Η Όλγα Καρλάτου διέθετε εκείνη τη σπάνια, αρχέγονη ομορφιά που δεν περνά απαρατήρητη. Με τα εκθαμβωτικά πράσινα μάτια της κι εκείνο το βλέμμα αιλουροειδούς, χαρακτηριστικά που ισορροπούσαν ανάμεσα στο αυστηρό και το αισθησιακό, η παρουσία της μπορούσε να γεμίσει το κάδρο χωρίς προσπάθεια. Κινήθηκε με άνεση ανάμεσα σε τρεις διαφορετικές κινηματογραφικές βιομηχανίες, την ελληνική, την ιταλική και την αμερικανική, κι έχτισε μια διεθνή καριέρα που για τα δεδομένα οποιασδήποτε εποχής, αποτελεί ένα σπάνιο επίτευγμα.
Παρ’ όλα αυτά δεν υιοθέτησε ποτέ πλήρως την ταυτότητα της ηθοποιού. Η διαδρομή της μοιάζει με σενάριο που αρνείται να υπακούσει σε μία μόνο πράξη. Από τα φτωχικά παιδικά χρόνια της μεταπολεμικής Αθήνας έως τα κινηματογραφικά πλατό της Ιταλίας και του Χόλιγουντ και από εκεί στα έδρανα της Νομικής και τα δικαστήρια των Βερμούδων, η ζωή της ξεδιπλώνεται με πείσμα, πειθαρχία και μια ακούραστη ανάγκη για εξέλιξη.

Γεννημένη ως Όλγα Βλασσοπούλου, στις 20 Απριλίου 1947 στην Αθήνα, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η επιβίωση περνούσε μέσα από την αριστεία. Οι γονείς της πάλευαν με οικονομικές δυσκολίες, ενώ η μητέρα της κουβαλούσε το τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Η ίδια περιγράφει: «Οι γονείς μου ήταν άνθρωποι φτωχοί, η μητέρα μου, παιδί ακόμα, έζησε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Μας καταπίεζαν εμένα και τον αδερφό μου, οπότε ό,τι καταφέραμε από μικρά παιδιά ήταν γιατί έπρεπε να είμαστε οι πρώτοι, ώστε να παίρνουμε υποτροφίες. Δεν υπήρχαν χρήματα ούτε για τα βιβλία μας. Ο αδερφός μου έπρεπε να μπει στο Πολυτεχνείο μέσα στους 3 πρώτους ανάμεσα σε 1.800 υποψηφίους για να πάρει υποτροφία και τα κατάφερε».

Η παιδική της ηλικία καθορίστηκε από έναν κανόνα: τίποτα δεν χαρίζεται. «Κι εγώ το ίδιο, ετοιμαζόμουν για εξετάσεις όταν έκανα την επανάστασή μου να μπω στη δραματική σχολή. Δεν είπα τίποτα στους γονείς μου, τα έκανα όλα κρυφά, όταν όμως μπήκα το είπα και σοκαρίστηκαν. 'Ομως έλεγαν "θα της περάσει και θα επιστρέψει στο πανεπιστήμιο"». Η είσοδός της στο Εθνικό Θέατρο, με υποτροφία, αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη ρωγμή σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία.

Η Ευρώπη ήρθε γρήγορα. Στα μέσα της δεκαετίας του '60 γνωρίζει τον Ελληνο-Αιθίοπα σκηνοθέτη Νίκο Παπατάκη, ο οποίος είχε επίσης σημειώσει αξιόλογη πορεία στο εξωτερικό. Η ζωή του Παπατάκη αξίζει δικό της άρθρο, κρατήστε μόνο ότι είχε συνεργαστεί με τον συμπατριώτη του, John Cassavetes, ενώ η πρώτη του ταινία, «Les Abysses», γνώρισε ένα «succès de scandale» και υποβλήθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών, το οποίο αρνήθηκε να την προβάλει. Πριν την Καρλάτου, ήταν παντρεμένος με την Anouk Aimée και αργότερα είχε σχέση με την μούσα του Andy Warhol, Nico. Μάλιστα, το ψευδώνυμο «Nico» ήταν ένας φόρος τιμής στον ίδιο τον Νίκο Παπατάκη. Τη «βάπτισε» έτσι ο φωτογράφος Herbert Tobias, ο οποίος ήταν ερωτευμένος με τον Παπατάκη.

Η Καρλάτου παντρεύτηκε τον Παπατάκη το 1967 και την ίδια χρονιά συμμετείχε στην ταινία του «Οι Βοσκοί». Λίγο αργότερα μετακομίζει μαζί του στο Παρίσι, όπου αντιμετώπιζαν αρκετές δυσκολίες, ειδικά μετά τον ερχομό του γιου τους, Serge. «Στο Παρίσι ζούσαμε σαν μποέμ. Ούτε δικό μας σπίτι δεν είχαμε – μας φιλοξενούσαν φίλοι. Όταν γέννησα, δεν μπορούσαμε να μεγαλώσουμε το παιδί. Τριών μηνών το έστειλα στους γονείς μου στην Ελλάδα. Έπρεπε, όμως, κάποιος να φέρνει το “ψωμί στο τραπέζι” – έτσι πήγα στην Ιταλία, όπου μια ταινία μου είχε κάνει επιτυχία, και δούλεψα για να στέλνω λεφτά στην Ελλάδα. Ο Νίκος με αγαπούσε πολύ, ήθελε να γυρίσω και να μην ξαναφύγω».
@ajbakedpotato Olga Karlatos in Thanos and Despina (1967) final #letterboxd #film #filmtok #fyp #criterion #drama #greece #france #60s #1960s #1967 #filmtiktok #drama #newwave #aesthetic #foryou ♬ Fade Into You - Mazzy Star
Η Ιταλία αποτέλεσε το σημείο καμπής. Η πρώτη της εμφάνιση στο «Per il gusto di uccidere» (1966) άνοιξε τον δρόμο για μια καριέρα που θα ξεπερνούσε τα ελληνικά σύνορα. Στα τέλη των '60s και στις αρχές των '70s, είχε μια σύντομη καριέρα ως τραγουδίστρια, ηχογραφώντας ένα EP και μερικά χιτ στα γαλλικά και τα ιταλικά. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, η Καρλάτου καθιερώθηκε σε ένα ευρύ φάσμα ειδών, από την κωμωδία του Mario Monicelli «Amici Miei» και το poliziottesco «Blood and Diamonds» μέχρι giallo όπως το Zombi 2 και το Murder Rock, συνεργαζόμενη με τον Lucio Fulci.

Παράλληλα, δεν έκοψε ποτέ εντελώς τον δεσμό με την Ελλάδα. Συμμετείχε σε πέντε ελληνικές παραγωγές, με πιο χαρακτηριστικές την «Έξοδο Κινδύνου» του Νίκου Φώσκολου και το «Ελευθέριος Βενιζέλος» του Παντελή Βούλγαρη. Στην πρώτη, μάλιστα, τραγούδησε το «Πιάσε μου τα χέρια» και ένα ντουέτο με τον Αλμπέρτο Εσκενάζυ.
Η καριέρα της στο εξωτερικό κορυφώθηκε με συνεργασίες που λίγοι Έλληνες ηθοποιοί της εποχής μπορούσαν να διεκδικήσουν. Δούλεψε με τον Sergio Leone στο «Κάποτε στην Αμερική» και βρέθηκε στο πλευρό του Gregory Peck στην ταινία «The Scarlet and the Black» (1983). Το 1984 υποδύθηκε τη μητέρα του Prince στην ταινία «Purple Rain» και το 1984 συμμετείχε στη σειρά «Miami Vice». Περισσότερες από 40 ταινίες συνθέτουν μια πορεία που απλώθηκε σε διαφορετικές χώρες, γλώσσες και κινηματογραφικές σχολές.

Κι όμως, η ίδια αποδομεί την εικόνα της καριέρας με μια φράση που μοιάζει σχεδόν αντισυμβατική: «Δεν ήμουν ακριβώς ηθοποιός, το έκανα για κάποια χρόνια για να επιβιώσω. Δεν ήξερα να κάνω και τίποτε άλλο». Η υποκριτική, για εκείνη, υπήρξε εργαλείο και όχι αυτοσκοπός. Η επόμενη της απόφαση επιβεβαιώνει αυτή τη στάση ζωής.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, πριν κλείσει τα 40, εγκαταλείπει τον κινηματογράφο. Η στροφή προς τη γνώση υπήρξε μεθοδική και απαιτητική. «Αργότερα είπα στον εαυτό μου ότι δεν ήθελα να πεθάνω απλώς και μόνο ως ηθοποιός. Τότε πήγα στο πανεπιστήμιο για να σπουδάσω με υποτροφία. Έτσι κατάφερα να πάρω τέσσερα πτυχία και σήμερα είμαι δικηγόρος πια. Δεν είναι ότι αρνούμαι την ταυτότητα της ηθοποιού, αλλά ήθελα να της προσθέσω κι άλλες ιδιότητες».

Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, αποκτώντας Bachelor of Arts στις Διεθνείς Σπουδές και στη συνέχεια μεταπτυχιακό στην Ανθρωπιστική και Κοινωνική Σκέψη. Η συνέχεια γράφτηκε στο University of Kent, όπου ολοκλήρωσε τη Νομική. Το 2007 αποφοίτησε και το 2010 έγινε δεκτή στο Bermuda Bar Association, ξεκινώντας μια νέα καριέρα σε ηλικία 65 ετών.

Στην προσωπική της ζωή, το 1982 πήρε διαζύγιο από τον Νίκο Παπατάκη και έναν χρόνο αργότερα γνώρισε τον μελλοντικό της σύζυγο Arthur Rankin Jr., θρυλικό σκηνοθέτη κινουμένων σχεδίων όπως το "ThunderCats", το “Hobbit” και την animated ταινία "Ο βασιλιάς κι εγώ". Παντρεύτηκαν το ίδιο έτος και μαζί του έμεινε έως τον θάνατό του το 2014. Η εγκατάστασή της στις Βερμούδες σηματοδότησε και την οριστική της απόσυρση από τα φώτα της δημοσιότητας.
Η επιλογή της τοποθεσίας δεν ήταν τυχαία. Ο Rankin ήθελε να επικεντρωθεί σε θεατρικές παραγωγές κι έβλεπε ότι στο ανταγωνιστικό τοπίο της Νέας Υόρκης, αυτό θα ήταν μεγάλος άθλος. Όπως είχε δηλώσει: «Θα μπορούσα να πάω στη Broadway, να τρέχω πάνω κάτω στον δρόμο και να φωνάζω “θέλω να γράψω και να σκηνοθετήσω ένα έργο!”. Θα με έβαζαν στο ψυχιατρείο. Αν το πω αυτό [στις Βερμούδες], όλοι κινητοποιούνται αμέσως: “Ω, μα βεβαίως, παρακαλώ”». Επιπλέον, ο Rankin δίδασκε μαθήματα κινηματογράφου και ψυχαγωγίας στο Bermuda College.

Η Καρλάτου ανήκει σε μια σπάνια κατηγορία ανθρώπων που δεν εγκλωβίζονται στην επιτυχία τους. Κάθε φάση της ζωής της μοιάζει με νέα αρχή, με διαφορετικούς κανόνες και απαιτήσεις. Από τα κινηματογραφικά πλατό της Ρώμης έως τα δικαστήρια των Βερμούδων, η ίδια διατήρησε έναν άξονα: την ανάγκη να εξελίσσεται, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε να αφήσει πίσω της μια ήδη κατακτημένη κορυφή.


