Ένα από τα πιο αγαπητά πρόσωπα των πρώτων ετών της ιδιωτικής τηλεόρασης, η Γωγώ Μαστροκώστα άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 55 ετών, στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» όπου νοσηλευόταν τις τελευταίες εβδομάδες. Την είδηση έκανε γνωστή η 17χρονη κόρη της, Βικτόρια Δέλλα, καρπός του γάμου της με τον παλαίμαχο ποδοσφαιριστή Τραϊανό Δέλλα.
Ακολουθεί η συγκλονιστική της εξομολόγηση για τη μάχη της με τον καρκίνο, όπως την είχε αφηγηθεί στο Life&Style το 2008:
"Από ένα καπρίτσιο της μοίρας βρέθηκα ξαφνικά εγκλωβισμένη. Ο καρκίνος είναι μια συγκλονιστική εσωτερική εμπειρία. Ήθελα, λοιπόν, να γράψω μόνη μου αυτή την ιστορία… Μόνη μου να επανεξετάσω τις χαρές και τις λύπες, τις ανακαλύψεις και τις αποτυχίες ή τις ατυχίες που συνόδευσαν τον τελευταίο καιρό τη ζωή μου.
8 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2008
Έξι το πρωί, έχω μόλις μπει στο νοσοκομείο. Όλα είναι προγραμματισμένα. Θα γεννήσω με καισαρική –το μωρό δεν έχει πάρει καν «θέση»– κι οι τεχνητοί πόνοι λειτουργούν σαν νανούρισμα για μένα. Πρέπει να ήμουν η μοναδική ετοιμόγεννη που κοιμόταν ελάχιστες ώρες πριν γεννήσει. Ο Τράι (σ.σ. έτσι αποκαλεί το σύζυγό της, Τραϊανό Δέλλα) με βιντεοσκοπεί, δεν πιστεύει αυτό που βλέπει. Τόση αναισθησία! Ανά διαστήματα, με ξυπνάνε τα γέλια του, εγώ θέλω να τελειώνω.
Μπαίνω. Δεν αισθάνομαι καθόλου τα πόδια μου, τη μέση μου, την κοιλιά μου, νιώθω όμως ακόμα όλες τις κινήσεις της. Νιώθω κυριολεκτικά να την ξεκολλάνε από τα σπλάχνα μου και να την τραβάνε από μέσα μου. Τη σηκώνουν ψηλά, μπροστά μου και τη βλέπω. Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό; «Θεέ μου, θέλω άλλο ένα τέτοιο πλάσμα»! Τι ειρωνεία της τύχης…
ΤΕΛΗ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2007
Η ξαδέρφη μου η Σοφία, η οποία είναι νοσοκόμα, έχει κανονίσει να κάνω –για πρώτη φορά στη ζωή μου– μαστογραφία. Δεν είχα κανένα ιστορικό καρκίνου στην οικογένειά μου, δεν είχα καν ποτέ μια φίλη ή κάποιον έστω γνωστό μου με τη νόσο για να έχω εμπειρία, δεν ήμουν δηλαδή καθόλου ψυλλιασμένη. Και ήμουν παντελώς ανενημέρωτη. Έπιασα, όμως, στο στήθος μου τότε ένα «σπυράκι» και είπα να το κοιτάξω.

Όμως, εντελώς ξαφνικά κι αναπάντεχα, μένω έγκυος και παθαίνω μεγάλο σοκ από τη χαρά μου!
Με παρακολουθεί ο γυναικολόγος μου, ο Άκης – όλα πάνε πολύ καλά. Οι μέρες περνάνε κι ακούω σιγά - σιγά την καρδούλα του. Μέσα σε όλη αυτή την τρέλα μου, θυμάμαι να τον ενημερώσω για το στήθος μου. Με στέλνει, σε μια από τις τακτικές επισκέψεις μου στο νοσοκομείο για την εγκυμοσύνη μου, σε κάποιον ειδικό γιατρό εκεί μέσα, τον οποίο εμπιστευόταν. Με βλέπει, μου κάνει μόνο έναν υπέρηχο, δεν έκρινε κάτι άλλο απαραίτητο να γίνει στην περίπτωσή μου, και με έδιωξε. Μια απλή σύμφυση. ΟΛΑ ΚΑΛΑ. Ουφ… Ποιος είναι εκείνος, άλλωστε, που δεν θέλει να ακούσει τη μαγική φράση «είσαι καλά»; Δυστυχώς, βλέπεις, από το φόβο μας, ικανοποιούμαστε πολύ εύκολα.
Είμαι πολύ χαρούμενη, η εγκυμοσύνη δείχνει πολύ καλή, η σχέση μου με τον Τράι έχει πάρει ιδανική πορεία –δεδομένου ότι «πάλεψα» πολύ για αυτή– είμαι πολύ - πολύ ερωτευμένη και έχω την ευλογία να φέρω στον κόσμο το παιδί του ανθρώπου που λατρεύω.
Ή έτσι νόμιζα…
Ακριβώς οκτώ εβδομάδες μετά, στο πλαίσιο μιας εξέτασης ρουτίνας στο γυναικολόγο μου, τρώω το πρώτο χαστούκι. Δεν ακούμε την καρδούλα του… Αδύνατον… Δύο μήνες μετά, έχω χάσει το μωρό μου…
Πόσο άσχημο συναίσθημα για μια γυναίκα… Νιώθεις ξαφνικά εντελώς άχρηστη, ανίκανη να κάνεις το «απλό» για το όποιο έχεις προοριστεί. Και το χειρότερο όλων, είναι ο φόβος ότι αυτή ήταν ίσως η μοναδική φορά, ότι δεν θα σου ξαναδοθεί η ευκαιρία να φέρεις στον κόσμο παιδί.
Ευτυχώς, αυτός ο πόνος κράτησε λίγο. Δόξα τω Θεώ, ήμουν από τις πολύ τυχερές: Είχα μείνει αμέσως έγκυος πάλι. Όλο αυτό το διάστημα, όμως, οι ορμόνες μου έκαναν ΠΑΡΤΙ…

11 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2008
Είναι η τέταρτή μου μέρα μετά τη γέννα, στο νοσοκομείο, έχουν έρθει όλοι οι αγαπημένοι μας φίλοι, έχουμε γεμίσει ευχές και δώρα. Αύριο θα πάρουμε το μωρό μας και θα πάμε σπίτι μας. Ανυπομονώ για τη νέα μας ζωή!
Τα στήθη μου είναι τεράστια, γεμάτα μητρικό γάλα. Έχω κάνει τις πρώτες προσπάθειες θηλασμού με μεγάλη επιτυχία! Απίστευτη αίσθηση για μια μάνα. Κάτι πρόλαβα έστω…
Έχει έρθει ο Άκης στο δωμάτιό μου και είναι ώρα να θηλάσω. Ενώ κρατώ το μωρό μου αγκαλιά, προσπαθεί να με βοηθήσει και να μου δείξει πώς μπορεί να γίνει πιο εύκολη η διαδικασία θηλασμού, πιέζοντας το στήθος μου σωστά. Ξαφνικά, γίνεται πιο επίμονος, εστιάζοντας σε ένα συγκεκριμένο σημείο – Κολλάει… «Τι είναι αυτό;». Έχει ψηλαφίσει το «σπυράκι»…
Του θυμίζω ότι το είχαμε ελέγξει πριν από περίπου ένα χρόνο και δεν ήταν κάτι ανησυχητικό – μια απλή σύμφυση.
«Πρέπει να κατεβούμε κάτω να το δούμε πάλι».
Αυτό ήταν για μένα αρκετό. Από εκείνο το λεπτό, από τον τρόπο που ρώτησε, από τον τρόπο που με κοίταξε και –πάνω απ’ όλα– από εκείνο που ένιωσα στην ενέργεια της στιγμής, προαισθάνθηκα ό,τι θα ερχόταν…
Από την ώρα που σηκώθηκα από το κρεβάτι –έτυχε να είμαι μόνη μου εκείνη τη στιγμή– για να κατέβω στους κάτω ορόφους για εξετάσεις, από εκείνο το λεπτό, ξεκίνησαν και τα δάκρυά μου. Ασταμάτητα. Με αναφιλητά. Με σπασμούς…
Πόσο με τρομάζει το ένστικτό μου, Θεέ μου, κάποιες φορές…
Με βλέπει ο ίδιος γιατρός που με είχε εξετάσει και παλιά. Αυτήν τη φορά, ο υπέρηχος δεν αρκεί. Με στέλνει για μαστογραφία. Προσπαθούν όλοι να με ηρεμήσουν, να με πείσουν ότι είναι απλώς μια εξέταση. Αλλά εγώ μέσα μου ξέρω. Απ’ όλους μπορείς ίσως να κρυφτείς, όχι όμως κι από τον εαυτό σου…
Νιώθω όλο και πιο έντονα το κάθε λεπτό που περνάει. Δεν βλέπω μπροστά μου από το κλάμα, το σώμα μου συνεχίζει να τρέμει, κάνεις δεν μιλάει, ανεβαίνω πάλι επάνω…
Στο δωμάτιο, ευτυχώς, μόλις έχει επιστρέψει ο Τράι. Τον βλέπω τόσο ευτυχισμένο! Πώς μπορώ εγώ να το χαλάσω όλο αυτό; Του λέω τι συνέβη. Δεν ανησυχεί ή τουλάχιστον προς στιγμήν θέλει να δείξει ψύχραιμος για να μη με πανικοβάλει περισσότερο. Εμένα το μυαλό μου αρχίζει να τρέχει. Πώς γίνεται να προκαλέσω τόσο
πόνο στον άνθρωπο που λατρεύω; Γιατί;
Σε λίγο μπαίνουν στο δωμάτιο καμία δεκαριά γιατροί και παράγοντες του νοσοκομείου. Αυτό που φοβόμουν ότι θα συμβεί, το βλέπω τώρα σιγά - σιγά να έρχεται όλο και πιο κοντά μου.
«Πρέπει να μπεις χειρουργείο να κάνουμε βιοψία»…



Όλα θολά πια… Θυμάμαι το λεπτό λίγο πριν με ναρκώσουν, με δάκρυα να ψάχνω μέσα μου να νιώσω έστω κάτι λίγο ενθαρρυντικό… Τίποτα… Απόλυτο σκοτάδι. Θυμάμαι όταν ξύπνησα, μου κρατούσαν το χέρι και το πρώτο πράγμα που μου είπαν ήταν: «Δυστυχώς τα πράγματα δεν είναι καλά». Έτσι απλά…
Ούτε που μπόρεσα να ξαναδώ το μωρό μου εκείνη τη μέρα. Με τον Τράι πάντα να μου κρατάει το χέρι, πέρασα από δεκάδες ιατρικά μηχανήματα για έλεγχο μέχρι το βράδυ. Μετά με είχαν στην απομόνωση, λόγω ραδιενέργειας. Είχα μόλις γεννήσει και έβλεπα το μωρό μου από το τζάμι, μακριά. Και την επόμενη μέρα, έπρεπε να βγω και να χαμογελάω σε όλον εκείνο τον κόσμο που είχε έρθει για να απαθανατίσει κατά την έξοδό μας την πιο «ευτυχισμένη μέρα μιας γυναίκας».
Όλα τα «αυτονόητα» έμοιαζαν πια με ένα χαρούμενο παραμύθι που έζησα, για πολύ λίγο, στα όνειρα μου μόνο…
Πώς μπορώ να πάρω μια απλή αγκαλιά το μωρό μου, χωρίς να φοβάμαι ότι θα νιώσει τη θλίψη μου;
Πώς γίνεται να διώξω το φόβο μου ότι μπορεί να μην προλάβω να τη δω να μεγαλώνει;
Πώς γίνεται να αδειάσω το μυαλό μου, το οποίο έχει αρχίσει να μου παίζει περίεργα παιχνίδια; Αισθανόμουν ένοχη για κάτι για το οποίο δεν ήμουν υπεύθυνη. Κάθε μέρα και πιο πολύ. Κοιτούσα τον Τράι. Αντί να του χαρίσω την ευτυχία, εγώ του έδωσα μόνο πόνο, στενοχώρια. Του στέρησα και εκείνου τη χαρά που παίρνει ένας πατέρας στο πρώτο του παιδί. Αισθανόμουν ότι μπήκα στη ζωή του σαν «φορτίο», ξαφνικά. Εγώ, που ζούσα και ανέπνεα μόνο και μόνο για να τον κάνω χαρούμενο! Αδύνατον να με συγχωρέσω. Ένιωθα ότι έπρεπε να ζητήσω συγγνώμη από όλους. Συγγνώμη από τον Τράι, συγγνώμη από τη μάνα μου…
Θέλω απαντήσεις, έχω ανάγκη από απαντήσεις…
Η επόμενη μέρα μάς βρίσκει πνιγμένους από πληροφορίες, ψάχνοντας να βρούμε τους γιατρούς στους οποίους θα εμπιστευτούμε, πλέον, τη ζωή μου. Μέσα σε τρεις - τέσσερις ημέρες πρέπει να είδαμε καμία τριανταριά γιατρούς, με μένα να μην μπορώ καν να αρθρώσω λέξη και τον Τράι να έχει πάρει την κατάσταση πάνω του. Είναι εκείνος που επιμένει να φύγουμε στο εξωτερικό, να εξαντλήσουμε τις όποιες πιθανότητες μιας διαφορετικής διάγνωσης. Έτσι, βρεθήκαμε στο Σικάγο και στην αγαπημένη μου Ελένη να μας ανοίγει το σπίτι της χριστουγεννιάτικα και να μας καθοδηγεί. Η διάγνωση; Η ίδια. Ο δρόμος; Μονόδρομος. Πρέπει, αρχικά, να μπω το συντομότερο στο χειρουργείο. Δεν μπορώ να μείνω εκεί να το κάνω. Δεν θέλω. Θέλω να είμαι κοντά στο μωρό μου. Μου λείπει τόσο! Σε τρεις ημέρες επιστρέφουμε. Τι ανακούφιση να τη βλέπω πάλι! Πόσο θα ήθελα να μην είχα χάσει όλες αυτές τις στιγμές της!
29 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2008
Βασίλης, ο χειρουργός μου, εκτιμούσε ότι μετά την επέμβαση δεν θα χρειαζόταν να μείνω πάνω από μια μέρα στο νοσοκομείο. Επομένως, θα προλαβαίναμε να κάνουμε την πρώτη μας πρωτοχρονιά σπίτι, με το μωρό μας.
Ακριβώς ένα χρόνο πριν, στις 29 Δεκεμβρίου 2007, βρισκόμουν πάλι στο χειρουργικό κρεβάτι, τότε που έχασα το πρώτο μου μωράκι. Τι παράξενο… Σημαδιακή ημερομηνία…

Πόσο πολύ φοβόμουν, θυμάμαι… Εκείνη την ώρα, ένιωσα πολύ έντονα μέσα μου τον μπαμπά μου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου την εικόνα εκείνη του αποχαιρετισμού: Τον μπαμπά μου στο χειρουργικό κρεβάτι να φιλάει τη μάνα μου, εμάς έναν - έναν και να σηκώνει το χέρι του ψηλά με ένα χαμόγελο στα χείλη καθώς τον έπαιρναν μέσα. Πόσο ψεύτικο μπορεί να ήταν αυτό το χαμόγελο; Πόσο μεγάλο φόβο έκρυβε; Πόση ελπίδα να μας ξαναδεί; Η μεγαλύτερη χαρά στη ζωή μου, μέχρι τότε, ήταν ότι βρέθηκε το μόσχευμα και επιτέλους θα γινόταν καλά. Μέσα σε λίγες ώρες και ενώ όλα έδειχναν ότι πάνε καλά, κατά τη διάρκεια του χειρουργείου απλώς χάθηκε… Ήταν και η χειρότερη στιγμή της ζωής μου… Τόσο πολύ κοντά το καλό με το κακό! Από τότε, φοβάμαι τις πολύ μεγάλες χάρες. Στη χαρά της ελπίδας να ξαναδώ έστω για λίγο τον πατέρα μου να αναπνέει χωρίς μηχανήματα, ήρθε ο θάνατος. Στη χαρά της γέννησης της κόρης μου, ήρθε και ο καρκίνος. Φοβάμαι τόσο πολύ να χαρώ ξανά…
Με ετοιμάζουν, έχω μπει μέσα στην ψυχή του, ο φόβος του πατέρα μου μήπως δεν ανοίξει πάλι τα μάτια του είναι και δικός μου τώρα…
Έπειτα από οκτώ ώρες, τα δικά μου μάτια άνοιξαν. Βλέπω τον Τράι, τον άνθρωπό μου, να περιμένει υπομονετικά δίπλα μου. Θεέ μου, πόσο τυχερή είμαι που έχω αυτό το πλάσμα δίπλα μου! Στέκεται πάντα εκεί, από πάνω μου, δίπλα μου, ουσιαστικά, αληθινά. Λένε ότι οι άγγελοι υπάρχουν στη γη. Το πιστεύω. Ο δικός μου άγγελος είναι αυτός! Και έχει πολύ μεγάλη αγκαλιά, ζεστή, σίγουρη. Εκεί μέσα νιώθω ότι μπορώ να βρω τη δύναμη να αρχίσω τον αγώνα μου…
Έχουμε καταλήξει στον Ηλία. Είναι ο ογκολόγος που μας σύστησαν και από το Σικάγο. Είχα αναπτύξει σχέση μίσους στην αρχή. Είναι εκείνος που μου λέει όλα τα «κακά» μαζεμένα…
Οκτώ χημειοθεραπείες στο σύνολο, κάθε 21 μέρες. Μετράω έξι μήνες.
Πρώτα χημειοθεραπεία, χωρίς κάσκα. Μέχρι τότε, πίστευα ότι τουλάχιστον δεν θα έχανα τα μαλλιά μου. Σιγά…
Η γυναικεία μου φύση ρωτά: Και πότε θα αρχίσουν να πέφτουν; Σε 18 με 19 μέρες από την πρώτη χημειοθεραπεία. Μετά τους έξι μήνες θα ακολουθήσει ακτινοθεραπεία, ανελλιπώς, καθημερινά για περίπου ενάμιση μήνα. Τέλος, ορμονοθεραπεία. Ένα χαπάκι για πέντε χρόνια, κάθε μέρα. Πρέπει να κοιμίσουμε τις ορμόνες, βλέπεις. Και πρέπει να μπω σε εμμηνόπαυση για τουλάχιστον δύο χρόνια με ενέσεις. Φυσικά, ξεχνάς ακόμα και τη σκέψη μιας εγκυμοσύνης…
Το τελευταίο με πόνεσε πιο πολύ απ’ όλα. Σημαίνει ότι δεν θα μπορέσω να κάνω άλλο παιδί, πιθανότατα. Ο Θεός είναι μεγάλος, βέβαια, αλλά εμένα το μυαλό μου τρέχει πάλι στον Τράι μου. Ένα πράγμα που ξεχώρισα πάνω του, κατά τη γνωριμία μας, ήταν οι σχέσεις του με τα παιδιά. Λατρεία! Ήξερα ότι είναι προορισμένος για να γίνει ο τέλειος μπαμπάς! Και ξέρω πόσο θέλει κι άλλα παιδιά. Και εγώ τώρα είμαι «άχρηστη»… Μα τι άλλο χειρότερο θα κάνω σε αυτόν τον άνθρωπο;
Για άλλη μια φορά, ενοχές αξεπέραστες για πολύ καιρό. Είμαι τόσο ανήμπορη μπροστά σε όλο αυτό. Δεν έχω δικαίωμα επιλογής, δεν έχω δικαίωμα να πω «όχι» σε κάτι απ’ αυτά. Εντάξει, θα προχωρήσω. Και; Θα γίνω καλά; Θα ζήσω αν τα κάνω όλα αυτά; Καμιά απάντηση. Είναι πολύ νωρίς για απαντήσεις.
ΑΡΧΕΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ
Επιστρέφουμε στην Κύπρο. Εγώ, ο Τράι, η Βικτώρια και η μητέρα μου. Οικογενειακώς. Εκεί θα έβρισκα και τη δεύτερή μου οικογένεια, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια: Τη Στάλω μου και τον Αντρέα. Έχω ακούσει πάρα πολλά λόγια στη ζωή μου από ανθρώπους, πρώτη φορά όμως τόσο αληθινά. Λόγια που τα συνόδευαν πράξεις. Πράξεις που αποδείκνυαν πραγματική αγάπη και ανθρωπιά.
Η μητέρα μου απαραίτητη, ήταν περισσότερο μάνα για τη Βικτώρια απ’ ό,τι εγώ. Με πονούσε αυτό, αλλά δεν είχα επιλογή. Έπρεπε να κρατήσω όσο μπορούσα τις δυνάμεις μου για να αντιμετωπίσω την ασθένειά μου. Είχα βαρεθεί να ακούω τη φράση «είσαι πολύ δυνατή εσύ, δεν σε φοβόμαστε», προφανώς για να μου δώσουν κουράγιο. Εγώ, όμως, φοβόμουν και ήθελα να φωνάξω σε όλους ότι «ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΔΥΝΑΤΟΣ». Ποτέ δεν το είπα όμως σε κανέναν. Δεν ήθελα να παραδοθώ. Δεν ήθελα να με δουν να λυγίζω κι άλλο οι δικοί μου άνθρωποι. Δεν ήθελα να τους αποτελειώσω και αυτούς. Μέσα μου, όμως, είχαν ριζώσει για τα καλά αυτές οι ατέλειωτες σκέψεις, αρνητικές, κακές…
Μέχρι τη στιγμή που γνώρισα τη Στέλλα. Μια απίστευτη γυναίκα, που έχει βιώσει ανάλογο πρόβλημα με μένα και σχεδόν έχει αφιερώσει τη ζωή της στο να βοηθάει διάφορες «φίλες» της, όπως λέει. Εκείνη η κουβέντα μαζί της, τρεις μέρες μετά που φτάσαμε Κύπρο, λειτούργησε για μένα σαν μια μαγική ένεση –δεν μπορώ να εξηγήσω το πώς– που σου κάνουν και αλλάζεις ματιά έτσι ξαφνικά – όσο γίνεται, βέβαια, να αλλάξεις σε μια τέτοια κατάσταση. Αλλά, πραγματικά, από την επόμενη μέρα ήμουν «αλλιώς». Πώς; Άρχισα να ΠΙΣΤΕΥΩ ότι θα ΖΗΣΩ. Αυτό είχα ανάγκη: Να πιστέψω!
Είχα επενδύσει στο μέλλον και, ξαφνικά, αντιμετώπιζα το ενδεχόμενο να μην υπάρχει μέλλον. Αυτό έπρεπε να αλλάξει. Έπρεπε να ξεπεράσω την αρχική μου παράλυση. Ναι, ήταν δυνατόν να μου συμβαίνει κάτι τέτοιο.
Καταλάβαινα σιγά - σιγά ότι όλο αυτό ήταν μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας και δεν ήμουν κάτι ξεχωριστό για να μη συμβεί και σε μένα. Ήμουν, απλώς, ολοκληρωτικά άνθρωπος!
Η λέξη «καρκίνος» από μόνη της είναι αρκετή για να προκαλέσει το φόβο του θανάτου. Και ο φόβος παραλύει. Πνίγει όλη τη δύναμή μας τη στιγμή που τη χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ. Όχι, εγώ δεν θα άφηνα να συμβεί κάτι τέτοιο! Εγώ έπρεπε να καλλιεργήσω μέσα μου τη ζωή! Άρχισα, λοιπόν, να «χορεύω».
Με εκνεύριζε αφάνταστα το πόσο δίκιο είχε ο Ηλίας. Ακριβώς σε 18 ημέρες από την πρώτη χημειοθεραπεία αρχίζουν να πέφτουν τα μαλλιά μου. Μέσα σε τρεις μέρες είχαν πέσει όλα.

Μια άλλη «φίλη» μού είχε πει, θυμάμαι, ότι όταν ακούς το τι πρόκειται να σου συμβεί και ακόμη είσαι «απέξω», φαίνεται καταστροφικό, ανυπόφορο, ούτε καν μπορείς να το φανταστείς. Όταν, όμως, μπαίνεις μέσα στο πρόβλημα, παίρνεις θέση μάχης και ανακαλύπτεις δυνάμεις πρωτόγνωρες. Έβλεπα, λοιπόν, την αντίστροφη μέτρηση να έχει ήδη ξεκινήσει: Το σώμα μου παραμορφωνόταν καθημερινά, ανήμπορη να κάνω κάτι. Άρχισα να φουσκώνω σαν μπαλόνι, παρέα με τα κιλά της εγκυμοσύνης. Εκτός από τα μαλλιά μου, σιγά - σιγά έχασα και τις βλεφαρίδες και τα φρύδια μου. Και όλα αυτά, ήταν πολύ σημαντικά για μένα, όχι τίποτα άλλο, αλλά καθημερινά αυτή η εικόνα μού υπενθύμιζε την κατάστασή μου. Γιατί, πάντα και παντού, υπάρχει ένας καθρέφτης. Ένας «εχθρός» που έπρεπε να τον αντιμετωπίζω, ένας εχθρός που είχε τη δύναμη να με καταβάλλει σε μια περίοδο της ζωής μου που μόνο καλή διάθεση επιβαλλόταν. Είχα βρει τον τρόπο να τον νικήσω: Δεν θα τον κοίταζα ποτέ! Μόνο το «δικό μου καθρέφτη» θα κοίταζα. Αυτά τα μάτια που συνέχιζαν να με βλέπουν το ίδιο όμορφη όπως πριν, το ίδιο ποθητή, και δεν με κορόιδευαν, έλεγαν την αλήθεια: Τα μάτια του άντρα μου, αυτά θα ήταν για μένα ο καθρέφτης μου!
Και περνούσε ο καιρός. Με όλα εκείνα τα πρωινά που ξυπνάς και τα πρώτα κλάσματα του δευτερόλεπτου είναι αρκετά να σε επαναφέρουν στην πραγματικότητα. Χωρίς να έχεις προλάβει καν να ελπίζεις ότι όλο αυτό μπορεί να είναι ένα κακό όνειρο. Με καλούς φίλους, με τον Χάρη μου να κοντεύει να γίνει Κύπριος υπήκοος, σε ατέλειωτες βραδιές bingo και την Ορθούλα σε ανοικτή επικοινωνία με την Αμερική να μου βρει τα κατάλληλα προϊόντα για να ξαναβγούν οι βλεφαρίδες μου… χα χα!
Και οπλιζόμουν με αφύσικα τεράστια υπομονή, έχοντας βγάλει εντελώς από το μυαλό μου ότι είμαι άρρωστη. Πραγματικά, βίωνα ότι δεν συμβαίνει κάτι σε μένα και πολλές φόρες αναρωτιόμουν αν η τόσο μεγάλη άρνηση κάνει καλό ή κακό. Μου έλεγαν ότι επειδή τώρα όλες οι δυνάμεις μου στοχεύουν αποκλειστικά και μόνο στο να με βοηθήσουν να αντεπεξέλθω σε όλες αυτές τις θεραπείες, δεν υπάρχει χώρος και χρόνος για άλλες σκέψεις. Όταν θα τέλειωνα από όλα αυτά, χάνοντας την καθημερινή επαφή με τους γιατρούς, τότε θα ερχόμουν αντιμέτωπη με την ανασφάλεια, πολύ πιο έντονα. Εγώ πάλι, τελειώνοντας στα τέλη του καλοκαιριού, το ίδιο αισθανόμουν. Είχα μουλαρώσει!
Πιο πριν, κοίταζα τις φιγούρες των ανθρώπων να γελάνε, να περιπατάνε, να χορεύουν και ένιωθα ότι δεν ήμουν μέρος αυτού του κόσμου –αυτοί είχαν δουλειά να κάνουν, είχαν σχέδια για το μέλλον. Αυτός είναι ο λεγόμενος «κόσμος του ασθενούς». Και, δυστυχώς, επανέρχεται στη μνήμη μου σε πολύ συγκεκριμένες φάσεις, κάθε φορά που μπαίνω σε νοσοκομεία…
Τρέμω κάθε φορά που θα βρεθώ κάτω από έναν τομογράφο ή μπροστά σε έναν υπέρηχο για να κάνω τον έλεγχο, ο όποιος είναι συχνότατος – κάθε τρεις μήνες. Κάθε φορά ψάχνω στο βλέμμα του γιατρού. Φοβάμαι μήπως αυτό το τέρας από το οποίο έχω γλιτώσει προς το παρόν, ξαναγυρίσει και καταφέρει να με πιάσει πάλι και μου φαίνεται αιώνας μέχρι να ακούσω τις πρώτες λέξεις. Και πάω πίσω ξανά για λίγο, στην πρώτη μέρα, κανονικό deja-vu! Αυτό μπορεί να μου πει κάποιος πώς ξεπερνιέται;
Όσο ο χρόνος περνάει, νιώθω όλο και πιο έντονα ότι δεν έχω κανένα δικαίωμα να το κρατήσω για τον εαυτό μου όλο αυτό. Ως άνθρωπος που πατάει στη γη, ποτέ δεν σταμάτησα να αναρωτιέμαι γιατί όλη αυτή η δημοσιότητα, γιατί όλη αυτή η υπερβολή στο πρόσωπό μου. Ήταν εντελώς δυσανάλογο όλο αυτό το ενδιαφέρον σε σχέση με τα επαγγελματικά μου. Με ήξεραν κι οι πέτρες, αλλά ποιος ο λόγος; Για πρώτη φορά στη ζωή μου βρίσκω τις απαντήσεις που έψαχνα για όλα αυτά τα χρόνια της ύπαρξής μου στο δημόσιο βίο:

ΑΚΡΙΒΩΣ ΓΙΑ ΑΥΤΗN ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ!
Για τη στιγμή που θα σταθώ απέναντι στον κόσμο, ξεγυμνώνοντας κάθε αδύναμο δευτερόλεπτο αυτής της περιπέτειάς μου…
Με την ελπίδα ότι, μέσα από εμένα, πολλές γυναίκες θα «υποψιαστούν», θα ψαχτούν…
Με την ελπίδα ότι δεν θα μείνουν σε μόνο μία γνώμη. Οι γιατροί είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη…
Με την ελπίδα ότι μπορώ να δώσω έστω λίγο κουράγιο, απλώς και μόνο επειδή συνέβη και σε μένα…
Και παρακαλώ κι εγώ, φοβισμένα, κάθε μέρα το Θεό!
Κοιτάζω πίσω και προσπαθώ να βρω κάτι θετικό. Και βρίσκω!
Έχασα το πρώτο μου μωράκι γιατί ίσως, για κάποιο λόγο που δεν γνωρίζω, έπρεπε να έρθει σ’ αυτό τον κόσμο η Βικτώρια! Το «λάθος» του γιατρού με οδήγησε στην ύπαρξή της. Σκέφτομαι ότι αν, τότε, μου έκανε τη σωστή διάγνωση, πιθανότατα να μην είχα τώρα τη Βικτώρια, αλλά ούτε και την ευκαιρία να κάνω άλλο μωρό.
Αυτό είναι το μεγαλείο της μοίρας! Νιώθω τόσο μικρή για να την αμφισβητήσω! Θα ήθελα, απλώς, να μπορώ να την επηρεάζω λίγο κι εγώ!
Γιατί εγώ έχω αποφασίσει ότι είμαι πολύ νέα και δεν είμαι έτοιμη να φύγω κι αποφάσισα ότι δεν αξίζει στο μωρό μου να μεγαλώσει χωρίς τη μητέρα του…
Μόνο που, γαμώτο, ξέρω καλά ότι δεν θα υπάρξει στη ζωή μου ποτέ ξανά μια ξέγνοιαστη μέρα…"
