ΤΟ ΒΗΜΑ logo

Νίκος Κοεμτζής: Η ματωμένη «παραγγελιά» που στιγμάτισε την αθηναϊκή νύχτα

Νίκος Κοεμτζής: Η ματωμένη «παραγγελιά» που στιγμάτισε την αθηναϊκή νύχτα 1
Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Το ξημέρωμα της 25ης Φεβρουαρίου 1973 ένα αποκριάτικο γλέντι θα κατέληγε σε μακελειό. Στην ιστορία του Νίκου Κοεμτζή είναι κεντημένοι οι άγραφοι νόμοι της νύχτας, τα τραύματα μιας ζωής στο περιθώριο και η πολιτική συνθήκη της Ελλάδας που βρισκόταν ακόμη στη σκιά της δικτατορίας.

ΑΠΟ ΣΙΝΤΥ ΧΑΤΖΗ

Στην ιστορία της αθηναϊκής νύχτας υπάρχουν εγκλήματα που δεν παραμένουν εντός της δικογραφίας τους. Πρόκειται για υποθέσεις που έχουν μετατραπεί σε πολιτισμικά σύμβολα, επειδή συμπυκνώνουν, σε μία και μόνη σκηνή, κοινωνικούς κανόνες, κρυφές ιεραρχίες, βία, οργή, καθώς και την παράδοξη εκείνη οικονομία της τιμής, όπου ένας άγραφος νόμος για την πίστα μπορεί να λογιστεί σοβαρότερος από τον γραπτό νόμο της Πολιτείας.

Τέτοια είναι η αιματοβαμμένη «παραγγελιά» στη «Νεράιδα της Αθήνας» στην οδό Αγίου Μελετίου της μεσοαστικής ακόμη Κυψέλη. Ήταν ξημερώματα 24 προς 25 Φεβρουαρίου 1973, Κυριακή του Ασώτου για την Ορθοδοξία, όταν ο Νίκος Κοεμτζής έβγαλε από τη ζώνη του τον σουγιά του. Μέσα σε λίγα λεπτά, ένας χώρος διασκέδασης μεταβλήθηκε σε σκηνή σφαγής. Τρεις άνδρες έχασαν τη ζωή τους και άλλοι επτά τραυματίστηκαν. Το πλήθος έτρεχε πανικόβλητο για να σωθεί, ενώ στην πίστα το αίμα «έτρεχε ποτάμι», όπως κατατέθηκε αργότερα.

Νίκος Κοεμτζής: Η ματωμένη «παραγγελιά» που στιγμάτισε την αθηναϊκή νύχτα 2
Από την ταινία «Παραγγελιά!»

Το κλίμα είχε ήδη οξυνθεί προτού ανοίξει η πόρτα του μαγαζιού· ο Κοεμτζής είχε μαλώσει με τη σύντροφό του, Σοφία Χαράτζη, και είχαν περάσει λίγες ημέρες από την αποφυλάκισή του, για κλοπή. Γύρω του υπήρχε, επιπλέον, μια ατμόσφαιρα εποχής, «η γενικότερη ατμόσφαιρα της περιόδου της Χούντας», η οποία, κατά τα δοθέντα στοιχεία, τον επηρέαζε σημαντικά, καθώς είχε «μπει στο μάτι» των αρχών. Τον Κοεμτζή τον βάραινε από παιδί μια ιδιότυπη, σχεδόν κληρονομική στοχοποίηση από την αστυνομία, καθώς ο πατέρας του, Παναγιώτης ή και «Καπετάν Κεραυνός» και η μητέρα του, Αναστασία υπήρξαν αντάρτες του ΕΛΑΣ και κατά τη μεταπολεμική περίοδο υπέστησαν διώξεις από τις κρατικές αρχές.

Από μικρός είχε δει τους άνδρες της αστυνομίας να χτυπούν τον πατέρα του μπροστά του, κατά την περίοδο του Εμφυλίου. Αυτό και η μετέπειτα στοχοποίησή του λόγω των πολιτικών πιστεύων των γονιών του, έκαναν τον νεαρό Κοεμτζή να τρέφει όλο και μεγαλύτερη απέχθεια για την αστυνομία. Όταν τον ρώτησαν γιατί είχε τόσο μένος εναντίον των αστυνομικών, ο ίδιος είπε: «Γιατί κάθε τόσο με τραβάγανε στην Ασφάλεια. Με ρίχνανε σε ένα δωμάτιο, πετούσανε νερό μέσα και με είχανε τρεις-τέσσερις ημέρες νηστικό, χωρίς να έχω κάνει τίποτα. Τώρα σκοτώνουμε και δεν δίνουμε λογαριασμό σε κανέναν, μου έλεγαν».

Κάποια στιγμή, σύμφωνα με τον Κοεμτζή, του είχαν ζητήσει οι άντρες της Ασφάλειας να γίνει πληροφοριοδότης τους, με αντάλλαγμα μια ζωή χωρίς εμπόδια από την αστυνομίας. Εκείνος αρνήθηκε. Αυτή η άρνηση είχε τίμημα: βίαιες προσαγωγές, ξυλοδαρμούς, μώλωπες και πληγές στο σώμα. Αργότερα θα περιγράψει εκείνα τα χρόνια ως μια μνήμη χαραγμένη στο κορμί του.

Νίκος Κοεμτζής: Η ματωμένη «παραγγελιά» που στιγμάτισε την αθηναϊκή νύχτα 3
«ΤΑ ΝΕΑ», 26.2.1973, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

«Η αστυνομία μού έκανε άγρια κυνηγητά. Κι όποτε με τραβούσανε μέσα, παίζανε ποδόσφαιρο απάνω μου και με τρελαίνανε στις κλοτσοπατητές και στις φάλαγγες και μού κάνανε εξαντλητική ανάκριση. Δεν με αφήνανε σε χλωρό κλαρί».

Ωστόσο, τα ψυχικά τραύματα που κουβαλούσε ο Κοεμτζής δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της αστυνομικής βίας που υπέστη. Μεγαλώνοντας σε μια πολύ φτωχή οικογένεια, δούλευε από παιδί και γι'αυτό δεν έμαθε αρκετά γράμματα. Ο πατέρας του έγινε αργότερα αλκοολικός και ξεσπούσε με βία πάνω στα παιδιά του, με τρόπο όχι πολύ διαφορετικό από τους ξυλοδαρμούς των αστυνομικών. Ο Νίκος Κοεμτζής το έσκασε από το σπίτι του, όπως λέει στην αυτοβιογραφία του, όταν κρυφάκουσε τους γονείς του να συζητούν το ενδεχόμενο να τον δώσουν σε ένα αντρόγυνο, πιθανώς ως ψυχογιό. Φεύγοντας από το σπίτι άρχισε τις μικροκλοπές, κάτι που τον έκανε στόχο των Αρχών. Στα διαστήματα που περνούσε στις φυλακές, ο πατέρας του δεν τον επισκέφτηκε ποτέ.

Πίσω σε έκεινο το μοιραίο βράδυ, όπως το θυμάται ο Κοεμτζης: «Δεν ήξερα ότι εκείνο το βράδυ ήτανε γεμάτο αστυνομικούς το κέντρο. Είχαμε φύγει από το σπίτι, πήγαμε στο 2001, μια καφετέρια, φεύγουμε από εκεί, πάμε στον Αργύρη, μια ψησταριά στη Λεωφόρο Συγγρού που είχε και μπουζούκια, δεν είχε τραπέζια.

Μου λέει ο αδελφός μου: “Πάμε στον Καρουσάκη;”. “Εγώ ακολουθάω”, του λέω. “Τραβάτε όπου θέλετε”. Και πήγαμε στον Καρουσάκη εκείνο το βράδυ. Κι έφτασα εδώ πέρα πού έφτασα».

«Παίξε τις Βεργούλες να χορέψει ο αδελφός μου»

Στη «Νεράιδα της Αθήνας» το μαγαζί ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Μέσα σε αυτή την πυκνότητα λειτουργούσε ένας κανόνας άγραφος, πλην δεσμευτικός για τη νύχτα της εποχής: η παραγγελιά· ο Νίκος Κοεμτζής έδιωξε τις γυναίκες από το τραπέζι τους, ανάμεσά τους και τη Σοφία Χαράτζη, και αργότερα ο αδελφός του, Δημοσθένης, ανέβηκε στην πίστα ζητώντας ως παραγγελιά τις «Βεργούλες» του Μάρκου Βαμβακάρη, με τον Νίκο να επιμένει, σαν να εξαντλούσε τη βραδιά σε μια προστακτική: «Παίξε τις Βεργούλες να χορέψει ο αδελφός μου» (το τραγούδι αυτό είναι επίσης γνωστό με τον τίτλο «Τα δυο σου χέρια πήρανε»).

Ο τραγουδιστής (Τάκης Αθανασιάδης) ενώ στην αρχή του προγράμματος είχε ζητήσει να μην υπάρξουν παραγγελιές, τελικά ανακοίνωσε από το μικρόφωνο πως το επόμενο τραγούδι που θα πει είναι παραγγελιά. Ενώ ο Δημοσθένης χόρευε, ξαφνικά σηκώθηκαν και δύο άλλα άτομα, αστυνομικοί που γνώριζαν τον Κοεμτζή. Οι αστυνομικοί ήταν ο αστυφύλακας Δημήτριος Πεγιάς, και ο υπενωμοτάρχης Εμμανουήλ Χριστοδουλάκης. Οι δυο τους άρχισαν να παρενοχλούν επιδεικτικά τον Δημοσθένη την ώρα που χόρευε.

Τα ξημερώματα εκείνα ο Νίκος Κοεμτζής θα αφαιρούσε τη ζωή του υπενωμοτάρχη της Χωροφυλακής Μανόλη Χριστοδουλάκη (28 ετών), του αστυφύλακα της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών Δημήτρη Πεγιά (31) και του Γιάννη Κούρτη (34), μηχανικός και βαφέας αυτοκινήτων που βρισκόταν στην παρέα των αστυνομικών. Επιπλέον, θα τραυμάτιζε επτά (ή οκτώ σύμφωνα με άλλες πηγές) θαμώνες μεταξύ των οποίων και τον φίλο του, Θωμά Καραμάνη, τον τρίτο άντρα στην παρέα τους.

Άκουσα τις φωνές, κοίταξα να δω τι συμβαίνει και τον είδα να έχει βγάλει ένα μαχαίρι και να καρφώνει κόσμο. Στην πίστα το αίμα έτρεχε ποτάμι

Το τελετουργικό της σκηνής, όπως αποτυπώθηκε σε αφήγηση του τραγουδιστή Κώστα Καρουσάκη (το «πρώτο όνομα» του προγράμματος στη Νεράιδα), διασώζει την αλληλουχία των μικρών κινήσεων που προηγήθηκαν του χάους, μαζί με την αίσθηση ότι κανείς δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως πόσο κοντά βρίσκονταν στο σημείο της μη επιστροφής:

«Τελείωνα το πρώτο μέρος του προγράμματός μου, όταν κατέφθασε μια παρέα έξι ατόμων. Τρεις άνδρες, τρεις γυναίκες. Έκατσαν μπροστά αλλά γωνία, δίπλα στη σκάλα που οδηγούσε στα καμαρίνια. Κάποια στιγμή ο αδελφός του Κοεμτζή μού ζητάει να τραγουδήσω τις Βεργούλες του Βαμβακάρη. Εγώ αρχικά έκανα το κορόιδο. Στο μεταξύ, βλέπω τις γυναίκες της παρέας να φεύγουν και να μένουν μόνο οι άντρες.

Νίκος Κοεμτζής: Η ματωμένη «παραγγελιά» που στιγμάτισε την αθηναϊκή νύχτα 4
«ΤΑ ΝΕΑ», 26.2.1973, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ο Κοεμτζής επέμενε: “Παίξε τις Βεργούλες να χορέψει ο αδελφός μου”. “Δεν το ξέρω το τραγούδι”, τού απαντώ εγώ για να τον αποφύγω. Επειδή, όμως είδα την επιμονή του, παρακάλεσα τον Τάκη Αθανασιάδη, που δουλεύαμε μαζί, να το πει. Φυσικά, δεν ήταν καθόλου εύκολο να κατεβάσουμε τόσο κόσμο από την πίστα. Ανέβηκε να χορέψει ο αδελφός του Κοεμτζή και μαζί χόρευαν κι άλλοι.

Άκουσα τις φωνές, κοίταξα να δω τι συμβαίνει και τον είδα να έχει βγάλει ένα μαχαίρι και να καρφώνει κόσμο. Στην πίστα το αίμα έτρεχε ποτάμι. Βγαίνοντας εγώ προς τα έξω, με σπρώχνει ένας φίλος μου στην άκρη, για να με προστατέψει επειδή ο Κοεμτζής φώναζε: “Πού είναι ο Καρουσάκης να τον σφάξω”».

Η Άντζελα Δημητρίου, τότε ακόμη άγνωστη στο ευρύτερο κοινό, τραγουδούσε στο ίδιο μαγαζί το μοιραίο εκείνο βράδυ. Σε συνέντευξή της έχει αναφέρει: «Ήταν σοκαριστική, τρομακτική, αποκρουστική σκηνή. Όλα αυτά τα φρικιαστικά εγκλήματα συνέβησαν μπροστά μου. Πάγωσε το αίμα μου και έτρεμα από το φόβο και τον πανικό. Είχα κρυφτεί πίσω από το ταμπούρο των ντραμς για να προφυλαχθώ. Ποτέ άλλοτε δεν κινδύνεψα μέσα στη νύχτα».

Νίκος Κοεμτζής: Η ματωμένη «παραγγελιά» που στιγμάτισε την αθηναϊκή νύχτα 5
Από την ταινία «Παραγγελιά!»

«Άντε ρε φλώρε, που θέλεις και ειδική παραγγελιά να χορέψεις»

Ο Νίκος Κοεμτζής δεν παρουσίασε την πράξη του ως ψυχρό σχέδιο. Αντιθέτως, όπως αναφέρεται, επέμενε ότι δεν θυμόταν το μακελειό και τη γένεσή του, ρωτώντας τον αδελφό του Δημοσθένη και τον φίλο του Θωμά, ενώ η αφήγηση που ακολουθεί, στο βιβλίο του, έχει τη μορφή ανασύστασης μιας νύχτας που μοιάζει να κυλά σαν «εφιαλτική ταινία», με τον άγραφο νόμο της παραγγελιάς να γίνεται ο άξονας της σύγκρουσης:

«Άρχισε ο Θωμάς να μου τα εξιστορεί και να τα βάζει στη σειρά το ένα πίσω από το άλλο, σαν εφιαλτική ταινία του κινηματογράφου. Όταν ανέβηκε στην πίστα ο Δημοσθένης να χορέψει, ανεβήκανε και κάτι άλλοι θαμώνες, για να χορέψουν κι εκείνοι. Ο τραγουδιστής τούς έκανε νόημα να κατέβουν από την πίστα, επειδή το τραγούδι ήτανε παραγγελιά και τους φώναξε με το μεγάφωνο και τους είπε παιδιά είναι παραγγελιά το τραγούδι, με τη σειρά θα χορέψετε κι εσείς. Βλέποντας ο Δημοσθένης που δεν κατεβαίνανε, ρώτησε τον τραγουδιστή, που ήτανε ο Αθανασιάδης και γνωστός του μάλιστα: “Ρε Τάκη, δικό μου είναι το τραγούδι ή των παιδιών;'”.

Νίκος Κοεμτζής: Η ματωμένη «παραγγελιά» που στιγμάτισε την αθηναϊκή νύχτα 6
Τα τρία θύματα

Ο τραγουδιστής απάντησε: ”Εγώ τους το ‘πα ρε Δημοσθένη πως είναι παραγγελιά το τραγούδι. Αν θέλεις, πες τους το κι εσύ”. Κι έβαλε το μικρόφωνο στο στόμα του ο Δημοσθένης και τους είπε: ”Παιδιά παραγγελιά είναι το τραγούδι, δεν ακούσατε;”. […]

Μόλις μίλησε, τον πλησίασε κάποιος από τους τέσσερις που ήτανε πάνω στην πίστα κι έβρισε τον Δημοσθένη και ταυτοχρόνως τον έσπρωξε πάνω στους άλλους τρεις της παρέας του. Εκείνοι τον ξανασπρώξανε. Και τότε ο Δημοσθένης έδωσε μια μπουνιά στον πρώτο που άρχισε τη φασαρία κι αργότερα έμαθα ότι ήταν κι αυτός αστυνομικός, όπως και η παρέα του, όπως αποδείχτηκε μετά το κακό που έγινε. Τον διέκοψα και ρώτησα τον Δημοσθένη να μου πει τι είδους βρισιά ήταν αυτή που του είπαν: Ο πρώτος που μ’ έβρισε, μου είπε: ”Άντε ρε φλώρε, που θέλεις και ειδική παραγγελιά να χορέψεις”».

Ως φαίνεται, την ώρα που σκορπούσα το θάνατο χωρίς να δουλεύει το μυαλό μου και κινιόμουν σαν ένα ρομπότ, με είχε κυριέψει ο δαίμονας ή το κτήνος που φωλιάζει μέσα μου.

Και έπειτα, η περιγραφή της στιγμής που ο δράστης, κατά την ανασύσταση, «σάλταρε σαν ελατήριο», τραβώντας κάτι από τη ζώνη του, με το βλέμμα να αλλάζει, με την κίνηση να γίνεται μηχανική, και με τη μνήμη να αποτυγχάνει εκ των υστέρων να ανασυνθέσει εικόνες, παρά την προσπάθεια:

«Γυρίζοντας προς τον Θωμά τού είπα να μου πει τι έκανα εγώ εκείνη τη στιγμή και πώς βρέθηκα πάνω στην πίστα και σκόρπισα το θάνατο σε τόσους ανθρώπους. “Εσύ καθόσουνα στο τραπέζι και δεν μιλούσες με κανένανε. Όταν όμως άρχισε ο Δημοσθένης να ουρλιάζει την ώρα που τον ρίξανε κάτω και τον πατάγανε απάνω στα σπασμένα γυαλιά της πίστας, εσύ σάλταρες σαν ελατήριο από τη θέση σου και κοιτούσες δεξιά και αριστερά. Σε άκουσα να μιλάς και να λες: “Τον Δημοσθένη! Τον Δημοσθένη τον σκοτώνουνε!”.

Κι έτρεξες προς την πίστα. Ταυτοχρόνως, είδα το χέρι σου που κάτι τράβηξες από τη ζώνη σου. Νόμιζα πως είχες περίστροφο κι όρμησα ξοπίσω σου να σ’ εμποδίσω και σ’ έπιασα από τη μέση. Την ώρα που πάταγες απάνω στην πίστα γυρίζεις και μου ρίχνεις μια μαχαιριά στην κοιλιά. Σε κοίταξα απορημένος. Πήγα να σου πω γιατί, αλλά είδα τα μάτια σου γυρισμένα προς τα πάνω. Τότε κατάλαβα ότι τρελάθηκες. Μπήκες στη φασαρία κι έσφαξες τους τρεις”. […]

Υπέφερα τρομερά και προσπαθούσα απεγνωσμένα να ξεχωρίσω μια εικόνα από τη σφαγή και δεν μπορούσα. Κι ούτε τώρα μπορώ, αν κι αγωνίζομαι ακόμα. […] Ως φαίνεται, την ώρα που σκορπούσα το θάνατο χωρίς να δουλεύει το μυαλό μου και κινιόμουν σαν ένα ρομπότ, με είχε κυριέψει ο δαίμονας ή το κτήνος που φωλιάζει μέσα μου. Αλλιώς δεν εξηγείται πώς έφτασα σε τόσο μεγάλο κακό, να αφαιρέσω ανθρώπινες ζωές εν ώρα χαράς και ευθυμίας. Βασάνιζα το μυαλό μου συνέχεια, επειδή το κακό ήταν ανεπανόρθωτο. Χαθήκανε τρία παλικάρια και ξέρω με πόσους κόπους και αγώνες μεγαλώνει ένα παιδί, για να το φέρει ο γονιός του σε αυτή την ηλικία».

Μετά το τριπλό φονικό, ο Κοεμτζής συνελήφθη στη Δάφνη. Η σύλληψη υπήρξε επεισοδιακή. Αστυνομικοί τον πυροβόλησαν στο πόδι και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο πριν οδηγηθεί στο κελί του. Μια σφαίρα, όμως, θα έμενε σφηνωμένη στο σώμα του. Δεν αφαιρέθηκε ποτέ και, όπως αφηγήθηκε στην αυτοβιογραφία του «Το μακρύ ζεϊμπέκικο», του προκαλούσε επί χρόνια αφόρητους πόνους.

Νίκος Κοεμτζής: Η ματωμένη «παραγγελιά» που στιγμάτισε την αθηναϊκή νύχτα 7
«ΤΑ ΝΕΑ», 26.2.1973, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

«Θανατοποινίτης! Τρεις φορές εις θάνατο και επτά ισόβια»

Η δίκη ολοκληρώθηκε σε μια χρονική γειτνίαση που προσέθεσε επιπλέον ιστορική σκιά: «Έξι ημέρες πριν από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, στις 11 Νοεμβρίου του 1973 το δικαστήριο αποφάσισε: Θανατοποινίτης! Τρεις φορές εις θάνατο και επτά ισόβια», με τον αδελφό του Δημοσθένη να καταδικάζεται σε «τρία χρόνια φυλάκιση», ενώ αναφέρεται ότι ο συνήγορος υπεράσπισης υποστήριξε πως ο Κοεμτζής έπασχε από ψυχολογικά προβλήματα και ότι οι δικαστές απέρριψαν το αίτημα να εξεταστεί από γιατρό. Για σχεδόν τρία χρόνια ο καταδικασμένος Κοεμτζής ζούσε με το ενδεχόμενο της εκτέλεσης, λειτουργώντας ως μελλοθάνατος μέχρι την κατάργηση της θανατικής ποινής στην Ελλάδα, γράφοντας ποιήματα και τη βιογραφία του «ως άνθρωπος που περιμένει από Πάσχα σε Πάσχα μια σταύρωση χωρίς ανάσταση», ενώ μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου κατέγραψε την ελπίδα και το σβήσιμό της:

«Περιμέναμε ώρα με την ώρα να σπάσουν οι πολίτες τις φυλακές και να ελευθερώσουν τους κρατούμενους. […]. Μάθαμε ότι κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος και έπεσε ο δικτάτορας Παπαδόπουλος».

Μία ημέρα πριν από τη γιορτή του, στις 5 Δεκεμβρίου 1973, ζήτησε να ανοίξει το διπλανό κελί για να πάρει καθαρά ρούχα, πήρε και ένα κοστούμι, απαντώντας ότι γιορτάζει την τελευταία του ονομαστική γιορτή και θέλει να την αισθανθεί. Τον Μάρτιο του 1977 ενημερώθηκε ότι «ξέφυγε από τη θανατική ποινή». Θα αποφυλακιζόταν στις 29 Μαρτίου 1996.

Μετά την αποφυλάκισή του επιβίωσε πουλώντας την αυτοβιογραφία του «Το μακρύ ζεϊμπέκικο» στο κέντρο της Αθήνας, έξω από τα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων και στο Μοναστηράκι, δυσκολευόμενος να βρει εργασία και ζώντας από τα έσοδα του βιβλίου του. Ο ίδιος ανέφερε ότι παρέμεινε στιγματισμένος κοινωνικά και μετά την αποφυλάκισή του. Όμως, κάπου εδώ γεννιέται ένα άλλο ερώτημα για την ελληνική κοινωνία: Άξιζε σε έναν άνθρωπο σαν τον Κοεμτζή να βρίσκεται εκτός φυλακής; Κι εφόσον είχε εκτήσει την ποινή του, πότε θα τον δεχόταν και πάλι η κοινωνία στα σπλάχνα της, χωρίς τον λεκέ του φονιά; 

Στο πλαίσιο παρουσίασης του βιβλίου του, με πρωτοβουλία του Γιώργου Λιάνη, του Παύλου Τσίμα και του Διονύση Σαββόπουλου και με σκοπό να του δοθεί άδεια μικροπωλητή, ο καθηγητής εγκληματολογίας Νέστορας Κουράκης επισήμανε ότι «οι 4 στους 5 αποφυλακισμένους υποτροπιάζουν και οδηγούνται ξανά στη φυλακή στα επτά χρόνια της ελευθερίας τους». Πρόσθεσε επίσης ότι ο σωφρονισμός ολοκληρώνεται με την επάνοδο και την πλήρη επανένταξη, όχι με το αποφυλακιστήριο, και ότι η κοινωνία, μαζί με την αρωγή του κράτους, αποτελεί τον κρίσιμο παράγοντα. Ο ίδιος ο Κοεμτζής, μέσα από την εμπειρία του εγκλεισμού, έγραψε για τη βία και τη διαφθορά του μικρόκοσμου της φυλακής και πρότεινε να μη συνυπάρχουν υπότροποι με πρωτάρηδες:

Νίκος Κοεμτζής: Η ματωμένη «παραγγελιά» που στιγμάτισε την αθηναϊκή νύχτα 8
«ΤΟ ΒΗΜΑ», 27.2.1973, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

«Μέσα στη φυλακή συναντάς ειδών – ειδών ανθρώπους, υπάρχουνε οι ευαίσθητοι και οι αναίσθητοι. Οι πιο πολλοί από τους ευαίσθητους ψάχνουνε να βρούνε μια σανίδα σωτηρίας. Οι αναίσθητοι πάλι έχουνε πωρωθεί και κοιτάζουνε πώς να περάσουν την ημέρα τους με το χάχα – χούχα. Είναι σαν τα ζώα και οι πιο πολλοί κοιτάζουνε, όταν βλέπουνε κανέναν μικρό να πέφτει στη φυλακή για πρώτη φορά, να τον κάνουνε σαν τα μούτρα τους, ανήθικο και πωρωμένο, να μη σέβεται καμία απολύτως ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Με μια λέξη, ρουφιάνοι είναι, μπινέδες είναι, παιδεραστές είναι, όλα τα κακά επάνω τους τα έχουνε. Γι’ αυτό θα ήταν σωστό το Υπουργείο Δικαιοσύνης να μη βάζει τους υπότροπους κρατούμενους με τους πρωτάρηδες, γιατί ένα εβδομήντα πέντε τοις εκατό των υπότροπων είναι πωρωμένοι», έγραψε ο Νίκος Κοεμτζής και αυτή ήταν μία από τις προτάσεις του, προκειμένου να προστατευθούν οι νέοι στις φυλακές.

Η υπόθεση του Νίκου Κοεμτζή δεν έμεινε στα δικαστικά αρχεία. Πέρασε στην ποίηση, στο τραγούδι, στο θέατρο και στον κινηματογράφο. «Η ζωή μας είναι σουγιαδιές» και «Είχανε δίκιο οι Κοεμτζήδες» θα έγραφε η Κατερίνα Γώγου. Το 1978 ο Διονύσης Σαββόπουλος μετέφερε την ιστορία στο τραγούδι «Το μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο», από το δίσκο «Ρεζέρβα». Η ταινία «Παραγγελιά!» σε σκηνοθεσία Παύλου Τάσιου, μεταφέρει το περιστατικό στη μεγάλη οθόνη, με τον Αντώνη Αντωνίου στον ρόλο του Κοεμτζή και τον Αντώνη Καφετζόπουλο σε εκείνον του Δημοσθένη. Σε πρόσφατη θεατρική εκδοχή της υπόθεσης, ο Κοεμτζής διατυπώνει μια ύστατη επιθυμία: να ειπωθεί η ιστορία του μία τελευταία φορά, όχι ενώπιον ανακριτών και εισαγγελέων, αλλά μπροστά σε καθημερινούς ανθρώπους.


Από την τάξη στη Βουλή: Η Υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη σε μια κουβέντα εφ’ όλης της ύλης

Τι σημαίνει να έχεις υπάρξει δασκάλα πριν γίνεις Υπουργός Παιδείας; Η Σοφία Ζαχαράκη, Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού δεν μιλά ως επαγγελματίας πολιτικός αλλά ως εκπαιδευτικός που έχει διδάξει σε όλες τις βαθμίδες, έχει δουλέψει παράλληλα σε διαφορετικά σχολεία για να συμπληρώσει το ωράριο της, έχει κάνει μάθημα σε παιδιά διαφορετικών ηλικιών, δυνατοτήτων και κοινωνικού στάτους.


READ MORE

ΑΠΟΡΡΗΤΟ