Ο αμερικανός φυσικός Ρίτσαρντ Φάινμαν είχε διάφορα χαρίσματα. Εκτός από δεινός αυτοσχέδιος μουσικός των μπόνγκο, διέθετε και τη σπάνια ικανότητα να εξηγεί δυσνόητα φαινόμενα του υποατομικού κόσμου χωρίς να τα απλοποιεί χοντροκομμένα, ενώ την ίδια στιγμή υπενθύμιζε στους φοιτητές του πόσο εύκολα οι βεβαιότητες μπορούν να διολισθήσουν σε ψευδαισθήσεις. Σε μία από τις διάσημες πλέον διαλέξεις του στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ στις 8 Νοεμβρίου 1964 είχε διατυπώσει τη φράση: «Νομίζω πως μπορώ να πω με ασφάλεια ότι κανένας δεν καταλαβαίνει την κβαντομηχανική», εννοώντας ότι η συμπεριφορά των κβάντων αδυνατεί να γίνει κατανοητή ή να ερμηνευτεί με την κοινή λογική της ανθρώπινης εμπειρίας. Την επόμενη χρονιά τιμήθηκε με το Βραβείο Νομπέλ Φυσικής για τη θεωρητική συμβολή του στην κβαντική ηλεκτροδυναμική.
Από μια καίρια υπενθύμιση των ορίων της ανθρώπινης διαίσθησης, η περίφημη φράση του Φάινμαν δεν άργησε να μετατραπεί σε άλλοθι για σχεδόν οτιδήποτε. Αφού κανείς δεν καταλαβαίνει τα κβάντα, τότε μπορεί να τους προσδώσει κάθε είδους ιδιότητα και υπόσχεση. Το κενό αυτό εκμεταλλεύτηκε στις αρχές του ’70 το New Age. Αυτή την περίοδο παρατηρήθηκε η ανάδυση «ολιστικών» κινημάτων υγείας τα οποία προέτασσαν στροφή στην αυτοφροντίδα αλλά ταυτόχρονα προωθούσαν την αποϊατρικοποίησή της, υιοθετώντας μια πιο «πνευματική» γλώσσα για το ανθρώπινο σώμα.
Τα κβάντα για τα πάντα
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, το 1977 στη Γερμανία, ο ιατρός Φρανζ Μόρελ και ο γαμπρός του, ο ηλεκτρολόγος μηχανικός Ερικ Ρας, παρουσίασαν τη λεγόμενη θεραπεία MORA και την ομότιτλη συσκευή που οι δύο γερμανοί ισχυρίζονταν ότι μπορεί να διαγνώσει και να θεραπεύσει ασθένειες μέσω της εφαρμογής ηλεκτρομαγνητικών «συχνοτήτων» αδιευκρίνιστης φύσης, εξαφανίζοντας, όπως διατείνονταν, διάφορες νόσους σε κυτταρικό επίπεδο, αποκαθιστώντας τη φυσική βιοηλεκτρική ισορροπία του οργανισμού.
Και κάπως έτσι γεννήθηκε ο «βιοσυντονισμός», που σήμερα διαφημίζεται σε ιστοτόπους ιατρείων και κέντρων ευεξίας και στην Ελλάδα κάτω από την ομπρέλα της «κβαντικής ιατρικής», η οποία υπόσχεται ακόμη και την «αποτοξίνωση» του ανθρώπινου οργανισμού από τον εμβολιασμό κατά της COVID-19!
Μιλώντας στο «Β», ο πανεπιστημιακός δάσκαλος, ιδρυτής των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης και επικεφαλής του Κέντρου Ανοικτών Διαδικτυακών Μαθημάτων Mathesis, Στέφανος Τραχανάς, επισημαίνει ότι η «κβαντική ιατρική είναι μια καθαρά ψευδοεπιστημονική επινόηση προς άγραν ανυποψίαστων πελατών που εντυπωσιάζονται από τη χρήση και μόνο του προσδιορισμού “κβαντικός”, ο οποίος παραπέμπει στην κορυφαία επιστημονική θεωρία του κόσμου μας που είναι η κβαντομηχανική». Στον πυρήνα της, υποστηρίζει ο κ. Τραχανάς, βρίσκεται μια μυστικιστική θεώρηση του «κβαντικού» ως η ιδέα ότι ο νους κυβερνά την ύλη, στην οποία εδράζονται υπερφίαλες υποσχέσεις για τη θεραπεία ακόμη και σοβαρών ασθενειών μέσω του βιοσυντονισμού.
Για τον καθηγητή Πειραματικής Σωματιδιακής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου Χρίστο Λεωνιδόπουλο, η κβαντομηχανική έχει συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη σημαντικών εφαρμογών στην κλασική ιατρική, τόσο σε επίπεδο ανίχνευσης και διάγνωσης όσο και θεραπείας.
«Αντίθετα με τις ψευδοεπιστημονικές θεωρίες περί “κβαντικής ιατρικής” που υπόσχονται θεραπείες που δεν υποστηρίζονται από καμία κλινική μελέτη, οι πραγματικές ιατρικές εφαρμογές που βασίζονται στην κβαντομηχανική είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσες. Για παράδειγμα, πολλοί από εμάς έχουν κάνει μαγνητικές ή αξονικές τομογραφίες. Ολοι μας έχουμε βγάλει κάποια στιγμή μια ακτινογραφία. Οι εγχειρήσεις laser σε επεμβάσεις για διόρθωση μυωπίας δεν είναι πια κάτι το εξωτικό. Ταυτόχρονα όλοι μας είμαστε εξοικειωμένοι με την ακτινοθεραπεία που χρησιμοποιεί ιονίζουσα ακτινοβολία υψηλής ενέργειας για την καταστροφή ή συρρίκωνση καρκινικών κυττάρων». Οπως αναφέρει στο «Β» ο κ. Λεωνιδόπουλος, «αυτές οι τεχνολογικές εξελίξεις είναι μερικές μόνο από τις απρόσμενες εφαρμογές που γεννήθηκαν από την ανάγκη μας να κατανοήσουμε τους θεμελιώδεις νόμους της Φυσικής. Ισως σας φαίνεται παράξενο αλλά καμία από αυτές τις εφαρμογές δεν φέρει τον όρο “κβαντική”. Αυτά τα εργαλεία βρίσκονται στη διάθεση κάθε επιστήμονα και κάθε ιατρείου, χωρίς να χρειάζονται διαφήμιση με βαρύγδουπους επιθετικούς προσδιορισμούς».
Βιοσυντονισμός made in Germany
H ευρωπαϊκή «καρδιά» του βιοσυντονισμού χτυπά ακόμη δυνατά στη Γερμανία, εκεί όπου στα τέλη του ’70 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το πρόπλασμα της «κβαντικής ιατρικής». Σήμερα στη χώρα λειτουργεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα εμπορικά οικοσυστήματα του χώρου. Με έδρα το Πλάνεκ, προάστιο του Μονάχου, η REGUMED δηλώνει ότι σχεδιάζει, αναπτύσσει και εμπορεύεται συσκευές για χρήση σε ανθρώπους και κατοικίδια. Σε υλικό που προβάλλει η ίδια, η εταιρεία αναφέρεται σε εθνικό δίκτυο άνω των 3.000 «θεραπευτών», εκ των οποίων περίπου οι μισοί εμφανίζονται ως ιατροί και κτηνίατροι.
Στο προωθητικό της υλικό, η εταιρεία παρουσιάζει τη συσκευή BICOM ως «ιατροτεχνολογικό προϊόν» κατηγορίας κινδύνου IIa σε δύο εκδόσεις: μία για εγκατάσταση στο ιατρείο και μία «κινητή» που προβάλλεται ως λύση ευελιξίας για κατ’ οίκον επισκέψεις. Στο ίδιο πλαίσιο, αποδίδει στη συσκευή δυνατότητα εφαρμογής σε «ήπιες έως μέτριες αλλεργικές και αλλεργιοσχετιζόμενες» καταστάσεις, ενώ σημειώνει ότι η μέθοδος «μπορεί εύκολα να ανατεθεί» σε άλλο εκπαιδευμένο προσωπικό, μέσω σεμιναρίων που προσφέρονται από διεθνείς αντιπροσώπους της, με τη διευκρίνιση, σύμφωνα με το ίδιο υλικό, ότι «μόνο η διάγνωση» πρέπει να γίνεται από αδειούχο ιατρό ή από κρατικά αναγνωρισμένο Heilpraktiker (επαγγελματία εναλλακτικής θεραπευτικής στη Γερμανία). Μετά τις διαμάχες στα δικαστήρια του Μονάχου το 2016, στο προωθητικό υλικό της εταιρείας συναντάται πλέον η εξής υποσημείωση: «Στη συμβατική ιατρική, ωστόσο, η βιοσυντονιστική θεραπεία BICOM δεν έχει υποβληθεί σε επιστημονική έρευνα και δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί».
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του «Β», η διείσδυση συσκευών βιοσυντονισμού, όπως η BICOM, στην Ελλάδα φαίνεται να είναι μεγάλη, με αρκετά κέντρα ευεξίας αλλά και συμβατικά ιατρεία διαφόρων ειδικοτήτων να προσφέρουν «κβαντικές θεραπείες» για ένα ομολογουμένως ευρύ φάσμα ασθενειών από το πεδίο της αλλεργιολογίας και του αναπνευστικού μέχρι τον χρόνιο πόνο και ευρύτερα «φλεγμονώδη» συμπτώματα. Στο ίδιο «καλάθι» εντάσσονται συχνά γαστρεντερικές διαταραχές ενώ δεν λείπουν οι αναφορές σε ορμονικές και μεταβολικές δυσλειτουργίες. Παράλληλα, η μέθοδος προβάλλεται ως εργαλείο για ψυχική δυσφορία και άλλα προβλήματα (όπως άγχος, κρίσεις πανικού, κατάθλιψη, διαταραχές ύπνου, χρόνια κόπωση), για παιδιατρικά και νευροαναπτυξιακά ζητήματα όπως η διάσπαση προσοχής και η υπερκινητικότητα, ακόμη και για εξαρτήσεις, με έμφαση στη διακοπή καπνίσματος. Τέλος, ένα σημαντικό κομμάτι της εμπορικής της γλώσσας περιστρέφεται γύρω από την «αποτοξίνωση» από «βαρέα μέταλλα», φάρμακα ή «ηλεκτρομαγνητική επιβάρυνση» ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις παρουσιάζεται και ως «υποστηρικτική» παρέμβαση σε αυτοάνοσα, ακόμη και σε κακοήθειες.
Το ερώτημα: Πού είναι η απόδειξη;
Οσο πιο ολοκληρωμένο μοιάζει το «καλάθι», τόσο πιο αμείλικτο γίνεται το ερώτημα: πού είναι η απόδειξη; Το «Β» αναζήτησε απαντήσεις από τον βρετανογερμανό ιατρό και ερευνητή Εντζαρντ Ερνστ που αφιέρωσε την καριέρα του στην τεκμηριωμένη αξιολόγηση της συμπληρωματικής και εναλλακτικής ιατρικής.
Αφού διετέλεσε καθηγητής Φυσικής Ιατρικής και Αποκατάστασης στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, το 1993 μετακινήθηκε στο Πανεπιστήμιο του Εξιτερ στη Μ. Βρετανία για να ιδρύσει το Τμήμα Συμπληρωματικής Ιατρικής και να αναλάβει την πρώτη σχετική ακαδημαϊκή έδρα διεθνώς.
Γεννημένος και εκπαιδευμένος στη Γερμανία, με πρώιμη θητεία σε ομοιοπαθητικό νοσοκομείο στο Μόναχο, έγινε γνωστός για τις κριτικές του δημοσιεύσεις, τη σταθερή αρθρογραφία του στη βρετανική εφημερίδα «Guardian» και τη δημόσια αντιπαράθεση με πρακτικές χωρίς αξιόπιστη κλινική τεκμηρίωση. Το 2015 βραβεύτηκε με το Βραβείο Τζον Μάντοξ για το «θάρρος υπεράσπισης της επιστήμης».
Μιλώντας στο «Β», ο Ερνστ είναι κατηγορηματικός: «Δεν υπάρχει ούτε εύλογη θεωρητική βάση για τον βιοσυντονισμό ούτε αξιόπιστη ένδειξη ότι “δουλεύει”». Στις λίγες δημοσιεύσεις που επικαλούνται οι υποστηρικτές του, αναφέρει ο ίδιος, επανέρχονται ξανά και ξανά τα ίδια «κόκκινα σημαιάκια»: μελέτες σχεδιασμένες από θιασώτες της μεθόδου, χωρίς επαρκείς δικλίδες έναντι μεροληψίας, χωρίς έλεγχο. Και το κρισιμότερο, χωρίς ανεξάρτητη αναπαραγωγή. «Αν ένα τέτοιο εργαλείο είχε πραγματικό κλινικό αποτέλεσμα, θα το βλέπαμε σε αυστηρές δοκιμές και σε μετα-αναλύσεις» σημειώνει ο ομότιμος καθηγητής.
Σε ένα μικρό αλλά δηλητηριωδώς εύστοχο δοκίμιο στα γερμανικά, ο Ερνστ περιγράφει τον βιοσυντονισμό ως μία χαρακτηριστική περίπτωση ψευδοεπιστημονικής γλώσσας. Τεχνικοφανείς όροι που «κρύβουν περισσότερα απ’ όσα αποκαλύπτουν», των οποίων «η αληθινή σημασία, όταν αφαιρεθεί το επιστημονικό βερνίκι, είναι απλή αλλά δεν βγάζει νόημα […], μια μεταμφίεση του παράλογου σε επιστήμη». Στο ίδιο δοκίμιο ο Ερνστ προειδοποιεί ότι η ψευδοεπιστημονική γλώσσα του βιοσυντονισμού «έχει τη δυνατότητα να παραπλανήσει πολλούς ανθρώπους» και άρα συνεπάγεται κινδύνους για τη δημόσια υγεία – μια θέση που ενστερνίζεται και ο κ. Τραχανάς.
Το αναμενόμενο ως θεραπεία
Μιλώντας στο «Β», η Ιωάννα, φυσικοθεραπεύτρια με εμπειρία στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική και τη ρεφλεξολογία, δίνει τη δική της εκδοχή και αναφέρει ότι γνώρισε για πρώτη φορά τον βιοσυντονισμό το 2010 στη Γερμανία μέσω ενός νευρολόγου-ψυχιάτρου, ο οποίος «χρησιμοποιούσε εγκεφαλικές συχνότητες για κρίσεις πανικού, κατάθλιψη και αγχώδεις διαταραχές, με πάρα πολύ καλά αποτελέσματα». Αυτό την ώθησε να εκπαιδευτεί λίγο αργότερα στην Ελλάδα με τη μέθοδο αφού αγόρασε μια συσκευή BICOM. «Τα δύο πρώτα χρόνια χρησιμοποίησα τη συσκευή παράλληλα με τις άλλες θεραπείες που έκανα χωρίς να χρεώνω για να διαπιστώσω αν όντως κάνει δουλειά». Η φυσικοθεραπεύτρια χρησιμοποιεί τη συσκευή σε ένα ευρύ φάσμα περιστατικών (από ημικρανίες και ψυχική δυσφορία μέχρι αλλεργίες), με την ίδια να τονίζει την ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα της συσκευής στις αλλεργίες και ειδικότερα σε παιδιά. «Ο οργανισμός είναι πιο “παρθένος”, άρα μπορεί να υπάρξει αποτέλεσμα με πολύ λίγες συνεδρίες. Ενα παιδάκι με μία θεραπεία σε μία συνεδρία είναι συνήθως ΟΚ».
Στη φυσική διακύμανση των αλλεργιών αποδίδει την υποτιθέμενη αποτελεσματικότητα των εναλλακτικών θεραπειών ο Νίκος Παπαδόπουλος, καθηγητής Αλλεργιολογίας και Παιδιατρικής Αλλεργιολογίας και υπεύθυνος της Μονάδας Αλλεργιολογίας της Β’ Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος μιλώντας στο «Β» τόνισε: «Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να δείχνουν οποιαδήποτε αποτελεσματικότητα των “εναλλακτικών θεραπειών”, μεγαλύτερη από εκείνη της εικονικής θεραπείας (placebo)».
Παραπέμποντας και στην επίσημη θέση της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Αλλεργιολογίας, ο κ. Παπαδόπουλος εξήγησε ότι «στις αλλεργίες, το πεδίο είναι εκ φύσεως “ύπουλο”, ακριβώς επειδή τα συμπτώματα έρχονται και φεύγουν. Ετσι, μια φυσική διακύμανση της νόσου μπορεί να πιστωθεί ως βελτίωση οφειλόμενη στην εναλλακτική θεραπεία. Η επιστήμη της ιατρικής προοδεύει αδιάκοπα. Ειδικά στην αλλεργιολογία οι πρόοδοι είναι τεράστιες και σήμερα μπορούμε να διαγνώσουμε με ακρίβεια και να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τις περισσότερες αλλεργίες».
«Μην κοροϊδεύεις τον εαυτό σου»
Ο Ρίτσαρντ Φάινμαν πέθανε το 1988 ύστερα από οκταετή μάχη με σπάνιο καρκίνο στην κοιλιακή χώρα και τις επιπλοκές του, ανάμεσά τους η νεφρική ανεπάρκεια που τον οδήγησε σε εξαντλητικές θεραπείες. Παρ’ όλη την εύθραυστη υγεία του, έμεινε ενεργός ως το τέλος. Το 1986 συνέβαλε καθοριστικά στη διερεύνηση των αιτιών του δυστυχήματος του διαστημικού λεωφορείου Τσάλεντζερ.
Το 1974, δέκα χρόνια μετά τη διάσημη διάλεξή του στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ, απευθυνόμενος αυτή τη φορά στους αποφοίτους του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Καλιφόρνιας, ο Φάινμαν συμπύκνωσε τη δεοντολογία που διέπει τη συμπεριφορά των επιστημόνων σε δύο απλές αρχές. Πρώτον, «να μην κοροϊδεύεις τον εαυτό σου», να λες καθαρά πού μπορεί να σφάλλεις, τι δεν έχεις ελέγξει, ποια εξήγηση δεν «αντέχει» πια. Και δεύτερον, «όταν μιλάς με την ιδιότητα του επιστήμονα, να μην κοροϊδεύεις τον μη ειδικό».
