Στην ιστορία της αθηναϊκής νύχτας υπάρχουν εγκλήματα που δεν παραμένουν εντός της δικογραφίας τους. Πρόκειται για υποθέσεις που έχουν μετατραπεί σε πολιτισμικά σύμβολα, επειδή συμπυκνώνουν, σε μία και μόνη σκηνή, κοινωνικούς κανόνες, κρυφές ιεραρχίες, βία, οργή, καθώς και την παράδοξη εκείνη οικονομία της τιμής, όπου ένας άγραφος νόμος για την πίστα μπορεί να λογιστεί σοβαρότερος από τον γραπτό νόμο της Πολιτείας.
Τέτοια είναι η αιματοβαμμένη «παραγγελιά» στη «Νεράιδα της Αθήνας» στην οδό Αγίου Μελετίου της μεσοαστικής ακόμη Κυψέλη. Ήταν ξημερώματα 24 προς 25 Φεβρουαρίου 1973, Κυριακή του Ασώτου για την Ορθοδοξία, όταν ο Νίκος Κοεμτζής έβγαλε από τη ζώνη του τον σουγιά του. Μέσα σε λίγα λεπτά, ένας χώρος διασκέδασης μεταβλήθηκε σε σκηνή σφαγής. Τρεις άνδρες έχασαν τη ζωή τους και άλλοι επτά τραυματίστηκαν. Το πλήθος έτρεχε πανικόβλητο για να σωθεί, ενώ στην πίστα το αίμα «έτρεχε ποτάμι», όπως κατατέθηκε αργότερα.

Το κλίμα είχε ήδη οξυνθεί προτού ανοίξει η πόρτα του μαγαζιού· ο Κοεμτζής είχε μαλώσει με τη σύντροφό του, Σοφία Χαράτζη, και είχαν περάσει λίγες ημέρες από την αποφυλάκισή του, για κλοπή. Γύρω του υπήρχε, επιπλέον, μια ατμόσφαιρα εποχής, «η γενικότερη ατμόσφαιρα της περιόδου της Χούντας», η οποία, κατά τα δοθέντα στοιχεία, τον επηρέαζε σημαντικά, καθώς είχε «μπει στο μάτι» των αρχών. Τον Κοεμτζή τον βάραινε από παιδί μια ιδιότυπη, σχεδόν κληρονομική στοχοποίηση από την αστυνομία, καθώς ο πατέρας του, Παναγιώτης ή και «Καπετάν Κεραυνός» και η μητέρα του, Αναστασία υπήρξαν αντάρτες του ΕΛΑΣ και κατά τη μεταπολεμική περίοδο υπέστησαν διώξεις από τις κρατικές αρχές.
Από μικρός είχε δει τους άνδρες της αστυνομίας να χτυπούν τον πατέρα του μπροστά του, κατά την περίοδο του Εμφυλίου. Αυτό και η μετέπειτα στοχοποίησή του λόγω των πολιτικών πιστεύων των γονιών του, έκαναν τον νεαρό Κοεμτζή να τρέφει όλο και μεγαλύτερη απέχθεια για την αστυνομία. Όταν τον ρώτησαν γιατί είχε τόσο μένος εναντίον των αστυνομικών, ο ίδιος είπε: «Γιατί κάθε τόσο με τραβάγανε στην Ασφάλεια. Με ρίχνανε σε ένα δωμάτιο, πετούσανε νερό μέσα και με είχανε τρεις-τέσσερις ημέρες νηστικό, χωρίς να έχω κάνει τίποτα. Τώρα σκοτώνουμε και δεν δίνουμε λογαριασμό σε κανέναν, μου έλεγαν».






