Η κρυφή περιβαλλοντική πρόκληση

Το ζητούμενο δεν είναι αν θα υπάρχουν κέντρα δεδομένων, αλλά αν θα χτίζονται με περιβαλλοντικά βιώσιμους όρους, εξετάζοντας κάθε φορά τις παραμέτρους του πολυπαραγοντικού θέματος.

Η κρυφή περιβαλλοντική πρόκληση

Η απρόσκοπτη ανάπτυξη υπολογιστικών κέντρων εξαρτάται από τη διαθέσιμη γη, την ενεργειακή υποδομή και τους υδάτινους πόρους, οι περιορισμοί των οποίων έχουν οδηγήσει σε πειραματικές εγκαταστάσεις από τον Αρκτικό Κύκλο (Meta, 2014) και τις υποθαλάσσιες τοποθεσίες (Microsoft, 2020) έως και το Διάστημα (Starcloud / Nvidia, 2025)!

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν περίπου 10.000 λειτουργικά κέντρα δεδομένων σε όλον τον κόσμο, ενώ παράλληλα βιώνουμε έναν αγώνα ταχύτητας για την κατασκευή νέων. Αυτό αιτιολογεί το εντυπωσιακό γεγονός ότι ενώ ο ρυθμός αύξησης της παγκόσμιας ζήτησης ηλεκτρισμού αναφέρεται στο 3% το 2025, την ίδια στιγμή η κατανάλωση ρεύματος από κέντρα δεδομένων αυξήθηκε κατά 17%! Μάλιστα προβλέπεται ότι μέχρι το 2030 οι παγκόσμιες ενεργειακές ανάγκες των κέντρων δεδομένων θα ξεπεράσουν τη σημερινή συνολική κατανάλωση ηλεκτρισμού ολόκληρης της Ιαπωνίας.

Η κατανάλωση ενέργειας στα κέντρα δεδομένων αποτελεί ευρέως γνωστό θέμα, αλλά πλέον συνοδεύεται και από την αυξημένη ανάγκη κατανάλωσης νερού για ψύξη. Πιο συγκεκριμένα, ένα κέντρο δεδομένων μπορεί να καταναλώνει περίπου 2 εκατομμύρια λίτρα νερού την ημέρα! Η ποσότητα αυτή ισοδυναμεί περίπου με την ημερήσια κατανάλωση μιας πόλης 8.000 κατοίκων. Αυτό, σε συνδυασμό με τη δημιουργία θορύβου σε κοντινές αποστάσεις από τις υποδομές, οδηγεί σε τριβές με τις τοπικές κοινότητες που τις φιλοξενούν.

Φυσικά, ο επιταχυντής αυτών των εξελίξεων είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη, της οποίας οι εφαρμογές συνοδεύονται από την ανάγκη για χρήση πανίσχυρων επεξεργαστών, που μπορούν να εκτελούν παράλληλα τεράστιο αριθμό υπολογισμών. Εδώ εντοπίζεται μια άλλη σημαντική πρόκληση, με ιδιαίτερο περιβαλλοντικό αντίκτυπο. Αναφερόμαστε στην ταχεία απαξίωση της φυσικής υποδομής.

Αυτή τη στιγμή η Nvidia είναι η μόνη εταιρεία που έχει ξεπεράσει τα 5 τρισεκατομμύρια δολάρια χρηματιστηριακής αξίας, κυρίως λόγω της ανάγκης να υποστηριχθούν εφαρμογές γύρω από τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (LLMs).

Σε αυτό το πλαίσιο, η συγκεκριμένη εταιρεία παράγει σχεδόν σε ετήσια βάση νέα καινοτόμα τσιπ, τα οποία σχεδόν επιβάλλεται να τα χρησιμοποιήσουν οι εταιρείες που ανταγωνίζονται για την επίτευξη της Γενικής Τεχνητής Νοημοσύνης (AGI).

Προφανώς αυτό σημαίνει ότι ο κύκλος ανανέωσης της υπολογιστικής υποδομής είναι πλέον πολύ μικρότερος από την πραγματική διάρκεια ζωής του εγκατεστημένου εξοπλισμού. Αυτό οδηγεί ντετερμινιστικά σε τεράστιους όγκους ηλεκτρονικών αποβλήτων, που κάποιος θα πρέπει να διαχειριστεί. Επιπλέον, οι νέες συστοιχίες εξειδικευμένων επεξεργαστών είναι τόσο πυκνές, βαριές και θερμικά απαιτητικές που εγκαταστάσεις που χτίστηκαν μόλις πριν από 3 χρόνια αντιμετωπίζουν δομικό πρόβλημα στο να συνεχίσουν να τις φιλοξενούν.

Πέραν όμως των προκλήσεων και των πιθανών προβλημάτων που αναδεικνύονται, η ανάπτυξη νέων κέντρων δεδομένων είναι απαραίτητη σε λειτουργικό επίπεδο πληροφοριακών συστημάτων, αλλά και ταυτόχρονα αναπόφευκτη αν θέλουμε να μιλάμε για ψηφιακή αυτονομία μιας χώρας και ιδιαίτερα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι αν θα υπάρχουν κέντρα δεδομένων, αλλά αν θα χτίζονται με περιβαλλοντικά βιώσιμους όρους, εξετάζοντας κάθε φορά τις παραμέτρους του πολυπαραγοντικού θέματος.

Ο κ. Γιάννης Βεργινάδης είναι επίκουρος καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ερευνητής στο Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Συστημάτων Επικοινωνιών και Υπολογιστών (ΕΠΙΣΕΥ).

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version