ψυχαγωγίας. Και έτσι, στα μέσα του 20ού αιώνα, έχουμε έναν σκηνοθέτη σαν τον Τζορτζ Λούκας, που γυρίζει μια ταινία σαν το “American Graffiti”, το πρώτο νοσταλγικό blockbuster του Χόλιγουντ που βγάζει πολλά χρήματα».

Αρα λέτε ότι από ένα αμιγώς ιατρικό πλαίσιο η έννοια περνά σε άλλα πεδία, μέχρι να γίνει αντικείμενο και καπιταλιστικής εκμετάλλευσης;

«Ναι. Η έννοια της νοσταλγίας εμφανίζεται αρχικά για να περιγράψει μια παθολογία, μια ασθένεια ή μια νόσο, η οποία σύμφωνα με τους γιατρούς εμποδίζει τους ανθρώπους να προχωρήσουν μπροστά και τους κρατά κολλημένους στο παρελθόν. Και με την πάροδο του χρόνου μεταμορφώνεται· εκφεύγει από το πλαίσιο της παθολογίας, κυρίως επειδή οι γιατροί δεν μπορούσαν πραγματικά να καταλάβουν πού στο σώμα εντοπίζεται η νοσταλγία και πώς ακριβώς να τη θεραπεύσουν. Και μετατρέπεται, εν τέλει, σε αντικείμενο απόλαυσης ή κατανάλωσης, προκειμένου να αποφέρει κέρδη σε εταιρείες παραγωγής ταινιών ή, πιο σωστά, στον καπιταλισμό της κατανάλωσης γενικότερα. Κοντολογίς, μερικές εκατοντάδες χρόνια αργότερα, κανείς δεν προσεγγίζει τη νοσταλγία ως ασθένεια. Αντίθετα, θεωρείται περισσότερο σαν ένα τέχνασμα που επιτρέπει στον καπιταλισμό να πουλάει προϊόντα».

Και η έννοια του παντοτινισμού (foreverism) που εισηγείστε πώς μπαίνει στο παιχνίδι; Και σε τι αναφέρεται;

«Προσεγγίζω αυτό που αποκαλώ “παντοτινισμό” ως έναν αντι-νοσταλγικό λόγο (discourse). Εάν μελετήσει κανείς την ιστορία της νοσταλγίας, θα συναντήσει στα γραπτά διαφορετικών επαγγελματιών και ειδημόνων έναν κοινό τόπο, την απέχθεια για τη νοσταλγία. Τα θετικιστικά μυαλά δεν συμπαθούσαν τη νοσταλγία, καθώς θεωρούσαν ότι αποτελούσε κάτι σαν αντίθεση στην πρόοδο, ένα εμπόδιο στην πρόοδο. Αν σκέφτεσαι συνέχεια το παρελθόν, δεν προχωράς μπροστά. Και κατά τη διάρκεια του 18ου, του 19ου ή του 20ού αιώνα, το να είσαι ενάντια στην πρόοδο σήμαινε ούτε λίγο ούτε πολύ ότι ήσουν εκτός κλίματος, έξω από αυτό προσπαθούσε να επιτύχει ευρύτερα ο δυτικός κόσμος. Στις μέρες μας, αντιθέτως, θα έλεγε κανείς ότι υπάρχει μια γενικότερη αποδοχή της νοσταλγίας, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Δεν βάζουμε σε ιδρύματα τους νοσταλγικούς, άλλωστε… Κι όμως, κατά την άποψή μου, εξακολουθούμε να ζούμε σε μια κοινωνία που δεν συμπαθεί πραγματικά τη νοσταλγία. Εχουμε εφεύρει, λοιπόν, νέα εργαλεία για την καταπολέμησή της ώστε η επικρατούσα κουλτούρα να συνεχίζει στον δρόμο της προόδου, που συνιστά, υποτίθεται, την αποστολή της. Ο παντοτινισμός κάνει ακριβώς αυτό, είναι ένα τέτοιο εργαλείο».

Τι εννοείτε;

«Οπως είπαμε, δεν μας αρέσει η νοσταλγία. Αλλά είναι γεγονός ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν να αναζητούν το παρελθόν, και αυτό μπορεί να κάνει τις εταιρείες και τους πολιτικούς αρκετά επιτυχημένους, όταν… προσφέρουν με κάποιο τρόπο αυτό το παρελθόν. Ετσι, αυτό που κάνουν οι παντοτινικοί λόγοι είναι να επανεισάγουν (reboot) εικόνες, ιδέες και λέξεις από το παρελθόν και να τις διοχετεύουν ευρέως στην κοινωνία, προκειμένου να ικανοποιήσουν τη νοσταλγία. Αυτό που υπαινίσσονται στην ουσία είναι το εξής: “Αν είστε τόσο νοσταλγικοί για τη δεκαετία του 1950, ας πούμε, αντί να σας κόψουμε με το ζόρι αυτή τη νοσταλγία ή να σας βάλουμε σε ένα ίδρυμα, θα αναβιώσουμε την εικονογραφία της δεκαετίας του 1950, στις ταινίες ή στη μουσική για παράδειγμα, και θα σας την προσφέρουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είστε πλέον νοσταλγικοί για αυτήν” – εξουδετερώνοντας ουσιαστικά τη νοσταλγία. Εχουμε να κάνουμε επομένως με ένα νέο εργαλείο στην υπηρεσία της διαχρονικής μάχης ενάντια στη νοσταλγία».

Μιλάτε για μάχη ενάντια στη νοσταλγία. Είναι η νοσταλγία επικίνδυνη; Γιατί πρέπει να καταπολεμηθεί;

«Οχι αναγκαστικά. Αλλά γίνεται αντιληπτή ως τέτοια από κάθε κοινωνία που βάζει πάνω από όλα και αποκλειστικά την πρόοδο. Διότι η νοσταλγία είναι ένα συναίσθημα που καλεί τον άνθρωπο να ονειρευτεί τις δυνατότητες του παρελθόντος. Να σκεφτεί τι μπορεί να κάνει το παρελθόν για εμάς; Στις ΗΠΑ για παράδειγμα, για πολλά χρόνια το μήνυμα ήταν εντελώς αντίθετο: “Πρέπει να κοιτάτε αποκλειστικά το μέλλον. Εκεί βρίσκεται η δόξα. Ξεχάστε το παρελθόν. Ο,τι έγινε, έγινε”. Πάντοτε η νοσταλγία, από την απαρχή της, ενοχλούσε όσους έβλεπαν την πρόοδο ως ένα είδος αποστολής ή ακόμη και σαν ένα είδος ευαγγελίου».

Είναι ο παντοτινισμός ένα ευρύ πολιτισμικό φαινόμενο; Μπορείτε να μας δώσετε ορισμένα παραδείγματα; Αναφέρεστε συχνά σε προϊόντα της ποπ κουλτούρας, ταινίες, σειρές και ούτω καθεξής…

«Ναι, ένα κλασικό παράδειγμα είναι η αναβίωση (rebooting) και το franchising κινηματογραφικών συμπάντων που άφησαν Ιστορία. Το πιο πρόσφατο είναι φυσικά το “Star Wars”. Θυμίζω, για τους νεότερους, ότι οι πρώτες ταινίες “Star Wars” ήταν εξαιρετικά δημοφιλείς και συνιστούσαν κάτι σαν γεγονός-ορόσημο για τους οπαδούς του είδους. Κυκλοφόρησαν σε μια περίοδο λίγων ετών, και μετά δεν κυκλοφόρησε καμία άλλη συνέχεια για αρκετά χρόνια, μέχρι τις αρχές του 2000, που κυκλοφόρησαν άλλες τρεις ταινίες. Και μετά από αυτό, για δέκα χρόνια δεν βγήκε καμιά άλλη ταινία. Εκείνη, λοιπόν, την εποχή, αν ήσουν μεγάλος θαυμαστής του “Star Wars”, πιθανώς θα αισθανόσουν κάποιου είδους νοσταλγία για εκείνες τις ταινίες βλέποντάς τις ξανά. Σε κάποια φάση, ωστόσο, η Disney αγοράζει τη Lucasfilm. Και η σκέψη που κάνει είναι η εξής: Αν οι άνθρωποι είναι τόσο νοσταλγικοί για το “Star Wars”, αντί να κάνουμε απλά ατελείωτα remaster στις παλιές ταινίες, γιατί να μη δημιουργήσουμε νέες ταινίες “Star Wars” βασισμένες στις παλιές, και μάλιστα να κυκλοφορούμε τέτοιες ταινίες συνεχώς; Και παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι κριτικοί κινηματογράφοι θα σας πουν ότι οι νέες ταινίες δεν είναι εφάμιλλες των πρωτοτύπων, το όλο πράγμα φαίνεται να λειτουργεί. Αυτό είναι ένα παράδειγμα παντοτινικού λόγου, που ουσιαστικά προσκαλεί τους ανθρώπους να ακολουθήσουν μια συγκεκριμένη λογική: να συμφωνήσουν με την ιδέα ότι αν πάρουμε κάτι από το παρελθόν και το αναβιώσουμε, και κατόπιν συνεχίσουμε να προσφέρουμε ολοένα και περισσότερο από αυτό, συνεχίσουμε να του επιτρέπουμε να ζει και να ευδοκιμεί ως πολιτιστικό φαινόμενο, τότε οι άνθρωποι δεν θα το λαχταρούν πλέον. Πράγματι, θα ήταν κάπως παράλογο να αισθάνεται νοσταλγικά ο κόσμος σήμερα για το “Star Wars”».

Πού εντοπίζετε τις αιτίες του φαινόμενου; Είναι η οικονομική λογική του κέρδους η καθοριστική; Πώς θα βγάλουμε όσα περισσότερα χρήματα μπορούμε από ένα προϊόν κάνοντάς το παντοτινό; Ή κάτι άλλο;

«Ναι, ο οικονομικός παράγοντας είναι πραγματικά ο κινητήριος παράγοντας εδώ. Μακάρι να μπορούσα να πω ότι η εφεύρεση αυτού του νέου τρόπου συσχέτισης με το παρελθόν είναι με κάποιον τρόπο μια αντανάκλαση των επιθυμιών των καταναλωτών, που μπορεί να μας πει κάτι για το πού βρισκόμαστε στην ιστορία του είδους μας ή κάτι ανάλογο… Αλλά η αλήθεια είναι ότι έχω μια πολύ συγκεκριμένη top-down άποψη για τον παντοτινισμό, τον βλέπω σαν μια στρατηγική μάρκετινγκ».

Αλήθεια, από πού εμπνευστήκατε τη λέξη;

«Την πήρα ακριβώς από το λεξιλόγιο του μάρκετινγκ, πρόκειται για έναν όρο τον οποίο βρήκα στα τέλη της δεκαετίας του 2000 σε ένα αρκετά δημοφιλή ιστότοπο, το Trendwatching. Ηταν ένας τρόπος για να περιγράψω πώς οι εταιρείες είναι σε θέση να εμπορεύονται συνεχώς την πνευματική τους ιδιοκτησία χωρίς να χρειάζεται να δημιουργήσουν τίποτα νέο. Απλά την αναβιώνουν (reboot) και μετά την αναπαράγουν, ώστε να συνεχίζεται για πάντα. Απώτερος στόχος της χρήσης ενός παντοτινικού πλαισίου είναι το κέρδος».

Υπάρχει παντοτινισμός και στην πολιτική;

«Απολύτως! To ίδιο ακριβώς πλαίσιο εμφανίζεται και στην πολιτική. Και το παράδειγμα που μου αρέσει να δίνω στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι άλλο από τον Ντόναλντ Τραμπ. Οταν έγραφα το βιβλίο, ο Τραμπ είχε ήδη κάνει μια θητεία στον Λευκό Οίκο. Δεν είχε, βεβαίως, επανεκλεγεί ακόμη, οπότε ήταν κάπως περίεργο να τον επικαλούμαι ως παράδειγμα. Κι όμως κατέληξε να ξαναμπεί στο Οβάλ Γραφείο. Ο Τραμπ χρησιμοποιεί ένα παντοτινικό πλαίσιο στα πολιτικά του μηνύματα. Τι άλλο είναι το “Make America Great Again”; Δεν πρόκειται απλώς για ένα κάλεσμα στους ανθρώπους να είναι νοσταλγικοί για το παρελθόν. Αυτό που τους λέει ουσιαστικά είναι το εξής: “Θα πρέπει να είστε νοσταλγικοί για την τάδε εποχή ή τη δείνα χρονική περίοδο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όταν τα πράγματα ήταν κερδοφόρα και οι άνθρωποι ήταν ευτυχισμένοι. Και είμαι ο μόνος που μπορεί να αναβιώσει την εν λόγω εποχή ή περίοδο στο παρόν και να την οδηγήσει στο μέλλον, ώστε να μην αισθάνεστε πλέον νοσταλγικά για αυτή”. Κοντολογίς, το σχέδιο είναι η πρόκληση νοσταλγίας σε έναν πληθυσμό και μετά η παρουσίαση μιας θεραπείας για αυτή, η οποία συνίσταται στην προσφορά του παρελθόντος, προκειμένου οι άνθρωποι να μην το λαχταρούν πλέον».

Δώστε τους λίγο παρελθόν για να σταματήσουν να είναι νοσταλγικοί, αυτή είναι η ιδέα;

«Αυτή είναι η ιδέα. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν νέο τρόπο καταπολέμησης αυτού του συναισθήματος, που είναι πολύ απειλητικό για τις κοινωνίες που βάζουν πάνω από όλα την πρόοδο, όπως είπαμε».

Σχετίζεται το φαινόμενο του παντοτινισμού με την άνοδο της ψηφιακής σφαίρας; Με την ψηφιοποίηση της ζωής μας; Είναι ο σύγχρονος ψηφιακός καπιταλισμός και η ψηφιακή τεχνολογία προϋπόθεση της ανάδυσής του;

«Είναι δεδομένο ότι η ψηφιακή τεχνολογία παρέχει νέα εργαλεία με τα οποία μπορεί κανείς να αναβιώνει πράγματα αδιάκοπα. Για παράδειγμα, εάν η τεχνητή νοημοσύνη μας δίνει τη δυνατότητα να αναπαράγουμε τις φωνές διάσημων ηθοποιών που δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή, τότε μπορούμε πράγματι να χρησιμοποιούμε αυτές τις φωνές ξανά και ξανά για να φτιάξουμε νέες ταινίες ενός franchise. Μπορούμε να συνεχίσουμε να δημιουργούμε και να δίνουμε φωνή στον Νταρθ Βέιντερ ή σε όλους τους χαρακτήρες του Scooby-Doo στα κινούμενα σχέδια, αν θέλουμε…».

Μπορούμε με τον ίδιο τρόπο να διαιωνίσουμε μέσα στο ίδιο μας το κινητό και συγγενείς μας που έχουν πεθάνει;

«Ω, ναι, απολύτως. Αυτό το έχουμε ήδη κάνει. Για να επιστρέψω όμως σε αυτό που λέγαμε προηγουμένως για τη λογική του παντοτινισμού, υφίσταται, για παράδειγμα, σήμερα μια εμμονή με τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, οι οποίες παρουσιάζονται ως κάτι για το οποίο θα πρέπει κανείς να είναι νοσταλγικός. Αυτό άλλωστε είναι το πρώτο βήμα του παντοτινισμού: η υπόδειξη του αντικειμένου της νοσταλγίας, ώστε μετά να προσφερθεί περισσότερο από αυτό το παρελθόν, ώστε να μην νιώθει κανείς πλέον νοσταλγία».

Είναι ο παντοτινισμός μια απώθηση του τέλους ή της απώλειας, για να μιλήσουμε λίγο πιο φιλοσοφικά; Μια απόπειρα να καταστεί κάτι αθάνατο – και για να είμαι ειλικρινής, αυτό που μου ήρθε πρώτη φορά στον νου διαβάζοντας τον όρο ήταν αυτή η συζήτηση κάποιων tech bros για το πώς μπορούν να μεταφορτώσουν τον εγκέφαλό τους στο cloud…

«Η συζήτηση για την ψηφιοποίηση και τη δεδομενοποίηση των ανθρώπινων όντων βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και αρκετά χρόνια. Η ιδέα της ψηφιακής αθανασίας και το όλο πλαίσιο της συζήτησης παραπέμπει πράγματι σε αυτό που αποκαλώ παντοτινισμό. Αν κάτι μπορεί να διαρκέσει για πάντα, τότε τα αρνητικά συναισθήματα που μπορεί να σχετίζονται με ένα τέλος, όπως για παράδειγμα η θλίψη, αλλά και τα θετικά, η χαρά για το τέλος ενός έργου ή ενός βιβλίου, η νοσταλγία όταν κάτι φεύγει, εξανεμίζονται».

Εχω μια τελευταία ερώτηση. Πώς βλέπετε να εξελίσσεται η διαδικασία του παντοτινισμού στην κουλτούρα και την πολιτική τα επόμενα 5 χρόνια;

«Νομίζω ότι η επόμενη πενταετία θα αποτελέσει ένα σημείο καμπής. Μεταξύ άλλων διότι, όπως ξέρετε, εδώ στις ΗΠΑ θα έχουμε και το τέλος της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ – κάποιοι πίστευαν ότι θα ήταν ο παντοτινός πρόεδρος (forever president), ο παντοτινός υποψήφιος (forever candidate). Σε ό,τι αφορά την τάση για αναβίωση ευρέως δημοφιλών franchise στον χώρο της ψυχαγωγίας, μπορώ να σας πω το εξής: ακόμα και όταν έγραφα το βιβλίο μου πριν από μερικά χρόνια, ένιωθα ότι η τάση αυτή μάλλον θα τελείωνε κάποια στιγμή. Πιστεύω ότι οι καταναλωτές θα κουραστούν σε κάποια φάση από τις αναβιώσεις. Και ότι πιθανότατα θα έρθει μια μέρα τα επόμενα χρόνια που οι παντοτινικοί λόγοι ίσως να μην έχουν πλέον πολύ νόημα. Οπως γνωρίζετε, οι πολιτικοί παρακινούνται από την επιθυμία της επανεκλογής και οι εταιρείες από την επιθυμία της αύξησης του κέρδους. Εάν τίποτα από τα δύο δεν γίνεται, τότε ο παντοτινικός λόγος θα εγκαταλειφθεί».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version