Τα αρχαιολογικά ευρήματα λειτουργούν ως ζωντανές γέφυρες ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Μας θυμίζουν ότι η ιστορία δεν είναι απλώς παρελθόν, αλλά ένας ζωντανός διάλογος που διαμορφώνει την ταυτότητά μας. Κάθε εύρημα δε είναι μια μαρτυρία ανθρώπινων ιστοριών, πολιτισμών και αξιών, που μας καλούν να αναστοχαστούμε, να μάθουμε από το χθες και να χτίσουμε συνειδητά το αύριο. Τα παραπάνω συζητήσαμε με τον αρχαιολόγο Λάμπρο Σταυρογιάννη, ο οποίος μας παρουσίασε τα εντυπωσιακά ευρήματα των ανασκαφών που γίνονται στη Μελιταία Δομοκού, ένα μικρό κατοικήσιμο χωριό της ευρύτερης περιοχής.
Τι σας ώθησε να ασχοληθείτε με τον κλάδο της αρχαιολογίας;
«Με γοήτευε από μικρή ηλικία η αρχαιότητα και η αρχαιολογία και με αφορμή την καταγωγή μου από την περιοχή της Μελιταίας, μπόρεσα να κάνω επάγγελμα αυτό που αγαπούσα ως παιδί. Ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στο ΕΚΠΑ, πραγματοποίησα το μεταπτυχιακό και το διδακτορικό μου στο Πανεπιστήμιο του Βόλου».
Πότε ξεκίνησε η συμμετοχή σας στις ανασκαφές της περιοχής, ποιο ήταν το έναυσμα για τη συστηματική σας έρευνα και ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;
«Η έναρξη τον ανασκαφών πραγματοποιήθηκε το 2022, ύστερα από μια έντονη προσπάθεια να έρθει ένα τέτοιο πρόγραμμα στη περιοχή, καθώς το 2010 βρισκόμουν σε ένα αντίστοιχο πρόγραμμα στη Μακρακώμη με σουηδικό ινστιτούτο. Ηρθα σε επαφή με πολλούς οργανισμούς, παρ’ όλα αυτά το μοναδικό που έδειξε ενδιαφέρον ήταν το Φινλανδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Σε συνεργασία με την εφορεία αρχαιοτήτων ξεκίνησε ένα ερευνητικό πρόγραμμα διάρκειας 5 ετών, το οποίο φέτος ολοκληρώνεται και ενδεχομένως να συνεχίσει για άλλα τόσα χρόνια, με πιθανή επέκταση από την ακρόπολη στην υπόλοιπη περιοχή. Μετά από γεωφυσικές διασκοπήσεις είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε την κατάσταση του υπεδάφους και έχουμε εντοπίσει ένα κτίριο απροσδιόριστης ταυτότητας που ίσως αποτελεί τμήμα της αρχαίας Αγοράς».
Ποια είναι η διαδικασία των διασκοπήσεων;
«Μια ομάδα του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου ανιχνεύει το έδαφος χρησιμοποιώντας δύο μεθόδους: την ηλεκτρομαγνητική, μέσω της οποίας ρίχνονται ηλεκτρόνια σε νωπό έδαφος σε χειμερινή περίοδο, καθώς και τη μαγνητική (πιο απαιτητική) όπου σαρώνεται μεγαλύτερη γεωγραφική έκταση».
Ποιο ήταν το πιο εντυπωσιακό έργο, κατά τη γνώμη σας, που έχει φέρει στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη μέχρι σήμερα;
«Πρόκειται για μια δύσκολη επιλογή, καθώς υπάρχει συνεχής ανακάλυψη ευρημάτων. Για παράδειγμα, πρόσφατα βρέθηκε ένας οστέινος ρόμβος, που σύμφωνα με τον Θεόκριτο πρόκειται για ένα αντικείμενο που “έδενε τα δεσμά του γάμου” και αναπαρίσταται και σε αγγειογραφία. Πέρυσι ανακαλύφθηκε ένας χάλκινος μικρός καθρέφτης, ο οποίος είχε καταστραφεί επίτηδες, εξαιτίας μιας άποψης πως το κάτοπτρο εγκλώβιζε την ψυχή και το είδωλο. Επομένως, το εντυπωσιακό δεν είναι το ίδιο το αντικείμενο αλλά η ιστορία που το συνοδεύει».
Εκτός από τις διασκοπήσεις, υπάρχουν άλλες σύγχρονες τεχνολογικές μέθοδοι που χρησιμοποιείτε;
«Με τη μέθοδο της υπέρυθρης φωτογράφισης έχουμε τη δυνατότητα εξέτασης των αγρών. Μέσω του μεγέθους των φυτών μπορούμε να αντιληφθούμε εάν από κάτω βρίσκονται αρχιτεκτονικά κατάλοιπα. Ακόμη, αξιοσημείωτη θεωρείται και η ψηφιακή απεικόνιση φωτογραφίας σε τρισδιάστατο μοντέλο η οποία διευκολύνει τη μελέτη του».
Πού μπορούμε να επισκεφθούμε και να δούμε κάποια από τα ευρήματα των ανασκαφών της Μελιταίας;
«Μερικά εκτίθενται στα μουσεία του Βόλου και της Θήβας, τα οποία μεταφέρθηκαν εκεί λόγω έλλειψης υποδομών σε χώρους στη Λαμία. Οι επιτύμβιες στήλες και το μαρμάρινο λιοντάρι της Μελιταίας βρίσκονται σε μια πτέρυγα του αύλειου χώρου του αρχαιολογικού μουσείου, στο κάστρο της Λαμίας, ενώ το βάθρο με αφιέρωση στη θεά Λευκοθέα φιλοξενείται στη Θήβα».
Θα μπορούσαμε να διοργανώσουμε από κοινού μια διδακτική επίσκεψη στον αρχαιολογικό χώρο της Μελιταίας;
«Θα ήταν μεγάλη μου χαρά να σας υποδεχθούμε στην περιοχή της αρχαίας Μελιταίας και να σας δείξουμε διά ζώσης όσες ανακαλύψεις είδατε σήμερα σε εικόνες».
Η ακρόπολη, τα ιερά και μια θεά που κρατούσε κλειδί
Αυτός ο τόπος, μια άλλοτε σημαντική πόλη της Αχαΐας Φθιώτιδας, με ακμή από τον 5ο αιώνα π.Χ. μέχρι τη ρωμαϊκή περίοδο, αναφέρεται στους αρχαίους συγγραφείς ως «Μελίτη» ή «των Μελιταιών χώρα».

Χάλκινα περίαπτα (φυλακτά, αντικείμενα που θεωρούνταν ότι διαθέτουν μαγικές και αποτροπαϊκές ιδιότητες) του 8ου αιώνα π.Χ. από την ακρόπολη της αρχαίας Μελιταίας
Η συστηματική έρευνα ξεκίνησε επειδή η περιοχή είχε ήδη αναγνωριστεί ως μια σημαντική αρχαία πόλη, ισχυρά οχυρωμένη, με πληθυσμό που υπολογιζόταν στους 8.000 με 10.000 κατοίκους. Μάλιστα, από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960, το δυτικό τμήμα της Αχαΐας Φθιώτιδας απετέλεσε αντικείμενο μελέτης μεμονωμένων ερευνητών, οι οποίοι βάσει των φιλολογικών πηγών, των επιγραφικών μαρτυριών και της επιφανειακής έρευνας, συγκέντρωσαν και κατέγραψαν διάσπαρτα κινητά ευρήματα και εντόπισαν προϊστορικούς οικισμούς και ερείπια αρχαίων πόλεων, τα οποία προσπάθησαν να ταυτίσουν. Οι πρώτες σποραδικές ανασκαφές στον χώρο πραγματοποιήθηκαν μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Με την ίδρυση της ΙΔ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων το 1973, άρχισε ο συστηματικός αρχαιολογικός έλεγχος της περιοχής φέρνοντας στο φως σπουδαία ευρήματα.
Ο κ. Σταυρογιάννης με ακριβείς απεικονίσεις μας «έδειξε» τα σύνορα της αρχαίας Μελιταίας. Την επικράτεια της πόλης διέσχιζαν δύο από τις σημαντικότερες οδικές αρτηρίες που συνέδεαν τη Θεσσαλία με τη Νότια Ελλάδα, τις οποίες ήλεγχαν οχυρά κοντά στα όρια της «χώρας». Μάθαμε έτσι ότι το «άστυ» εκτείνεται στην κάτω και άνω πόλη, όπου έχουν ανακαλυφθεί δύο οικίες της ελληνιστικής εποχής με δύο πλακόστρωτους δρόμους. Υπήρχαν ακόμα και δίοδοι για τον αερισμό των σπιτιών και την απομάκρυνση των υδάτων από τη βροχή. Βάσει της αρχαίας γραμματείας αλλά κυρίως των επιγραφικών μαρτυριών μάθαμε επίσης ότι η πόλη διέθετε δημόσια οικοδομήματα, όπως Αγορά, γυμνάσιο, βουλευτήριο αλλά και θέατρο.
Στον εκτός των τειχών χώρο απλώνονταν τα νεκροταφεία, από τα οποία προέρχονται αρκετές επιτύμβιες στήλες και κάποια ιερά. Στα νότια όρια της πόλης επί του όρους, που υψώνεται πάνω από αυτήν, εντοπίζεται ένα μεγάλο ιερό αφιερωμένο στον Δία Οθρύιο. Η Μελιταία εκμεταλλευόταν τόσο τις πεδινές εκτάσεις στα βόρεια όσο και τον ορεινό όγκο που εκτεινόταν στα ανατολικά και νότια της «χώρας», καθώς και δύο ορυχεία χαλκού τα οποία εντοπίζονται ανατολικά και δυτικά της πόλης. Ανάμεσα στις σπουδαίες ανακαλύψεις ήταν και η ακρόπολη, που βρισκόταν σε ύψος 600 μέτρων. Ιδιαίτερη μνεία έγινε στο ιερό της θεάς Εννοδίας, της θεότητας των οδών, που κρατούσε κλειδί αφού προστάτευε τις πύλες της πόλεως, αλλά και τις άγαμες κόρες και τις εγκύους. Μέσα στον ναό της βρέθηκαν εξαιρετικά ευρήματα, όπως λύχνοι, κλειδιά, νομίσματα, πήλινες θερμορφόρες, θυμιατήρια, δρεπάνια, αγγεία και χάλκινα δαχτυλίδια.
Επιπλέον, από το 2022 τέθηκε σε εφαρμογή το πρόγραμμα MELAP, ένα ερευνητικό πρόγραμμα αρχαιολογικών ανασκαφών που εξετάζει μια έκταση 22.000 στρεμμάτων και το εκπονεί η Εφορεία Αρχαιοτήτων Φθιώτιδας και Ευρυτανίας σε συνεργασία με το Φινλανδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Κύριες υπεύθυνες είναι η Πέτρα Πακάνεν και η Κωνσταντίνα Ψαρογιάννη, ενώ ο Λάμπρος Σταυρογιάννης είναι ο υπεύθυνος αρχαιολόγος των ανασκαφών.