Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος αποτελεί αναμφισβήτητα έναν από τους πιο ταλαντούχους και αναγνωρίσιμους ηθοποιούς της γενιάς του, έχοντας κερδίσει την καθολική εκτίμηση κοινού και κριτικών. Με εφαλτήριο την εμβληματική του παρουσία στις «Άγριες Μέλισσες» και τη μετέπειτα επιτυχημένη πορεία του σε απαιτητικούς ρόλους, έχει αποδείξει πως διαθέτει μια σπάνια υποκριτική γκάμα. Μέσα από τον πρωταγωνιστικό ρόλο του του Πατέρα Νικόλαου στην καθηλωτική δραματική σειρά «Άγιος Έρωτας», αποδεικνύει διαρκώς το καλλιτεχνικό του βάθος. Παράλληλα, στο θέατρο σημείωσε μεγάλη επιτυχία τη φετινή σεζόν ενσαρκώνοντας τον εμβληματικό «Ρωμιό» στο θρυλικό έργο «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, επισφραγίζοντας τη θέση του ως μια ηγετική μορφή στο εγχώριο καλλιτεχνικό στερέωμα.
Πέρα όμως από το βιογραφικό του, ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος έχει αυτό το «κάτι» στην αύρα του. Για να το θέσω απλά, ο άνθρωπος λειτουργεί σαν ένας σύγχρονος Μαγικός Αυλός που σε υπνωτίζει με το που ξεκινάει να μιλάει. Έχει έναν λόγο τόσο συγκροτημένο και μια τόσο καθηλωτική ενέργεια, που σε κάνει να σκέφτεσαι σοβαρά να πάρεις τον τατουατζή σου τηλέφωνο και να του ζητήσεις να σου χτυπήσει ό,τι λέει.
Πότε νιώθεις πιο αυθεντικός και τι ρόλο παίζει η Ελλάδα σε αυτή την αίσθηση;
Πιο αυθεντικός νιώθω όταν δεν χρειάζεται να αποδείξω τίποτα. Όταν στέκομαι μέσα σε μια στιγμή χωρίς να την ελέγχω. Η Ελλάδα για μένα είναι αυτός ο χώρος που σου θυμίζει διαρκώς ποιος είσαι. Όχι μόνο μέσα από το φως της, αλλά και μέσα από την επίγνωση της φθοράς. Εδώ γεννήθηκε ο στοχασμός ότι ο άνθρωπος είναι περαστικός. Ότι η ύπαρξη έχει βάθος αλλά και όριο. Αυτό σε φέρνει πιο κοντά στην αλήθεια σου, γιατί δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από ψευδαισθήσεις διάρκειας.
Αν η ελληνική αισθητική είχε τρεις λέξεις-κλειδιά σήμερα, ποιες θα ήταν και πού τις συναντάς στη δική σου ζωή;
Φως. Μέτρο. Ρίζα. Αλλά το φως στην Ελλάδα δεν είναι αθώο. Δεν είναι διακοσμητικό. Είναι ένα φως που αποκαλύπτει, που δεν σε αφήνει να κρυφτείς. Και δίπλα του υπάρχει πάντα η σκιά. Το μέτρο για μένα είναι η ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα δύο. Ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, στο ωραίο και στο επικίνδυνο, στο εφήμερο και στο διαρκές. Και η ρίζα είναι αυτή η βαθιά μνήμη που κουβαλάς χωρίς να το καταλαβαίνεις, ακόμη κι όταν απομακρύνεσαι. Η ελληνική αισθητική δεν είναι μόνο το ωραίο. Είναι το ωραίο που στέκεται όρθιο απέναντι στον κίνδυνο.

Πώς επηρεάζει η ελληνική πολιτισμική μνήμη τον τρόπο που αφηγείσαι ιστορίες ως ηθοποιός;
Με επηρεάζει γιατί αισθάνομαι ότι δεν αφηγούμαι μόνο μια ιστορία. Αφηγούμαι έναν άνθρωπο που γνωρίζει, έστω ασυνείδητα, τη φθαρτότητά του. Στην ελληνική παράδοση υπάρχει πάντα αυτή η συνείδηση του τέλους. Και αυτό δίνει βάρος σε κάθε πράξη, σε κάθε λέξη. Ο ήρωας δεν είναι μόνο αυτός που ζει, αλλά αυτός που γνωρίζει ότι θα χαθεί. Κι όμως επιλέγει να σταθεί. Αυτό το κουβαλάω στο σώμα μου όταν παίζω. Ότι κάθε στιγμή έχει αξία ακριβώς επειδή δεν κρατάει για πάντα.
Θα ήθελα να αλλάξω την τάση να απλοποιούμε τα πράγματα. Να κρατάμε μόνο το εύκολο, το όμορφο, το “τουριστικό” και να ξεχνάμε τη βαθύτερη ουσία
Ποια εικόνα της Ελλάδας θέλεις να διατηρήσεις και ποια να αλλάξεις;
Θέλω να διατηρήσω την Ελλάδα που δεν φοβάται την αλήθεια της. Που μπορεί να κοιτάξει και το φως και το σκοτάδι της χωρίς να τα ωραιοποιεί. Θα ήθελα να αλλάξω την τάση να απλοποιούμε τα πράγματα. Να κρατάμε μόνο το εύκολο, το όμορφο, το “τουριστικό” και να ξεχνάμε τη βαθύτερη ουσία. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο φως. Είναι και κεραυνός, και σεισμός, και ρήξη. Και μέσα σ’ αυτή τη συνύπαρξη υπάρχει η αλήθεια της.
Κουβαλάω μια αίσθηση ότι είμαι μέρος ενός κόσμου που με ξεπερνά
Ποιο στοιχείο της Ελλάδας κουβαλάς μαζί σου, ακόμη κι όταν δεν φαίνεται;
Κουβαλάω μια αίσθηση ότι είμαι μέρος ενός κόσμου που με ξεπερνά. Ότι μέσα μου υπάρχει κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω πλήρως, αλλά ξέρω ότι λάμπει. Κάτι που δεν ανήκει μόνο σε μένα, αλλά περνά μέσα από μένα. Και ίσως αυτό να είναι για μένα η πιο βαθιά ελληνική εμπειρία. Όχι να καταλάβεις τα πάντα. Αλλά να σταθείς με σεβασμό μπροστά σε αυτό που δεν καταλαβαίνεται και παρ’ όλα αυτά σε κινεί.


