ΤΟ ΒΗΜΑ logo

Στρας, πούλιες κι εξτέ: Πώς η Dolly Parton δημιούργησε η ίδια τον μουσικό της μύθο

Στρας, πούλιες κι εξτέ: Πώς η Dolly Parton δημιούργησε η ίδια τον μουσικό της μύθο 1
Getty Images/ Ideal Image

Γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1946 σε μια ξύλινη καλύβα, χωρίς ρεύμα ή τρεχούμενο νερό, βαθιά στα Απαλάχια Όρη. Τέσσερα χρόνια αργότερα θα έγραφε το πρώτο της τραγούδι. Θα ακολουθούσαν αμέτρητα άλλα, μεταξύ των οποίων, το "I Will Always Love You", το οποίο αρνήθηκε να παραχωρήσει στον Elvis.

ΑΠΟ ΣΙΝΤΥ ΧΑΤΖΗ

Έχουν περάσει μόλις τρεις μήνες από τότε που η Dolly Parton χρειάστηκε να καθησυχάσει τον κόσμο λέγοντας «Δεν έχω πεθάνει ακόμη!». Ήταν σε απάντηση μιας διαδικτυακής φήμης που την ήθελε νεκρή λόγω προβλημάτων υγείας. Και για να αποδείξει ότι είναι καλύτερα από ποτέ, γιορτάζει σήμερα τα 80ά της γενέθλια τραγουδώντας ξανά μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της.

Η Dolly Parton γιορτάζει τη νέα δεκαετία της ζωής της επανακυκλοφορώντας το τραγούδι Light Of A Clear Blue Morning για φιλανθρωπικό σκοπό, με στόχο τη συγκέντρωση εκατομμυρίων δολαρίων για παιδιά που νοσούν από καρκίνο. Το τραγούδι, που κυκλοφόρησε αρχικά το 1977, επανεκτελείται αυτή τη φορά με τη συμμετοχή της Queen Latifah και των stars της country Reba McEntire και Lainey Wilson. Στο κομμάτι συμμετέχει επίσης η βαφτιστήρα της Dolly Parton, Miley Cyrus.

Η Parton, που έχει πουλήσει περισσότερους από 100 εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως, εξηγεί: «Έγραψα το Light Of A Clear Blue Morning σε μια περίοδο που αναζητούσα ελπίδα. Και 50 χρόνια μετά, αυτό το μήνυμα εξακολουθεί να μοιάζει εξίσου αληθινό. Καθώς γιορτάζω τα 80ά μου γενέθλια, αυτή η νέα εκδοχή είναι ο τρόπος μου να χρησιμοποιήσω όσα μου έχουν δοθεί για να ρίξω λίγο φως προς τα εμπρός, ειδικά μοιραζόμενη το τραγούδι με μερικές πραγματικά απίστευτες γυναίκες».

Η επιμονή της να συνεχίσει, χωρίς να το βάζει κάτω, είναι εντυπωσιακή. Πριν από σχεδόν έναν χρόνο, ο επί 60 χρόνια σύζυγός της, Carl Dean, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 82 ετών. Το περασμένο φθινόπωρο, η ίδια μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Όταν η αδελφή της, Freida, έγραψε ότι προσευχόταν όλη νύχτα για την υγεία της, η Dolly αναγκάστηκε να βγει στα social media για να ξεκαθαρίσει ότι δεν έχει πεθάνει. Η Dolly Parton, η οποία είναι βαθιά θρησκευόμενη, είχε δηλώσει τότε: «Δεν είμαι έτοιμη να πεθάνω ακόμη. Δεν νομίζω ότι ο Θεός έχει τελειώσει μαζί μου. Κι εγώ δεν έχω τελειώσει με τη δουλειά μου».

Η Dolly Parton δεν είναι ένας μουσικός μύθος που χτίστηκε στρατηγικά από ομάδες μάρκετινγκ και φθηνά επικοινωνιακά τρικ. Χτίστηκε εν ζωή, στρώση-στρώση, με μια σπάνια συνείδηση του ποια είναι, από πού προέρχεται και τι χρωστά. Η ιστορία της δεν είναι μόνο η αφήγηση μιας καριέρας που πέτυχε αλλά κι η ιστορία μιας γυναίκας που έμαθε από νωρίς ότι η φτώχεια δεν πρέπει να ρομαντικοποιείται, ότι η φιλοδοξία δεν είναι ντροπή και ότι το χρήμα, αν δεν το μοιράζεσαι, σε κάνει να σαπίζεις εκ των έσω. 

Η Dolly Rebecca Parton, το τέταρτο από τα δώδεκα παιδιά της οικογένειας, γεννήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1946 σε μια ξύλινη καλύβα δύο δωματίων, χωρίς ρεύμα ή τρεχούμενο νερό, βαθιά στα Απαλάχια Όρη. Ο πατέρας της, Lee Parton, ήταν τόσο φτωχός που πλήρωσε τον γιατρό που την ξεγέννησε με ένα σακί καλαμπόκι. Η μητέρα της τραγουδούσε εκκλησιαστικούς ύμνους και παλιές αγγλικές μπαλάντες που είχαν φέρει οι πρόγονοί τους στην Αμερική. Ο παππούς της ήταν ιεροκήρυκας που έπαιζε βιολί. Ο πατέρας της δεν ήξερε να διαβάζει, αλλά, όπως έλεγε η ίδια, «ήταν ο πιο έξυπνος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ». Από εκείνον κληρονόμησε την εργασιακή της ηθική και την επιχειρηματική της διαίσθηση.

Hello, Dolly!

Η Dolly έγραψε το πρώτο της τραγούδι σε ηλικία πέντε ετών. Στα οκτώ της απέκτησε κιθάρα, στα δέκα τραγουδούσε ήδη στο τοπικό ραδιόφωνο και την τηλεόραση του Knoxville και στα δεκατρία της ανέβηκε για πρώτη φορά στη σκηνή του Grand Ole Opry. Ήταν ήδη σαφές πως δεν επρόκειτο για παιδικό καπρίτσιο που θα ξεθώριαζε, αλλά για μια φωνή με επίγνωση του τι θέλει να πει. Το 1964, την επομένη κιόλας ημέρα της αποφοίτησής της από το λύκειο, έφυγε για το Nashville, την πατρίδα της country μουσικής.

Την πρώτη μέρα της εκεί γνώρισε τον 21χρονο Carl Dean, σε ένα πλυντήριο ρούχων. Τον ερωτεύτηκε ακαριαία. Παντρεύτηκαν το 1966, με τη σαφή συμφωνία ότι εκείνη δεν θα εγκατέλειπε ποτέ τη δουλειά της για να γίνει «νοικοκυρά». Πράγματι, ο σύζυγός της τίμησε αυτή τη συμφωνία μέχρι τέλους. Ο Carl επέλεξε να μείνει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, διατηρώντας την επιχείρησή του, ενώ η Dolly γύριζε τον κόσμο, ηχογραφούσε δίσκους, έπαιζε στον κινηματογράφο και έχτιζε μια αυτοκρατορία δισεκατομμυρίων, με κορωνίδα το θεματικό πάρκο Dollywood.

Ήταν ένας από τους μακροβιότερους και πιο ασυνήθιστους γάμους της showbiz. Όπως είχε παραδεχτεί η ίδια: «Μου αρέσει να φλερτάρω. Είναι μια ανοιχτή σχέση, αλλά όχι σεξουαλικά, και θα τον σκότωνα αν καταλάβαινα ότι έκανε κάτι τέτοιο». Και είχε προσθέσει με το γνώριμο χιούμορ της: «Κι εκείνος θα με σκότωνε. Στο τέλος της ημέρας, αγαπιόμαστε παράφορα». «Είμαστε πραγματικά περήφανοι για τον γάμο μας», είχε πει η Dolly στην Toronto Sun το 2011. «Είναι ο πρώτο γάμος και για τους δυο μας. Και ο τελευταίος!».

I will always love you

Η επαγγελματική της πορεία άλλαξε ριζικά στα τέλη της δεκαετίας του ’60, όταν ο Porter Wagoner, ήδη μεγάλο όνομα της country σκηνής, αναγνώρισε το ταλέντο της και την κάλεσε να συμμετάσχει στο τηλεοπτικό του σόου. Για χρόνια υπήρξαν ένα από τα πιο επιτυχημένα ντουέτα της αμερικανικής τηλεόρασης: η φωνή της, η παρουσία της και η τραγουδοποιία της έφτασαν σε εκατομμύρια σπίτια, χαρίζοντάς της αναγνωρισιμότητα και εμπορική επιτυχία. Παράλληλα όμως, η συνεργασία αυτή λειτούργησε και ως περιορισμός. Ο Wagoner είχε τον έλεγχο της καριέρας της και η Dolly Parton ένιωθε ότι, όσο μεγάλωνε ως δημιουργός, τόσο στριμωχνόταν μέσα σε έναν ρόλο που δεν της αρκούσε πια.

Η απόφασή της να αποχωρήσει δεν ήταν εύκολη ούτε ανώδυνη. Η ρήξη είχε έντονο συναισθηματικό και επαγγελματικό κόστος, καθώς ο Wagoner ένιωσε προδομένος και η ίδια βρέθηκε αντιμέτωπη με την αβεβαιότητα του να σταθεί μόνη της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γράφει το «I Will Always Love You», ένα τραγούδι που συχνά παρερμηνεύεται ως ερωτικό, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα ευγνωμοσύνης και αποδέσμευσης. Δεν μιλά για πάθος ή προδοσία, αλλά για την ανάγκη να φύγεις αγαπώντας, χωρίς μίσος, για να μπορέσεις να εξελιχθείς. Fun fact: Έγραψε το «I Will Always Love You» την ίδια μέρα με το «Jolene». «Ήταν ένα πολύ παραγωγικό 24ωρο» θα σχολίαζε αργότερα.

Όπως είχε πει το 1977: «Ήθελα να είμαι ελεύθερη. Είχα τραγούδια να τραγουδήσω, είχα φιλοδοξία και έκαιγε μέσα μου. Ήξερα ότι αυτό θα με έβγαζε έξω από τα βουνά. Ήξερα ότι μπορούσα να δω κόσμους πέρα από το Smoky Mountains». Το τραγούδι αυτό σφράγισε όχι μόνο τον αποχωρισμό τους, αλλά και τη μετάβασή της σε μια νέα, απολύτως αυτόνομη φάση της καριέρας της.

Τη δεκαετία του ’70, η Parton κυκλοφόρησε μερικά από τα πιο εμβληματικά τραγούδια της σύγχρονης αμερικανικής μουσικής. Το «Jolene», το «Coat of Many Colors», το «I Will Always Love You». Τραγούδια καθαρά, αφτιασίδωτα, χωρίς συναισθηματικούς εκβιασμούς. Την ίδια περίοδο, έδειξε πλήρη επίγνωση της αξίας της δουλειάς της, πράγμα σπάνιο για νέους καλλιτέχνες. Δεν πούλησε ποτέ τα δικαιώματα των τραγουδιών της.

Όταν ο Elvis Presley εξέφρασε την επιθυμία να ηχογραφήσει το «I Will Always Love You», η Dolly Parton αρνήθηκε. Ο λόγος δεν είχε να κάνει με τον ίδιο τον τραγουδιστή, αλλά με τον όρο που έθεσε ο μάνατζέρ του: να αποκτήσει το μισό των δικαιωμάτων του τραγουδιού. Η Parton επέλεξε να μη δεχτεί τη συμφωνία, γνωρίζοντας ότι αυτό θα σήμαινε πως θα έχανε τον έλεγχο και τα έσοδα από ένα κομμάτι που η ίδια είχε γράψει και που είχε ιδιαίτερη προσωπική σημασία για εκείνη. Όπως έχει εξηγήσει αργότερα, ήταν μια δύσκολη απόφαση, αλλά καθοριστική, καθώς της επέτρεψε να διατηρήσει πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του τραγουδιού της.

Όταν το 1992 η Whitney Houston ηχογράφησε το τραγούδι για την ταινία The Bodyguard, η επιτυχία ήταν παγκόσμια. Ρωτήθηκε αν ένιωσε ζήλια. Η απάντησή της ήταν απλή και αποκαλυπτική: «όχι». Τα χρήματα από τα δικαιώματα κατέληξαν όλα σε εκείνη, επειδή από την αρχή είχε προστατεύσει τη δουλειά της.

«Αν δεν ήμουν γυναίκα, θα ήμουν drag queen»

Η εικόνα της Dolly Parton υπήρξε από την αρχή μια συνειδητή κατασκευή και ταυτόχρονα μια βαθιά πολιτική δήλωση. Τα πλατινέ μαλλιά, το έντονο μακιγιάζ, τα εφαρμοστά ρούχα, το υπερβολικό μπούστο και η αισθητική του «too much» δεν ήταν τυχαία, ούτε προϊόν αφέλειας. Ήταν μια επιτηδευμένη υπερβολή που αντλούσε από τις γυναίκες της εργατικής τάξης του Νότου, από τα καλλιστεία, τα συνοικιακά κομμωτήρια που μυρίζουν λακ και τσιγάρο, τις drag queens και το camp.

Όλο αυτό λειτουργούσε ταυτόχρονα ως ασπίδα αλλά και ως σχόλιο. Η Dolly δεν προσπάθησε ποτέ να συμμορφωθεί με το πρότυπο της «σοβαρής» ή «αξιοπρεπούς» γυναίκας για να γίνει αποδεκτή. Αντιθέτως, υπερέβαλε τόσο πολύ, ώστε να αφαιρέσει από τους άλλους το προνόμιο της ειρωνείας. Μάλιστα, έδωσε κι όνομα στην αισθητική της: Backwoods Barbie. Περιγράφει μια γυναίκα η οποία είναι όμορφη και κοκέτα θυμίζοντας κούκλα Barbie, αλλά προέρχεται από την εργατική τάξη και έχει ταξική συνείδηση.

Δεν έκρυψε ποτέ τις αισθητικές επεμβάσεις της και δεν τις δικαιολόγησε με ψευδο-αφηγήματα φυσικότητας. Τις ενέταξε ευθέως στην περσόνα της, μιλώντας ανοιχτά για αυτές με χιούμορ και αυτογνωσία. «Χρειάζεται πολλά λεφτά για να δείχνεις τόσο φτηνή», έλεγε, μετατρέποντας ένα σχόλιο που θα μπορούσε να είναι προσβλητικό σε προσωπικό σλόγκαν και αποδομώντας από μέσα την ανδρική περιφρόνηση προς τη γυναικεία υπερβολή. «Απλώς επειδή είμαι ξανθιά, μη νομίζεις ότι είμαι χαζή, γιατί αυτή η "χαζή ξανθιά" δεν είναι το κορόιδο κανενός» θα τραγουδούσε με τη χαρακτηριστική προφορά της. Όταν είχε ερωτηθεί αν θα προτιμούσε να είχε γεννηθεί άντρας, είχε απαντήσει: «Ευτυχώς που γεννήθηκα γυναίκα, αλλιώς θα ήμουν drag queen». Χρόνια μετά, σχολιάζοντας την πολιτική κατάσταση στον Νότο της Αμερικής, είχε πει «Ντύνομαι πιο προκλητικά από οποιαδήποτε drag queen στο Τενεσί. Θεέ μου, ελπίζω να μη με κηρύξουν κι εμένα παράνομη».

Αυτή ακριβώς η συνειδητή υπερβολή είναι που καθιστά την εικόνα της μια μορφή drag. Η Dolly Parton δεν «είναι» έτσι στην καθημερινή της ζωή. Η ίδια έχει πει ξεκάθαρα ότι εκτός σκηνής κυκλοφορεί απλή, χωρίς μακιγιάζ και χωρίς τη θεατρικότητα που τη χαρακτηρίζει δημόσια. «Όταν είμαι στο σπίτι, είμαι απλώς εγώ. Η Dolly είναι η δουλειά μου», έχει δηλώσει. Αυτή η διάκριση τής επέτρεψε να προστατεύσει τον ιδιωτικό της χώρο και να κρατήσει την προσωπική της ζωή μακριά από το δημόσιο βλέμμα. Η υπερ- θηλυκή περσόνα λειτουργεί ως μάσκα, ως ρόλος, ως σκηνικό κοστούμι που της χάρισε ελευθερία: όσο όλοι κοιτούσαν την εικόνα, εκείνη κρατούσε τον έλεγχο της ουσίας.

Μέσα από αυτή τη στρατηγική, η Dolly Parton κατάφερε να γίνει σύμβολο χωρίς να παραδοθεί ολοκληρωτικά στους συμβολισμούς. Να παίζει με τα στερεότυπα χωρίς να τα υπηρετεί, να τα φορά χωρίς να εγκλωβίζεται σε αυτά. Και τελικά, να αποδείξει ότι η υπερβολή, όταν είναι συνειδητή, μπορεί να είναι όχι μόνο αισθητική επιλογή αλλά και πράξη αυτονομίας.

«9 to 5» και η καριέρα στο Χόλιγουντ

Η μετάβασή της στο Χόλιγουντ ήρθε σχεδόν οργανικά. Το «9 to 5» (1980) δεν ήταν απλώς μια εμπορική επιτυχία, αλλά μια ξεκάθαρη κοινωνική δήλωση. Η ταινία αφηγείται την ιστορία τριών γυναικών που εργάζονται σε ένα ανδροκρατούμενο γραφείο και υφίστανται συστηματική υποτίμηση, εκμετάλλευση και σεξουαλική παρενόχληση από το αφεντικό τους. Σε μια εποχή που τέτοια ζητήματα σπάνια ονομάζονταν δημόσια, το 9 to 5 άνοιξε τη συζήτηση για τις συνθήκες εργασίας των γυναικών, την ανισότητα και την καθημερινή βία του «φυσιολογικού» εργασιακού χώρου.

Η Dolly Parton όχι μόνο πρωταγωνίστησε, αλλά έγραψε και το ομώνυμο τραγούδι, το οποίο λειτουργεί ως συμπύκνωση του νοήματος της ταινίας: τον φαύλο κύκλο της μισθωτής εργασίας, την εξάντληση, τον αόρατο γυναικείο μόχθο και την έλλειψη ανταμοιβής. Το «9 to 5» έφτασε στην κορυφή των charts, έγινε ύμνος για τις εργαζόμενες γυναίκες και της χάρισε υποψηφιότητα για Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού, επιβεβαιώνοντας ότι η παρουσία της στο σινεμά δεν ήταν διακοσμητική. Παρότι ακολούθησαν κι άλλοι κινηματογραφικοί και τηλεοπτικοί ρόλοι, η ίδια δεν αντιμετώπισε ποτέ την υποκριτική ως απόδραση από τη μουσική. Αντίθετα, τη χρησιμοποίησε ως ακόμη ένα μέσο αφήγησης, παραμένοντας σταθερά πρωτίστως τραγουδοποιός.

Το 1984 διαγνώστηκε με ενδομητρίωση και υποβλήθηκε σε μερική υστερεκτομή. Δεν θα μπορούσε να αποκτήσει παιδιά, κάτι που την οδήγησε σε βαριά κατάθλιψη. Σκέφτηκε ακόμη και την αυτοκτονία. Αυτό που την έβγαλε από το σκοτάδι δεν ήταν η δόξα, αλλά ένα σχέδιο επιστροφής: να επενδύσει στον τόπο της. Το Dollywood δεν ήταν άλλο ένα θεματικό πάρκο για τουρίστες. Ήταν ένα οικονομικό και κοινωνικό πείραμα. «Δεν κάνεις πολλά πράγματα, αν δεν είσαι αρκετά γενναίος για να προσπαθήσεις», έλεγε. Ήθελε να αποδείξει ότι οι άνθρωποι που ζουν στα Απαλάχια Όρη δεν είναι αγράμματοι και αφελείς, αλλά ικανοί και δημιουργικοί.

Το Dollywood και η χαρά του να μοιράζεσαι

Στο Dollywood, η Parton επένδυσε δεκάδες εκατομμύρια, πίεσε τοπικές και πολιτειακές αρχές, δημιούργησε χιλιάδες θέσεις εργασίας και ενίσχυσε οικονομικά την περιοχή των Απαλαχίων. Παράλληλα, ίδρυσε το Imagination Library, εμπνευσμένο από τον πατέρα της που δεν έμαθε ποτέ να διαβάζει. Από το 1995 μέχρι σήμερα, έχουν διανεμηθεί πάνω από 200 εκατομμύρια παιδικά βιβλία παγκοσμίως. Παράλληλα, η Dolly έχει δωρίσει εκατομμύρια σε νοσοκομεία, οργανισμούς για παιδιά με καρκίνο και πρωτοβουλίες στον τομέα της υγείας. Η ίδια έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι ο πλούτος δεν είναι αυτοσκοπός για εκείνη, υπογραμμίζοντας ότι οι πράξεις της είναι θέμα ηθικής και κοινωνικής ευθύνης και όχι συσσώρευσης πλούτου.

Θα μπορούσε να είναι δισεκατομμυριούχος. Δεν είναι. Όχι επειδή δεν ήξερε πώς, αλλά επειδή επέλεξε αλλιώς. Δώρισε ένα εκατομμύριο δολάρια για την ανάπτυξη του εμβολίου της Moderna και, όταν εμβολιάστηκε, είπε ότι παίρνει «μια δόση από το δικό της φάρμακο». Δεν το έκανε για το αφήγημα. Το έκανε επειδή πάντα πίστευε ότι ο πλούτος χωρίς ανταπόδοση είναι άδειος.

Η Dolly Parton, η βασίλισσα της country, είναι ένα σπάνιο αμερικανικό παράδοξο. Πρόκειται για μια γυναίκα που έγινε σύμβολο χωρίς να προδώσει την καταγωγή της, που κέρδισε εξουσία χωρίς να τη φυλάξει μόνο για τον εαυτό της. Μια γυναίκα που απέδειξε ότι το να χτίζεις όνομα δεν έχει αξία, αν δεν χτίζεις και κάτι πίσω από αυτό.

Παρά την πορεία της από τη φτώχεια στον πλούτο, η Dolly Parton δεν έχασε ποτέ την επαφή με τις ρίζες της. Οι ατάκες της είναι σχεδόν τόσο διάσημες όσο και τα τραγούδια της. «Ποτέ δεν πίστεψα ότι ήμουν όμορφη», έχει πει. «Ήμουν 1,57 όταν ήμουν 12 και δεν έχω ψηλώσει ούτε εκατοστό από τότε. Ήθελα περισσότερο από οτιδήποτε να είμαι όμορφη. Είμαι μικροσκοπική. Απλώς το στήθος μου φαίνεται τεράστιο πάνω σε ένα τόσο μικρό σώμα».

Dolly για πάντα

Καθώς κλείνει τα 80, αστειεύεται: «Έχω αρκετά καλό δέρμα για την ηλικία μου, και νομίζω ότι μεγάλο μέρος οφείλεται στο ορυκτέλαιο και στο λίπος από μπέικον». Και προσθέτει: «Οι άνθρωποι με ρωτούν “πώς διατηρείσαι τόσο νέα;”. Τους απαντώ: καλός φωτισμός, καλοί γιατροί και καλό μακιγιάζ».

Παρά τον θάνατο του Carl και τα προβλήματα υγείας που την ανάγκασαν να ακυρώσει εμφανίσεις, παραμένει αισιόδοξη: «Φροντίζω να εκτιμώ όλα τα μικρά πράγματα στη ζωή μου. Έχω περάσει στενοχώριες, πονοκεφάλους, πονόδοντους, πόνους στα αυτιά και μερικούς μεγάλους μπελάδες, αλλά επέζησα για να τα διηγούμαι. Βγαίνω έξω και μυρίζω τον αέρα μετά από μια δυνατή βροχή. Αυτές οι μικρές πράξεις μου θυμίζουν ότι υπάρχουν τόσα πολλά υπέροχα και λαμπερά κομμάτια καλού στον κόσμο».

Και καταλήγει: «Όταν ξυπνάω, περιμένω ότι τα πράγματα θα είναι καλά. Αν δεν είναι, προσπαθώ να τα κάνω όσο καλύτερα μπορώ, γιατί έτσι κι αλλιώς θα πρέπει να ζήσω αυτή τη μέρα. Γιατί λοιπόν να μη βγάλω το καλύτερο δυνατό από αυτήν; Δεν πάτησα ποτέ πάνω σε κανέναν για να φτάσω εδώ. Ίσως χρειάστηκε να παρακάμψω κάποιους, να πηδήξω πάνω από μερικούς. Αλλά αληθινή επιτυχία είναι να βλέπεις τα όνειρά σου να πραγματοποιούνται και να μπορείς να είσαι περήφανος για τον τρόπο που το έκανες και για τους ανθρώπους που σε βοήθησαν να φτάσεις εκεί. Πάνω απ’ όλα, πάντα έλεγα ότι είχα περισσότερα κότσια απ’ ό,τι ταλέντο».


Τι συμβαίνει τελικά με τους άντρες σήμερα;

Η Ειρήνη και η Έλενα ανοίγουν τη συζήτηση για την ανδρική ανασφάλεια, τη σύγχυση ρόλων, το dating στην εποχή των social media και τα όρια που οι γυναίκες δεν είναι πια διατεθειμένες να διαπραγματευτούν.


READ MORE

ΑΠΟΡΡΗΤΟ