Στο τεντωμένο σχοινί των θεσμικών ακροβασιών και των κυβερνητικών προσπαθειών χειραγώγησης των κοινοβουλευτικών διαδικασιών επιχειρεί να ισορροπήσει η Βουλή, με το κλίμα ακραίας πόλωσης και γενικευμένης δυσπιστίας να ναρκοθετεί το πολιτικό τοπίο εν όψει της κορυφαίας πρόκλησης της συνταγματικής αναθεώρησης.
Με νέους πολιτικούς σχηματισμούς να επιτείνουν τις συνθήκες ρευστοποίησης που συνθέτουν το κατακερματισμένο σκηνικό σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, η ΝΔ επιλέγει να κλείσει με συνοπτικές διαδικασίες τις κοινοβουλευτικές «εκκρεμότητες» που τη βαραίνουν στα μεγάλα μέτωπα των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ, «ξεμπερδεύοντας» μέσα σε ένα τριήμερο με τα μεγάλα «αγκάθια»: της ακρόασης από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής του διοικητή της ΕΥΠ Θεμιστοκλή Δεμίρη, της ακρόασης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, ο οποίος αρνήθηκε να εμφανιστεί επικαλούμενος τη διάκριση των εξουσιών, με τη «γαλάζια» πλειοψηφία να… βάζει πλάτη ματαιώνοντας τη συνεδρίαση ώστε να μη δοθεί η δυνατότητα στα μέλη της επιτροπής να αντιδράσουν, της σύστασης προανακριτικής επιτροπής για τους πρώην υπουργούς Σπήλιο Λιβανό και Φωτεινή Αραμπατζή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, η οποία απορρίφθηκε «μετ’ επαίνων» από την πλειοψηφία, και βεβαίως της συγκρότησης εξεταστικής επιτροπής για τις υποκλοπές, βάσει του σχετικού συνταγματικού δικαιώματος της μειοψηφίας, που μεθοδεύτηκε η ανατροπή του μέσω της αλλαγής των απαιτούμενων πλειοψηφιών.
«Big bang εξελίξεων»
Βουλευτές της ΝΔ στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους μιλούσαν για «big bang πολιτικών εξελίξεων» και για ξεκάθαρη επιλογή «να καθαρίσει το τοπίο». Οι πιο συγκρατημένοι, πάντως, εμφανίζονταν ιδιαίτερα προβληματισμένοι και αμήχανοι καθώς θεωρούσαν, όπως ομολογούσαν με κάθε εμπιστευτικότητα, ότι «μπορεί να επιχαίρουν κάποιοι («δείχνοντας» το Μέγαρο Μαξίμου), ότι πέρασε ο σχεδιασμός μας» (με την καταψήφιση της πρότασης για σύσταση εξεταστικής επιτροπής με πλειοψηφία 151 βουλευτών και όχι 120, όπως προβλέπεται στο πλαίσιο του συνταγματικού δικαιώματος της μειοψηφίας να προτείνει εξεταστική, όπως έγινε άλλωστε το 2022), όμως «μιλάμε για θεσμούς και πρέπει να μας προβληματίζει για το μέλλον». Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση κάποιων «ανησυχούντων» βουλευτών της ΝΔ, «δεν μπορείς με νομικίστικα τερτίπια να αντιμετωπίζεις σημαντικά θεσμικά ζητήματα».
Οπως μάλιστα σχολίαζαν με έκδηλη αμηχανία «τι θα κάνουμε εμείς οι βουλευτές αν έρθει, όπως ακούγεται, ρύθμιση που θα διασφαλίζει ευνοϊκότερη ποινική μεταχείριση σε κάποιους (σ.σ. όπως οι καταδικασθέντες ιδιώτες για το σκάνδαλο των υποκλοπών…), πώς θα το υποστηρίξουμε θεσμικά;».
Μέσα σε αυτό το κλίμα διάχυτης αμηχανίας αρκετών βουλευτών για τις θεσμικές προεκτάσεις και επιπτώσεις των κυβερνητικών χειρισμών, μπορεί «ο στόχος να επετεύχθη» και η πρόταση του ΠαΣοΚ να απορρίφθηκε διά της επιβολής της ισχύος της πλειοψηφίας έναντι του δικαιώματος της μειοψηφίας να συγκροτεί εξεταστική επιτροπή με 120 βουλευτές «ανεξαρτήτως πλειοψηφίας», όπως ορίζει το άρθρο 144 του Κανονισμού της Βουλής, ωστόσο, τα «μέτωπα» που η ΝΔ επιχείρησε να κλείσει fast track δεν κλείνουν.
Αντιθέτως, όλο και περισσότεροι συνειδητοποιούν ότι αποτελούν προοίμιο της προεκλογικής πόλωσης μέσα στο μεταβαλλόμενο πολιτικό περιβάλλον που συνθέτει η δημιουργία κομμάτων – η Μαρία Καρυστιανού παρουσίασε ήδη τον φορέα της, έπεται η ανακοίνωση του κόμματος Τσίπρα (μεθαύριο), ενώ και η παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά μέσα σε αυτή τη συγκυρία κατά τη συζήτηση για την εξεταστική επιτροπή με σκληρές αναφορές τόσο στο επίμαχο ζήτημα των υποκλοπών όσο και τα εθνικά θέματα και την ακολουθούμενη εξωτερική πολιτική, δεν πέρασε απαρατήρητη από όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις ως προς το ενδεχόμενο να προχωρήσει σε ίδρυση κόμματος, όπως πολλοί γύρω του εισηγούνται.
Η σπουδή της κυβερνητικής πλειοψηφίας να κλείσει άρον-άρον τους «ανοιχτούς λογαριασμούς» της επιτείνει το κλίμα αμφισβήτησης του αφηγήματος της σταθερότητας που προβάλλει το Μέγαρο Μαξίμου, για αυτό και πυροδοτεί εξελίξεις, τις οποίες αναμένουν στη ΝΔ. Είναι ενδεικτικό ότι τις ημέρες αυτές σε συσκέψεις που πραγματοποιήθηκαν εν όψει της συζήτησης για την εξεταστική επιτροπή, οι «γαλάζιοι» επιτελείς δεν απέκλειαν την κατάθεση εκ μέρους της αξιωματικής αντιπολίτευσης πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης, χαρτί που παραμένει πάντα πάνω στο τραπέζι του Νίκου Ανδρουλάκη, όπως και η πρόταση μομφής κατά του Προέδρου της Βουλής Νικήτα Κακλαμάνη.
Πάντως, η εικόνα των μαζικών αποχωρήσεων των κομμάτων από τη συνεδρίαση της Παρασκευής (με εξαίρεση την Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου, η οποία παρέμεινε «γιατί πρέπει να ακούγεται η φωνή της αντιπολίτευσης»), παραπέμπει σε Βουλή που πνέει τα λοίσθια, κάτι που έρχεται να ενισχύσει τις εκτιμήσεις όσων θεωρούν ότι ο χρόνος των εκλογών μπορεί να πλησιάζει, παρά τις πρωθυπουργικές διακηρύξεις για την άνοιξη του 2027.
Κρίση εμπιστοσύνης
Σε κάθε περίπτωση, η συσσωρευμένη αμφισβήτηση εκ μέρους της αντιπολίτευσης των κυβερνητικών χειρισμών σε μείζονα θέματα θεσμικής σημασίας, όπως αυτοί αποτυπώθηκαν με τη διαχείριση των υποθέσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ και των υποκλοπών, δημιουργεί ένα «εκρηκτικό μείγμα» με δύσκολα προβλέψιμες πολιτικές και κοινοβουλευτικές προεκτάσεις. Και βεβαίως έρχεται να συμβάλει στην εμπεδωμένη κρίση εμπιστοσύνης της κοινωνίας, η οποία, όπως κατέγραψε η έρευνα της Metron Analysis για τον «Κύκλο Ιδεών» του Ευάγγελου Βενιζέλου, εκφράζει την καθολική αμφιβολία της σχετικά με το αν θα αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεγάλες υποθέσεις που ταλανίζουν την επικαιρότητα (το 80% απαντά ξεκάθαρα «όχι» για τις περιπτώσεις των Τεμπών, του ΟΠΕΚΕΠΕ και των υποκλοπών). Οπως σχολίαζε σχετικά ο κ. Βενιζέλος «η έρευνα εκφράζει μια κοινωνία ανασφαλή, δυσαρεστημένη, φοβική και μια κοινωνία που δεν αγοράζει εύκολα τα κυρίαρχα αφηγήματα, όπως της επιστροφής στην κανονικότητα», επισημαίνοντας ότι «η κοινωνία έχει καταστεί καχύποπτη, και όποιος την προσλαμβάνει ως εύπιστη ή αφελή, κάνει πολύ μεγάλο λάθος».
Υπό το πρίσμα αυτό είναι αρκετοί οι βουλευτές που θεωρούν ότι οι κυβερνητικοί χειρισμοί επιτείνουν τη θεσμική απαξίωση των κοινοβουλευτικών λειτουργιών και υπονομεύουν την κορυφαία διαδικασία της αλλαγής του καταστατικού χάρτη της χώρας, παρά τις φιλόδοξες διακηρύξεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για «θεσμική ρήξη και φυγή προς τα μπρος» και διαμόρφωση ενός «οδικού χάρτη με επιμέρους πυξίδες που θα οδηγούν τη δημόσια ζωή και το πολιτικό σύστημα στη νέα εποχή».
