Στα 79 της χρόνια, η Liza Minnelli επιλέγει να μιλήσει ανοιχτά για όσα επί δεκαετίες περιέβαλλαν τη ζωή της με σιωπή, φήμες και υπερβολές. Στο νέο της αυτοβιογραφικό βιβλίο, Kids, Wait Till You Hear This!, η εμβληματική μορφή του αμερικανικού θεάματος καταγράφει για πρώτη φορά με συστηματικό τρόπο τη μακρά και επώδυνη διαδρομή της μέσα από τον εθισμό και τη μάχη για νηφαλιότητα.
Όταν ερωτάται αν θεωρεί «θαύμα» το γεγονός ότι επέζησε, απαντά με μια φράση σχεδόν προκλητικά απλή: «Δεν το νομίζεις;». Πίσω από την ελαφρότητα της διατύπωσης κρύβεται μια ιστορία που η ίδια περιγράφει ως αγώνα «ζωής και θανάτου». Εδώ και έντεκα χρόνια παραμένει νηφάλια, και η απόφασή της να μοιραστεί την εμπειρία της δεν έχει χαρακτήρα εντυπωσιασμού, αλλά, όπως λέει, πρόθεση να βοηθήσει: «Αν έβγαινα εκτός τροχιάς… θα επέστρεφα αμέσως και θα πάλευα ξανά. Μην τα παρατάτε», δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή της στο People.
Η πρώτη της επαφή με τις ουσίες δεν υπήρξε αποτέλεσμα νυχτερινής υπερβολής, αλλά ιατρικής συνταγής. Το 1969, μετά τον αιφνίδιο θάνατο της μητέρας της, Judy Garland, από τυχαία υπερδοσολογία, ένας γιατρός της χορήγησε Valium. Ήταν μόλις 23 ετών. Βρέθηκε ξαφνικά επικεφαλής της οικογένειας, με την ευθύνη των μικρότερων αδελφών της, Lorna Luft και Joey Luft, και με το βάρος της οργάνωσης της κηδείας της μητέρας της. Όπως γράφει η ίδια, «Αυτό που ξεκίνησε ως ευλογία μιας ημέρας σύντομα μετατράπηκε σε συνήθεια και κατόπιν σε πλήρη εθισμό. Ήταν ένα τελευταίο δώρο, μια γενετική κληρονομιά από τη μαμά, από την οποία δεν μπορούσα να ξεφύγω».
Λίγα χρόνια αργότερα, η Minnelli θα γνώριζε μια εκρηκτική άνοδο. Με το Cabaret και το τηλεοπτικό σόου Liza with a “Z” καθιερώθηκε ως σταρ διεθνούς βεληνεκούς. Οι sold-out παραστάσεις, οι θριαμβευτικές κριτικές, οι glam εμφανίσεις της και η αποθέωση του κοινού συνέθεταν μια εικόνα σχεδόν ακατάλυτης επιτυχίας. Ωστόσο, η ίδια περιγράφει εκείνη την περίοδο ως «ζωή στα άκρα». «Αναζητούσα κάτι που θα την έκανε πιο διασκεδαστική, καλύτερη. Κάποιος είπε “Δοκίμασε αυτό”. Και το δοκίμασα. Όλοι γύρω μου έκαναν απ'όλα», εξηγεί. Η επιθυμία να ανήκει σε έναν κύκλο όπου η υπερβολή ήταν κανόνας, λειτούργησε καταλυτικά. «Το να προσπαθείς να είσαι ένα με το πλήθος ήταν σημαντικό, ιδίως όταν δεν ένιωθες όμορφη ή αρκετή. Ένιωθα εκτός τόπου».
Στα αποσπάσματα του βιβλίου της ανακαλεί την αντίφαση ανάμεσα στη δημόσια εικόνα της και το χάος που βίωνε ιδιωτικά: «Ο κόσμος με ήξερε ως LIZA! Για πρώτη φορά στη ζωή μου αναρωτήθηκα τι σήμαινε αυτό, ιδίως μέσα στην ομίχλη των ουσιών. Βενζοδιαζεπίνες. Βαρβιτουρικά. Αμφεταμίνες. Κοκαΐνη». Τα χρόνια της σωματικής υπερκόπωσης και των ακραίων ρυθμών επιβάρυναν την υγεία της· αργότερα εθίστηκε και στο Oxycontin, σε μια προσπάθεια διαχείρισης του πόνου.
Οι εισαγωγές σε κέντρα αποκατάστασης υπήρξαν επαναλαμβανόμενες. Το 1984, ήταν η αδελφή της Lorna Luft που την ικέτευσε να ζητήσει βοήθεια. Λιγότερο από έναν χρόνο μετά, η φίλη της Elizabeth Taylor της μίλησε με ωμότητα: «Τέρμα τα ψέματα… Κοίταξε τον εαυτό σου στον καθρέφτη και δες αυτό που βλέπουμε εμείς». Το 2015, η απόφαση να επιστρέψει σε πρόγραμμα αποκατάστασης ήταν εντελώς δική της. «Συνειδητοποίησα ότι ίσως οι επτά ζωές μου είχαν τελειώσει», γράφει.
Σήμερα, περιγράφει τη ζωή σε νηφαλιότητα ως «καταπληκτική». Αναγνωρίζει τη στήριξη ανθρώπων που στάθηκαν δίπλα της, ιδίως του στενού της φίλου και πιανίστα Michael Feinstein. «Ήταν δίπλα μου», σημειώνει. Ο ίδιος αποκαλύπτει ότι επί σχεδόν μία δεκαετία κατέγραφε συνομιλίες μαζί της, διασώζοντας τη φωνή και τις μνήμες της. «Για χρόνια έλεγε: “Θα τα πείτε όλα όταν πεθάνω”. Κάποια στιγμή έφθασε στο σημείο να θέλει η ίδια να μιλήσει. Κατάλαβε ότι θα απελευθερωνόταν μιλώντας και ότι θα βοηθούσε άλλους», δήλωσε στο People.
Η Minnelli δεν ωραιοποιεί το παρελθόν της ούτε το δραματοποιεί. Το εντάσσει σε μια διαδρομή όπου η ευθραυστότητα συνυπάρχει με τη δύναμη. «Είναι υπέροχο όταν συναντάς έναν άνθρωπο που σε βοηθά. Είναι τρομερό όταν νομίζεις ότι πρέπει να πολεμάς κάθε μέρα μόνος», λέει. Και προσθέτει με την ίδια επιμονή που τη διέκρινε στη σκηνή: «Υπάρχει χαρά. Υπάρχει καλό εκεί έξω».

