Το 1987, σε έναν χορό για άτομα με αναπηρία στη Νέα Υόρκη, συναντήθηκαν ο Paul DeForge και η Kris Rita Scharoun. Και οι δύο είχαν Σύνδρομο Down. Εκείνος ήταν ντροπαλός, εκείνη εξωστρεφής. Εκείνο το βράδυ, χωρίς λόγια μεγάλα, διάλεξαν ο ένας τον άλλον. Κάποιοι που τους έβλεπαν από μακριά ένιωθαν οίκτο, άλλοι τους αποθάρρυναν να παντρευτούν. Αλλά το ζευγάρι πίστευε ότι ήταν οι πιο τυχεροί άνθρωποι στον κόσμο.
Παρά τις δυσκολίες, η Kris πήρε την πρωτοβουλία και έκανε πρόταση γάμου στον Paul, περίπου έναν χρόνο μετά τη γνωριμία τους. «Κοίταξα στα μάτια του και είδα το μέλλον μου», θυμάται. «Και τότε του πρότεινα να παντρευτούμε… εκείνος είπε ναι». Ωστόσο, δεν ήταν τόσο εύκολο. Άλλα πέντε χρόνια θα περνούσαν, πριν ανέβουν τα σκαλιά της εκκλησίας το 1993, σε μια διαδικασία από την οποία δεν έλειψαν τα νομικά εμπόδια. Εξαιτίας των νοητικών τους ιδιαιτεροτήτων, έπρεπε να αποδείξουν στο κράτος ότι γνώριζαν και κατανοούσαν τι σήμαινε η έννοια του γάμου. Για να το πετύχουν, παρακολούθησαν μαθήματα που διοργάνωνε η οργάνωση Planned Parenthood, ενώ υποβλήθηκαν και σε τεστ γνώσεων για θέματα σχέσεων, συναισθημάτων και σεξουαλικής κατανόησης.
Το ζευγάρι παντρεύτηκε και έλαβε τα επώνυμα Scharoun-DeForge. Ναι, πήραν ο ένας το επώνυμο του άλλου, δημιουργώντας μια αρμονική συνένωση οικογενειών. Οι οικογένειες τους, που είχαν κι εκείνες μεγάλες οικογένειες οκτώ παιδιών, είχαν αγνοήσει τις αρχικές ιατρικές συστάσεις να τους στείλουν σε ιδρύματα, επιλέγοντας να τους επιτρέψουν να μεγαλώσουν φυσιολογικά. Και οι δύο ζούσαν ανεξάρτητα, έπαιρναν μέρος σε προγράμματα ένταξης και σε εθελοντικές δράσεις, ενώ συμμετείχαν ενεργά στην καθημερινότητα της οικογένειας και της κοινότητας. Ο Paul εργαζόταν στο εργαστήριο Arc of Onondaga, ενώ η Kris σε γνωστή πιτσαρία κι αργότερα στο Γραφείο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης για Άτομα με Αναπτυξιακές Αναπηρίες.



