Τα περιστατικά βίας μεταξύ εφήβων και μάλιστα μέσα στο σχολικό περιβάλλον αποτελούν το τελευταίο χρονικό διάστημα σχεδόν μόνιμο θέμα συζήτησης: μικρών και μεγάλων, πολιτών και πολιτικών, επιστημόνων και ερευνητών. Τόσο για την έντονη επιθετικότητα που δείχνουν οι εμπλεκόμενοι όσο και για την απάθεια των θεατών. Πολλές φορές αναρωτιόμαστε το γιατί, τα αίτια δηλαδή αυτών των περιστατικών, και άλλες φορές αυθόρμητα ψελλίζουμε τι θα μπορούσε να γίνει για να εκλείψουν, καθώς κατανοούμε ότι η επιθετικότητα των εφήβων αποτελεί ένα σοβαρό κοινωνικό φαινόμενο.
Πρόσφατα πληροφορηθήκαμε από τα μέσα ότι μια νεαρή μαθήτρια μαχαίρωσε μια συμμαθήτριά της μέσα στον σχολικό χώρο, επειδή η πρώτη θεώρησε ότι είχε γίνει αντικείμενο σχολικού εκφοβισμού και χλευασμού. Μια άλλη ομάδα κοριτσιών ξυλοκόπησε μια κοπέλα, εξαιτίας της αντιζηλίας που αισθάνονταν για εκείνη. Αυτά τα ενδεικτικά παραδείγματα προκαλούν θλίψη, ανησυχία και ερωτήματα. Πώς μπορεί ένας μαθητής να βγάζει τέτοιο μένος; Κι αν συμβεί σε μένα; Πώς να βοηθήσω τον συμμαθητή ή τη συμμαθήτριά μου που φοβάται τον θύτη; Πώς να φέρομαι για να μην προκαλέσω κανέναν και τίποτα;
Ο ρόλος των κοινωνικών δικτύων
Υπάρχουν πολλαπλά και πολυδιάστατα αίτια που οδηγούν στην αύξηση της επιθετικότητας. Για παράδειγμα, τα κοινωνικά δίκτυα παίζουν τεράστιο ρόλο. Στα μέσα αυτά, οι βίαιες συμπεριφορές πολλές φορές προβάλλονται σαν τρόπος για να κερδίσει κάποιος δημοφιλία, να αυξήσει τους «followers» του, να νιώσει ότι ανήκει κάπου. Ετσι, η βία γίνεται ένα εργαλείο για την επιβεβαίωση, οι νέοι βλέπουν αυτές τις εικόνες και πιστεύουν ότι έτσι αποκτούν αξία. Επιπλέον, οι παρέες έχουν τεράστια επιρροή. Οταν βλέπουμε τη βία να παρουσιάζεται ως ένδειξη δύναμης, επιβολής ή «μαγκιάς», μπορεί να αρχίσουμε να τη συνδέουμε με την αποδοχή και τον θαυμασμό. Πιθανόν να διαμορφώνεται σταδιακά μέσα μας η λανθασμένη αντίληψη ότι για να μας σεβαστούν, να μας αναγνωρίσουν ή να μας αποδεχθούν, πρέπει να φερόμαστε επιθετικά.
Ως έφηβοι, βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου διαμορφώνουμε την ταυτότητά μας και αναζητούμε πρότυπα. Η διαμόρφωση αυτή είναι «επίπονη» διαδικασία και μας κάνει να περνάμε από χίλια κύματα. Κανείς δεν πρέπει να ξεχνάει τη συναισθηματική αστάθεια που βιώνουμε και την εσωτερική πάλη που δίνουμε. Οταν νιώθουμε μοναξιά ή όταν οι σκέψεις μας είναι χαοτικές ή όταν υπάρχει έλλειψη επικοινωνίας με την οικογένειά μας, είναι φορές που ξεσπούμε και σε ορισμένες περιπτώσεις δείχνουμε με λανθασμένο τρόπο την οργή και τον θυμό μας.
Οι λύσεις
Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της έντονης βίας στα παιδιά της ηλικίας μας, είναι πολύ σημαντική η ευρύτερη κινητοποίηση, τόσο στην οικογένεια όσο και στον χώρο του σχολείου αλλά και μέσα μας, στην ψυχή και το μυαλό κάθε νέου. Χρειάζεται πρώτα απ’ όλα να αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι στάση. Να μάθουμε να ακούμε πραγματικά ο ένας τον άλλον, όχι απλώς να περιμένουμε τη σειρά μας να μιλήσουμε. Οταν βλέπουμε έναν συμμαθητή μας απομονωμένο ή στενοχωρημένο, μπορούμε να κάνουμε το απλό αλλά τόσο ουσιαστικό βήμα: να τον πλησιάσουμε, να τον ρωτήσουμε αν είναι καλά. Οφείλουμε να μη μένουμε σιωπηλοί θεατές, όταν γίνεται μπροστά μας μια άδικη πράξη.
Η σιωπή μας πολλές φορές δίνει δύναμη στη βία, ενώ η αντίδρασή μας, ακόμη κι αν είναι μια απλή διαφωνία, μπορεί να προστατεύσει κάποιον. Ακόμα, μπορούμε να δημιουργήσουμε στο σχολείο μας ένα κλίμα εμπιστοσύνης. Να μιλάμε ανοιχτά για όσα μας ενοχλούν, να ζητάμε βοήθεια χωρίς να ντρεπόμαστε και να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον στις δύσκολες στιγμές. Αντί να απαντάμε στον θυμό με θυμό, ας προσπαθούμε να καταλάβουμε τι κρύβεται πίσω από την επιθετική συμπεριφορά – πολλές φορές είναι φόβος, ανασφάλεια ή ανάγκη για προσοχή. Οταν δείχνουμε κατανόηση, δεν δικαιολογούμε τη βία, αλλά βοηθάμε να σπάσει ο φαύλος κύκλος της. Επίσης, έχουμε τη δυνατότητα να αξιοποιούμε τη δύναμη της ομάδας θετικά. Οπως μια παρέα μπορεί να παρασύρει κάποιον σε λάθος δρόμο, έτσι μπορεί και να τον συγκρατήσει. Ας συμφωνήσουμε ότι δεν θα γελάμε με προσβολές, δεν θα διαδίδουμε φήμες, δεν θα ενισχύουμε τον διαδικτυακό εκφοβισμό.
Παράλληλα, είναι σημαντικό να καλλιεργήσουμε τον διάλογο με τους γονείς μας. Συχνά κλεινόμαστε στον εαυτό μας, πιστεύοντας ότι δεν θα μας καταλάβουν. Ομως, όταν αποφασίζουμε να μιλήσουμε ανοιχτά για όσα μας πιέζουν, για τους φόβους, τις ανασφάλειες ή ακόμη και για τα λάθη μας, τότε δημιουργούμε μια σχέση εμπιστοσύνης.
Ιδανικό θα ήταν για εμάς αυτή η εμπιστοσύνη να καλλιεργηθεί και με τους εκπαιδευτικούς μας. Χρειαζόμαστε καθηγητές, που να μη μένουν μόνο στο μάθημα, αλλά να ενδιαφέρονται ουσιαστικά για όσα συμβαίνουν μέσα στην τάξη και τα διαλείμματα. Χρήσιμο θα ήταν ακόμη να επικοινωνήσουμε και ορισμένους φόβους μας σε αυτούς, κάποιο περιστατικό που μας φόβισε, «κάτι» που μας έκανε να καθόμαστε σε μια γωνιά του σχολείου επιθυμώντας να είμαστε «αόρατοι». Ετσι, το σχολείο μας θα γίνει ένας ασφαλής χώρος, όπου νιώθουμε ότι μας στηρίζουν και μας καθοδηγούν σωστά. Δεν είναι αδυναμία να ζητάμε βοήθεια· είναι δύναμη. Οταν νιώθουμε ότι μας ακούν χωρίς να μας κρίνουν, τότε μειώνεται η ένταση μέσα μας και δεν έχουμε ανάγκη να ξεσπάσουμε με λάθος τρόπους.
Αν σταθούμε ενωμένοι, αν δείξουμε ότι δεν αποδεχόμαστε τη βία ως κάτι φυσιολογικό, τότε πραγματικά αλλάζουμε το κλίμα γύρω μας. Η αλλαγή δεν ξεκινά από κάπου μακριά· ξεκινά από εμάς, από τις μικρές καθημερινές επιλογές μας. Μόνο έτσι αποτρέπουμε την έξαρση βίας, ώστε να μη γινόμαστε ούτε θύματα ούτε θύτες. Εμείς οφείλουμε να είμαστε η γενιά που αλλάζει, που μάχεται ενάντια στη βία, με ανοιχτό μυαλό και ειλικρινή διάθεση για να «χωράμε» ο ένας στον άλλον.