ΤΟ ΒΗΜΑ logo

«Πώς νιώθεις που η μητέρα σου σε πούλησε για 500$;»: Η τραγική ιστορία της Demi Moore

«Πώς νιώθεις που η μητέρα σου σε πούλησε για 500$;»: Η τραγική ιστορία της Demi Moore 1
Emma McIntyre/WireImage/Getty Images

Η αυτοβιογραφία της Demi Moore ανοίγει με εκείνη στο ασθενοφόρο με σπασμούς, ενώ αναρωτιέται «Πώς έφτασα μέχρι εδώ;». Από τα δύσκολα παιδικά χρόνια, την αυτοκτονία του πατέρα της, τον έρωτα με τον Bruce Willis και τον ανοιχτό γάμο με τον Ashton Kutscher, η ίδια διηγείται την ιστορία της με καθηλωτική ειλικρίνεια.

ΑΠΟ ΣΙΝΤΥ ΧΑΤΖΗ

Το Inside Out της Demi Moore (μία από τις καλύτερες celebrity αυτοβιογραφίες εκεί έξω), ανοίγει με την ηθοποιό να μεταφέρεται από διασώστες στο ασθενοφόρο. Είναι 2012 και το όνομά της απασχολεί τα μέσα, έπειτα από τις απιστίες του Ashton Kutcher. Η Moore μεταφέρεται εσπευσμένα στο νοσοκομείο με σπασμούς από χρήση συνθετικής μαριχουάνας. Το σώμα της είχε καταρρεύσει. Ο γάμος της με τον Ashton Kutcher είχε διαλυθεί, οι κόρες της είχαν απομακρυνθεί από κοντά της, η ίδια έχανε βάρος επικίνδυνα και όπως γράφει, αυτό που αναρωτιόταν εκείνη τη στιγμή ήταν: «Πώς ακριβώς έφτασα σε αυτό το σημείο;»

Και κάπου εκει ξεκινά να διηγείται τη ζωή της, από τα δύσκολα παιδικά χρόνια, την ατίθαση εφηβεία της, τον βιασμό της, τις γυμνές φωτογραφίσεις πριν τη φήμη, τις διατροφικές διαταραχές, τον γάμο με τον Bruce Willis και τον θυελλώδη έρωτα με τον Ashton Kutcher.

Η Demi Moore, κατά κόσμον Demetria Gene Harmon, γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου του 1962 στο Roswell του Νέου Μεξικού. Ο βιολογικός της πατέρας, Charles Foster Harmon Sr., εγκατέλειψε τη μητέρα της, Virginia King, πριν ακόμη γεννηθεί. Αυτό ήταν ένα οικογενειακό μυστικό το οποίο θα μάθαινε χρόνια αργότερα. Η Virginia ήταν μόλις 18 ετών. Λίγους μήνες αργότερα παντρεύτηκε τον Dan Guynes, έναν μετανάστη από το Πουέρτο Ρίκο και πωλητή διαφημίσεων εφημερίδων που άλλαζε διαρκώς δουλειές και πόλεις. Μαζί του η οικογένεια μετακινούνταν ασταμάτητα: Νέο Μεξικό, Πενσιλβάνια, Ουάσινγκτον, ξανά μετακόμιση, ξανά από την αρχή. Μέχρι την εφηβεία της, η Moore είχε αλλάξει πάνω από 30 σπίτια και σχολεία. Τίποτα δεν έμενε σταθερό αρκετά ώστε να μοιάζει ασφαλές.

«Πώς νιώθεις που η μητέρα σου σε πούλησε για 500$;»: Η τραγική ιστορία της Demi Moore 2
H Moore στα 15 της (Photo by Michael Montfort/Michael Ochs Archives/Getty Images)

Όπως περιγράφει, ο πατέρας της ήταν οξύθυμος και δύστροπος άνθρωπος, κάτι που συχνά του κόστιζε τη δουλειά του. Επιπλέον, ο αλκοολισμός και των δύο γονιών της τους έκανε συναισθηματικά και οικονομικά ασταθείς. Για το λόγο αυτό δανείζονταν συνεχώς λεφτά, τόσο από συγγενικά μέλη και φίλους όσο και απο τοκογλύφους. Όταν δε μπορούσαν να πληρώσουν τα χρωστούμενα, απλώς μετακόμιζαν σε άλλη πόλη και σπάνια έκλειναν χρόνο στην ίδια τοποθεσία.

Στο βιβλίο περιγράφει ένα σπίτι όπου κυριαρχούσαν οι εθισμοί, τα ξεσπάσματα, οι οικονομικές καταστροφές και οι συνεχείς χωρισμοί και επανασυνδέσεις των γονιών της. Η μητέρα της αντιμετώπιζε σοβαρότερο πρόβλημα αλκοολισμού σε σχέση με τον πατέρα της και είχε μακρύ ιστορικό συλλήψεων για οδήγηση υπό την επήρεια και εμπρησμό. Ο πατέρας της παντρεύτηκε και χώρισε τη μητέρα της δύο φορές, πριν ο ίδιος αυτοκτονήσει το 1980. Χρόνια αργότερα, η Moore θα έγραφε πως ήδη από μικρή είχε μάθει να λειτουργεί περισσότερο σαν ενήλικη παρά ως παιδί.

Υπάρχει μία σκηνή στο Inside Out που μοιάζει να εξηγεί τα πάντα για όσα ακολούθησαν. Η Demi είναι 12 ετών όταν η μητέρα της επιχειρεί να αυτοκτονήσει με χάπια. «Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι να βάζω τα δάχτυλά μου -τα μικρά παιδικά μου δάχτυλα- μέσα στο στόμα της μητέρας μου για να βγάλω τα χάπια που είχε καταπιεί, ενώ ο πατέρας μου της κρατούσε ανοιχτό το στόμα και μου έλεγε τι να κάνω». Και μετά η φράση που στοιχειώνει ολόκληρη την αυτοβιογραφία: «Κάτι πολύ βαθύ μέσα μου μετακινήθηκε εκείνη τη στιγμή και δεν ξαναγύρισε ποτέ στη θέση του. Η παιδική μου ηλικία τελείωσε τότε».

Η Moore γράφει πως αυτό δεν συνέβη μία φορά. Οι απόπειρες αυτοκτονίας της μητέρας της επαναλήφθηκαν «ξανά και ξανά». Το παιδί μετατράπηκε σταδιακά σε σωτήρα. Σε κάποιον που έπρεπε να διαχειρίζεται κρίσεις, να απορροφά το χάος, να μεγαλώνει μόνο του και να επιβιώνει.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, υπήρχαν και τα προβλήματα υγείας. Ως παιδί υπέφερε από στραβισμό (κάτι που την έκανε θύμα μπούλινγκ) και χρειάστηκε δύο επεμβάσεις, ενώ αντιμετώπιζε και νεφρική δυσλειτουργία. Ένας φωτογράφος τοπικής εφημερίδας που τη θυμόταν από τότε, είχε πει αργότερα πως η μικρή Demi «έδειχνε υποσιτισμένη, όχι τόσο κακοποιημένη όσο παραμελημένη. Είχε ένα βλέμμα που σε αναστάτωνε».

Στα 13 της ανακαλύπτει τυχαία ότι ο άνθρωπος που θεωρούσε πατέρα της δεν ήταν ο βιολογικός της πατέρας. Μια μέρα βρίσκει ένα πιστοποιητικό γάμου και παρατηρεί κάτι που δεν βγάζει νόημα: οι γονείς της είχαν παντρευτεί το 1963, ενώ εκείνη είχε γεννηθεί το 1962. Είναι μία ακόμη ρωγμή στην αίσθηση ταυτότητας που προσπαθούσε ήδη να χτίσει.

Η εφηβεία της είναι επίσης κινηματογραφικά σκοτεινή. Από τα 12 ξεκινά να βγαίνει με μεγαλύτερα παιδιά, να πηγαίνει σε πάρτυ, να πίνει και να καπνίζει. Λίγο αργότερα, η μητέρα της της επέτρεψε να παίρνει το αυτοκίνητό της για τις εξόδους της. Προφανώς, ήταν πολύ μικρή για να οδηγεί ακόμη και για τα στάνταρ της Αμερικής και, όπως σημειώνει, ο μόνος λόγος που η μητέρα της της έδωσε αυτό το προνόμιο, ήταν για να μη χρειάζεται η ίδια να ακολουθεί τα γονεϊκά της καθήκοντα. Η μητέρα της της είχε εξηγήσει πως αν τη σταματήσει η αστυνομία, τότε θα έπρεπε να τους πει ότι είχε πάρει το αυτοκίνητο της μητέρας της χωρίς την άδειά της.

Στα 14 επιστρέφει για λίγο στο Roswell για να ζήσει με τη γιαγιά της. Μετά μετακομίζει στην πολιτεία της Ουάσινγκτον, κοντά στο Σιάτλ, όπου βρίσκεται η μητέρα της. Και λίγο αργότερα, ξανά μετακόμιση για άλλη μια φορά στο West Hollywood της Καλιφόρνιας. Εκεί φοιτά στο Fairfax High School. Κάτι είχε αλλάξει όμως για εκείνη. Πλέον, ήξερε ότι ήταν ένα όμορφο κορίτσι που τραβούσε τα βλέμματα των συμμαθητών της. Επιπλέον, οι πολλές μετακομίσεις την είχαν διδάξει πώς να ξεκινά από την αρχή, υιοθετώντας μια «νέα προσωπικότητα» κάθε φορά. Όπως λέει, ήξερε ακριβώς τι θα την έκανε δημοφιλή, έχοντας μελετήσει τόσες και τόσες παρέες δημοφιλών παιδιών στο παρελθόν. Αυτό το περιγράφει ως μια προεργασία που θα τη βοηθούσε μετέπειτα στην υποκριτική.

Στην αυτοβιογραφία της περιγράφει πως η μητέρα της την έπαιρνε συχνά μαζί της στα μπαρ ώστε «οι άντρες να τις προσέξουν». Δεν το γράφει με μελοδραματισμό, αλλά με μια αποκαρδιωτική ψυχρότητα, ως άνθρωπος που χρειάστηκε χρόνια για να μπορέσει να κατονομάσει αυτό που είχε συμβεί.

Και ύστερα έρχεται η πιο οδυνηρή σελίδα του βιβλίου.

Η Demi Moore ήταν 15 ετών όταν ένας άντρας, πολύ μεγαλύτερός της, τη βίασε μέσα στο σπίτι τους. Ο άντρας αυτός ήταν ο Βασίλης Δούμας ή αλλιώς Basil Doumas, ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος όπου έμεναν. Ο άνδρας είχε μπει στην οικογένειά τους ως «φίλος» που ήθελε να στηρίξει τη μητέρα της οικονομικά. Σύμφωνα με όσα αφηγείται, όταν επέστρεψε ένα βράδυ σπίτι, εκείνος βρισκόταν ήδη μέσα, έχοντας δικό του κλειδί. Αφού τη βίασε, της είπε τη φράση που θα τη στοίχειωνε για δεκαετίες: «Πώς νιώθεις που η μητέρα σου σε πούλησε για 500 δολάρια;». Τη φράση αυτή την επαναλαμβάνει πολλές φορές μέχρι τον επίλογο του βιβλίου.

Η Moore δεν περιγράφει τη σκηνή με ωμότητα ή λεπτομέρειες σοκ. Το ενδιαφέρον της δεν βρίσκεται στο ίδιο το γεγονός, αλλά στο συναισθηματικό τραύμα που άφησε πίσω του. Στο Inside Out εξηγεί ότι για πολλά χρόνια δεν θεωρούσε καν αυτό που συνέβη βιασμό. «Για δεκαετίες δεν το έβλεπα ως βιασμό. Το έβλεπα σαν κάτι που προκάλεσα εγώ, κάτι που ήμουν υποχρεωμένη να κάνω επειδή αυτός ο άντρας το περίμενε από μένα».

Όπως λέει, δε το συζήτησε ποτέ με τη μητέρα της κι έτσι δεν έμαθε αν ο άντρας έλεγε την αλήθεια. Δεν ήξερε αν η μητέρα της όντως έκανε μια τόσο ανατριχιαστική «συμφωνία» από απελπισία για λεφτά, αν η ίδια η μητέρα της πιθανότατα είχε εκπορνευτεί ή αν ο άντρας έλεγε απλώς ψέματα. «Αυτό που ξέρω, όμως, είναι ότι έχω μεγαλώσει τρία κορίτσια και ποτέ δε θα επέτρεπα σε έναν άγνωστο άντρα να έχει πρόσβαση στο σπίτι μας και στις ζωές του». Η μεγαλύτερη πληγή ήταν η αίσθηση ότι είχε μετατραπεί σε συναλλαγή. Ότι η αξία της μπορούσε να αποτιμηθεί σε ένα ποσό. «Ήταν βιασμός. Και μια καταστροφική προδοσία, που αποκαλύφθηκε μέσα από τη σκληρή του ερώτηση: “Πώς νιώθεις που η μητέρα σου σε ξεπούλησε για 500 δολάρια;”»

Όταν χρόνια αργότερα η Diane Sawyer τη ρώτησε αν πιστεύει πως η μητέρα της όντως την «πούλησε», η απάντηση της Moore ήταν σύνθετη. «Νομίζω βαθιά μέσα μου πως όχι. Δεν πιστεύω ότι ήταν μια ξεκάθαρη συναλλαγή. Αλλά του έδωσε πρόσβαση σε μένα. Και με έβαλε σε κίνδυνο». Αυτή είναι ίσως και η πιο δύσκολη πλευρά του βιβλίου. Η Moore δεν μετατρέπει ποτέ τη μητέρα της σε μονοδιάστατο τέρας. Την αγαπά. Τη συμπονεί. Τη φοβάται. Θυμώνει μαζί της. Προσπαθεί να τη σώσει. Και αποτυγχάνει ξανά και ξανά.

Στα 16 της φεύγει από το σπίτι. Αναζητά δουλειές ως μοντέλο και ψάχνει σταθερότητα όπου μπορεί να τη βρει. Ούσα ακόμη ανήλικη, δέχεται να φωτογραφηθεί για ένα ιαπωνικό πορνογραφικό περιοδικό, λέγοντας ψέματα για την ηλικία της. Κάποια στιγμή μετακομίζει με τον 28χρονο κιθαρίστα Tom Dunston και εγκαταλείπει το σχολείο για να δουλέψει ως ρεσεψιονίστ στα στούντιο της 20th Century Fox. Όμως, η ελευθερία της δεν κράτησε για πολύ. Οι γονείς της, που στο μεσοδιάστημα τα είχαν ξαναβρει, κατήγγειλαν την «εξαφάνισή» της στις Αρχές. Όπως περιγράφει η ηθοποιός, ακόμη και οι αστυνομικοί δεν ένιωθαν σίγουροι να αφήσουν τη 16χρονη Moore να επιστρέψει σπίτι με δύο φανερά εξαρτημένους γονείς, αλλά δε μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Λίγο αργότερα, ο πατέρας της αυτοκτόνησε, κάτι που συγκλόνισε όλη την οικογένεια.

Μέσα σε εκείνη την περίοδο γνωρίζει τον Freddy Moore, μουσικό του συγκροτήματος Boy. Εκείνος είναι 30 ετών και παντρεμένος, εκείνη ψάχνει για μια πατρική φιγούρα και μια νέα αρχή μακριά από το σπίτι της. Παντρεύονται μόλις εκείνη έκλεισε τα 18. Από τον Freddy κρατά το επώνυμο που αργότερα θα γίνει διάσημο σε ολόκληρο τον κόσμο.

Παράλληλα υπογράφει στο πρακτορείο Elite και αρχίζει μαθήματα υποκριτικής, επηρεασμένη από τη γειτόνισσά της, τη νεαρή τότε Nastassja Kinski. Οι πρώτοι της μικροί ρόλοι έρχονται σύντομα. Το General Hospital της δίνει κάτι που δεν είχε ποτέ: πρόγραμμα, οικονομική σταθερότητα και μια ταυτότητα έξω από το οικογενειακό χάος.

Όμως τα τραύματα δεν εξαφανίζονται με την επιτυχία και το χρήμα.

Στο βιβλίο περιγράφει με απόλυτη καθαρότητα τη σχέση της με το αλκοόλ και τις ουσίες. «Το πρόβλημα ήταν ότι όταν έπινα, δεν μπορούσα να σταματήσω. Δεν υπήρχε μια μικρή φωνή μέσα μου που να λέει “αρκετά, Demi”. Δεν υπήρχαν φρένα». Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του Blame It On Rio στη Βραζιλία, αρχίζει να κάνει τεράστια χρήση κοκαΐνης, μια συνήθεια που παραλίγο «να μου ανοίξει τρύπα στα ρουθούνια».

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 μπαίνει για πρώτη φορά σε κέντρο αποτοξίνωσης για εθισμό σε ναρκωτικά και αλκοόλ. Εκείνη την περίοδο η καριέρα της εκτοξεύεται. St. Elmo’s Fire. Ghost. A Few Good Men. Indecent Proposal. Η Demi Moore μετατρέπεται σε μία από τις μεγαλύτερες σταρ του Χόλιγουντ και στην πιο ακριβοπληρωμένη γυναίκα ηθοποιό της εποχής της. Οι κριτικοί τη βαφτίζουν ειρωνικά «Gimme Moore», επειδή ζητά υψηλές αμοιβές. Η ίδια δεν απολογείται ποτέ γι’ αυτό. «Γιατί να μην πληρώνονται οι γυναίκες ανάλογα με την ποιότητα της δουλειάς τους; Απλώς να με αντιμετωπίζετε το ίδιο. Ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα». Να σημειωθεί ότι ενώ ήταν η πιο ακριβοπληρωμένη γυναίκα του Χόλιγουντ, ο τότε σύζυγός της Bruce Willis -χωρίς να είναι ο πιο ακριβοπληρωμένος άνδρας- κέρδιζε τα διπλάσια!

Στο μεταξύ γνωρίζει τον Bruce Willis. Παντρεύονται, αποκτούν τρεις κόρες, δημιουργούν μία από τις πιο διάσημες σχέσεις των ‘90s. Στο βιβλίο, ωστόσο, ο γάμος τους δεν παρουσιάζεται σαν παραμύθι αλλά σαν μια πραγματική σχέση δύο ανθρώπων που αγαπήθηκαν βαθιά, αλλά δεν κατάφεραν να μείνουν μαζί. Ακόμη και μετά το διαζύγιό τους, ο Bruce Willis παραμένει κεντρικό πρόσωπο στη ζωή της. «Ακούγεται αστείο αλλά είμαι πολύ περήφανη για το διαζύγιό μας», γράφει.

Και έπειτα εμφανίζεται ο Ashton Kutcher.

Η Moore αναφέρει ότι εξαρχής η χημεία τους ήταν ηλεκτρική. Βρίσκονται σε ένα ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης το 2003 με κοινή παρέα και, όπως γράφει, «ήταν σαν να μην υπήρχε κανείς άλλος στο δωμάτιο». Κάποια στιγμή, η Moore απομακρύνθηκε για να τηλεφωνήσει στις κόρες της και να τις καληνυχτίσει. Όπως αναφέρει, ο Kutcher ακούγοντάς την να μιλά με τα παιδιά της, την ερωτεύτηκε. Μένουν ξύπνιοι όλη νύχτα μιλώντας και ανακαλύπτουν ότι παραδόξως έχουν πολλά κοινά. «Υπήρχε μια άνεση μεταξύ μας, μια βαθιά οικειότητα και πολύς ηλεκρισμός». Η διαφορά ηλικίας των 15 χρόνων μοιάζει αρχικά αδιάφορη. «Όταν γνώρισα τον Ashton, ήταν σχεδόν σαν να μπορούσα να επιστρέψω πίσω στον χρόνο και να ξαναζήσω πώς είναι να είσαι νέος».

Αλλά εκεί αρχίζει σταδιακά και η νέα της κατάρρευση.

Η Moore γράφει πως, προκειμένου να ταιριάξει στην εικόνα της γυναίκας που πίστευε ότι ήθελε ο Ashton, άρχισε να εγκαταλείπει τη νηφαλιότητά της. Όταν εκείνος της είπε ότι δεν είναι βέβαιος αν «πιστεύει στον αλκοολισμό», εκείνη άρχισε ξανά να πίνει. «Δεν σκέφτηκα “είναι ένα παιδί στα είκοσί του που δεν ξέρει τι λέει”. Δεν σκέφτηκα “έχω σχεδόν δύο δεκαετίες νηφαλιότητας πίσω μου”. Αντί γι’ αυτό, άρχισα να ψάχνω δικαιολογίες για να υποστηρίξω το επιχείρημά του».

Στην προσπάθειά της να σώσει τον γάμο τους, φτάνει σε σημεία που αργότερα χαρακτηρίζει αυτοκαταστροφικά. «Τον έβαζα πάνω απ’ όλα», έγραψε η Moore. «Έτσι, όταν μου εξέφρασε τη φαντασίωσή του να φέρουμε ένα τρίτο πρόσωπο στο κρεβάτι μας, δεν είπα όχι. Ήθελα να του δείξω πόσο “cool” και διασκεδαστική μπορούσα να είμαι». Παρότι η Moore ξεκαθαρίζει πως οι γυναίκες που συμμετείχαν στα threesomes ήταν «καλοί άνθρωποι», η ίδια χαρακτηρίζει σήμερα αυτές τις εμπειρίες «λάθος». «Επειδή είχαμε βάλει ένα τρίτο πρόσωπο μέσα στη σχέση μας, ο Ashton είπε ότι αυτό θόλωσε τα όρια και, ως έναν βαθμό, δικαιολογούσε όσα είχε κάνει», γράφει για τις μετέπειτα απιστίες του πρώην συζύγου της.

Κάποια στιγμή, στα 42 της, μένει έγκυος. Χάνει το μωρό γύρω στον 6ο μήνα της εγκυμοσύνης της και διαλύεται ψυχολογικά. Πιστεύει ότι έφταιξε η ίδια επειδή έπινε και κάπνιζε πριν μάθει για την εγκυμοσύνη. Αυτό τη βυθίζει ακόμη περισσότερο στο αλκοόλ και στο Vicodin.

Ένα ακόμη περιστατικό που, όπως παραδέχεται, της προκάλεσε βαθιά ντροπή, ήταν όταν ο Kutcher την φωτογράφισε μεθυσμένη στο Μεξικό. Η Moore περιγράφει τη «σταδιακή καθοδική πορεία» στην οποία βρισκόταν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού για τα 45α γενέθλιά της. Γιορτάζοντας με φίλους, όπως γράφει, άρχισε να πίνει υπερβολικά και κάποια στιγμή «λιποθύμησα και βυθίστηκα μέσα στο νερό» ενός jacuzzi. Ο Kutcher ήταν «έξαλλος» και τη μετέφερε πίσω στο κρεβάτι, όμως τα αντιφατικά μηνύματά του γύρω από το αλκοόλ την μπέρδευαν.

«Ο Ashton με είχε ενθαρρύνει να κινηθώ προς αυτή την κατεύθυνση. Όταν όμως το παράκανα, μου έδειξε πώς ένιωθε πραγματικά, δείχνοντάς μου μια φωτογραφία που είχε τραβήξει το προηγούμενο βράδυ, όπου είχα το κεφάλι μου ακουμπισμένο στη λεκάνη της τουαλέτας», γράφει. «Εκείνη τη στιγμή αυτό έμοιαζε σαν αθώο αστείο. Στην πραγματικότητα όμως ήταν εξευτελισμός».

Το 2011, θα περνούσαν την 6η επέτειο του γάμου τους χωριστά. Εκείνος ήταν καλεσμένος σε ένα μπάτσελορ πάρτυ, ενώ η Moore είχε την πρεμιέρα της μικρού μήκους ταινίας της, Five. Λίγο πριν εμφανιστεί στο κόκκινο χαλί, έμαθε μέσω Google Alert ότι φωτογραφίες του Kutcher μαζί με μια άλλη γυναίκα είχαν διαρρεύσει. Αργότερα, ο ίδιος της το παραδέχτηκε στο τηλέφωνο.

«Πώς νιώθεις που η μητέρα σου σε πούλησε για 500$;»: Η τραγική ιστορία της Demi Moore 3
«Πώς νιώθεις που η μητέρα σου σε πούλησε για 500$;»: Η τραγική ιστορία της Demi Moore 4

Και λίγους μήνες αργότερα έρχεται η σκηνή με την οποία ανοίγει το βιβλίο: η Demi Moore καταρρέει στο σπίτι της στο Λος Άντζελες μετά από μήνες ακραίας απώλειας βάρους, ουσιών και αλκοόλ. Μεταφέρεται στο νοσοκομείο με σπασμούς. Έπειτα μπαίνει ξανά σε κλινική αποτοξίνωσης, αυτή τη φορά και για διατροφική διαταραχή. «Νομίζω ότι η βασική ερώτηση που εμφανίστηκε μπροστά μου ήταν: πώς έφτασα εδώ;» λέει σε συνέντευξή της στην Diane Sawyer. «Τύφλωσα τον εαυτό μου. Και χάθηκα».

Αυτό είναι τελικά και ο πυρήνας του Inside Out. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που πέρασε ολόκληρη τη ζωή του προσπαθώντας να νιώσει ότι αξίζει να αγαπηθεί. Ενός κοριτσιού που έμαθε πολύ νωρίς ότι η ασφάλεια μπορεί να εξαφανιστεί από τη μία στιγμή στην άλλη. Ότι οι άνθρωποι που υποτίθεται πως πρέπει να σε προστατεύουν, μερικές φορές είναι αυτοί που σε πληγώνουν περισσότερο.


Είναι τελικά η αλλαγή καριέρας μια τρομακτική απόφαση ή η νέα κανονικότητα;

Είναι τελικά η αλλαγή καριέρας μια τρομακτική απόφαση ή κάτι που πλέον θα χρειαστεί να περάσουμε σχεδόν όλοι κάποια στιγμή στη ζωή μας;


READ MORE

Cookies