Για πολλούς, η ιταλική ιστορία ξεκινά με τον Ιούλιο Καίσαρα και τελειώνει με την περίοδο της dolce vita στα μέσα του 20ού αιώνα, που έδωσε τις Vespa, τους παπαράτσι και πολλά άλλα φανταστικά, ανέμελα σύμβολα της γλυκιάς ζωής, παραλείποντας όλα όσα συνέβησαν στο μεταξύ. Η νοσταλγία για αυτό το κινηματογραφικό όνειρο ήταν πιθανώς η αιτία πίσω από την κολεξιόν «Summer Pucci» του 2025.
Ο Emilio Pucci, ο Ιταλός σχεδιαστής γνωστός για τα φωτεινά, στροβιλισμένα γύρω από τον εαυτό τους σχέδια, ζούσε μια λαμπερή ζωή που ταίριαζε γάντι με τα ρούχα του. Έντυσε την Elizabeth Taylor και τη Jacqueline Kennedy και σχεδίασε ακόμη και το έμβλημα της αποστολής Apollo 15. Αλλά το βιβλίο «Emilio Pucci» δεν έχει να κάνει με όλα αυτά.
Μια προνομιούχα ανατροφή
Αυτή η χαριτωμένη αλλά σε πολλά σημεία απογοητευτική βιογραφία, που συντάχθηκε από την ανιψιά του Idanna Pucci και τον σύζυγό της, συγγραφέα Terence Ward, επικεντρώνεται κυρίως στη ζωή του Pucci στον ιταλικό στρατό κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Οι εκδότες την αποκαλούν «ένα εκπληκτικό, άγνωστο πορτρέτο του Emilio Pucci, καθώς αντιμετώπιζε την προδοσία και τον θάνατο με φόντο την Ιταλία υπό την κατοχή των Ναζί».
Το Emilio Pucci διαβάζεται σαν μυθιστόρημα κατασκοπίας, αλλά σε αυτή την περίπτωση, η αλήθεια είναι πιο παράξενη από τη φαντασία.
«Και ενώ αυτό είναι, τεχνικά, αλήθεια για αυτό το καλά τεκμηριωμένο βιβλίο, η πιστότητα και τα κίνητρα του ίδιου του προσώπου κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσιμης περιόδου παραμένουν ασαφή» σχολιάζει η Marisa Meltzer στους New York Times.
Γαλλικά στο πρωινό
Το Emilio Pucci διαβάζεται σαν μυθιστόρημα κατασκοπίας, αλλά σε αυτή την περίπτωση, η αλήθεια είναι πιο παράξενη από τη φαντασία.
Οι συγγραφείς ξεκινούν με μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία της γενέτειρας του Pucci, της Φλωρεντίας, και του κερδοφόρου εμπορίου υφασμάτων της.
Ο Pucci απολάμβανε μια προνομιούχα ανατροφή, κατά την οποία μιλούσαν γαλλικά στο πρωινό και το μεσημεριανό γεύμα και αγγλικά στο δείπνο. Αν ο Pucci ή ο αδελφός του μιλούσαν ιταλικά, τους έδιωχναν από το τραπέζι πεινασμένους.
Δεν εντάχθηκε στη φασιστική στρατιωτική νεολαία
Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι ο Pucci και η οικογένειά του, που ανήκαν στην φλωρεντινή αριστοκρατία για αιώνες, ένιωθαν πίστη προς τη μοναρχία και όχι προς το ιταλικό κράτος και τον δικτάτορά του, Benito Mussolini.
Αν και σε μεγάλο βαθμό απολιτίκ, ο νεαρός Emilio δεν εντάχθηκε στη φασιστική στρατιωτική νεολαία ή στη πολιτοφυλακή και αντιτάχθηκε στην εισβολή του Mussolini στην Αιθιοπία.
Το φθινόπωρο του 1935 έφυγε για την Αμερική, για να σπουδάσει γεωργία στο Πανεπιστήμιο της Τζόρτζια των ΗΠΑ, και εξεπλάγη όταν του έκαναν συχνά ερωτήσεις για την πολιτική της χώρας του. Ως αποτέλεσμα, όπως είπε ο ίδιος αργότερα, «άρχισα να ενδιαφέρομαι όλο και περισσότερο για τα πολιτικά θέματα, τα υποκείμενα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα».
«Thin Ice»
Οι οικονομικές κυρώσεις κατά της Ιταλίας ανέτρεψαν τα σχέδιά του γιατί δε μπορούσε να λάβει το επίδομά του για να πληρώσει τα δίδακτρα. Αντί να επιστρέψει στην πατρίδα του και να πάρει τη θέση του στην ιταλική Ολυμπιακή ομάδα σκι του 1936 (υπάρχουν πολλές αναφορές στο σκι σε αυτό το βιβλίο, όπως είναι φυσικό), ο Pucci ξεκίνησε ένα είδος μποέμικης περιοδείας στις Ηνωμένες Πολιτείες, κάνοντας ωτοστόπ, ταξιδεύοντας με τρένα χωρίς εισιτήριο και κοιμόμενος σε άχυρα.
Ενώ βρισκόταν στο Πόρτλαντ του Όρεγκον, απάντησε σε μια αγγελία που ζητούσε κασκαντέρ για τον Tyrone Power στην ταινία «Thin Ice». Μετά από αυτή τη σύντομη περιπέτεια στον κόσμο του θεάματος, συστήθηκε στον πρόεδρο του Reed College και προσφέρθηκε να σχηματίσει μια ομάδα σκι σε αντάλλαγμα για τα δίδακτρα.
Ασήμαντες λεπτομέρειες
Όταν η γιαγιά του Pucci πέθανε το 1937, επέστρεψε στην Ιταλία και κατατάχθηκε στην πολεμική αεροπορία. Σε αυτό το σημείο, το βιβλίο υιοθετεί έναν μάλλον συγκεχυμένο ρυθμό, περιγράφοντας μάχες και παρουσιάζοντας νέους χαρακτήρες χωρίς να παρέχει πολλές πληροφορίες για τις συνθήκες της εξιστόρησης.
«Αν και η πρόζα τους είναι ελκυστική, μερικές φορές η προσοχή των συγγραφέων σε ασήμαντες λεπτομέρειες έρχεται σε βάρος της αφήγησης, σαν να μην μπορούν να αποφασίσουν αν γράφουν μια λεπτομερή στρατιωτική ιστορία ή τη βιογραφία ενός ανθρώπου» σχολιάζει η Marisa Meltzer.

«Ποτέ δεν θα το παραδεχτούν»
Μετά τις μάχες στη Λιβύη, ο Pucci γνώρισε τον γιο του Mussolini, Bruno, και την κόρη του, Edda Ciano. Τόσο εκείνη όσο και ο σύζυγός της, ένας Ιταλός κόμης, θα γίνονταν σημαντικές προσωπικότητες στη ζωή του, αν και η ακριβής φύση της σχέσης τους παραμένει ασαφής.
«Στην απομόνωσή τους, ο Emilio και η Edda έγιναν κάτι περισσότερο από φίλοι;» αναρωτιούνται οι συγγραφείς. «Ποτέ δεν θα το παραδεχτούν». Ούτε καταλήγουν στο συμπέρασμα αν η Ciano ήταν η «Κυρία του Άξονα», όπως την αποκάλεσε το περιοδικό Time, ή απλώς μια ασήμαντη κοσμική που έγινε στήριγμα της κυβέρνησης του πατέρα της.
Σκι στο Νταβός
Ωστόσο, η ζωή του Pucci ήταν γεμάτη αντιφάσεις: συνέχιζε να πολεμάει για την Ιταλία και τις δυνάμεις του Άξονα, αλλά, ανάμεσα στις μάχες και τις περιόδους νοσηλείας, διατηρούσε τον τρόπο ζωής του jet setter.
«Αν με αφήσουν ελεύθερο και γιατρευτώ», έγραψε στη φίλη του Susanna Agnelli, «θα ήθελα πολύ να έρθω στο Νταβός, να κάνω σκι και να ξεχάσω όλα τα φρικτά πράγματα που έχω ζήσει».
Μετά τον πόλεμο, ο Pucci έγινε μέλος του κινήματος Made in Italy και de facto διπλωμάτης της μόδας, το όνομά του θύμιζε χρώμα, ηλιόλουστες μεσογειακές μέρες και γοητεία.
«Θα ήταν ενδιαφέρον να υποθέσουμε τουλάχιστον τι σκέφτονταν ο Pucci για την αισθητική του φασισμού, την απόλυτη χυδαιότητα και τη βωμολοχία της πολιτικής συγκυρίας» συνεχίζει η Marisa Meltzer στους New York Times. «Πρόκειται για το πορτρέτο ενός άνδρα πριν γίνει σχεδιαστής μόδας αλλά και για κάποιον με θρυλικό γούστο που επηρέασε στη συνέχεια την εποχή του. Θα ήταν σημαντικό να δούμε και το πώς διαμορφώθηκε ο ίδιος».
Ηλιόλουστες, μεσογειακές μέρες
Όταν τελείωσε ο πόλεμος, ο Pucci ήθελε να τον ξεχάσει και έζησε μια δεύτερη εφηβεία, χαλαρώνοντας στο Κάπρι και κάνοντας σκι στις Άλπεις. «Ομοίως, υπάρχει μια μάλλον απότομη αλλαγή στον τόνο και το ρυθμό του βιβλίου, ίσως με σκοπό να προκαλέσει την αίσθηση της μεταπολεμικής ζωής, αλλά κάπως ενοχλητική» παρατηρεί η Meltzer.
Μετά τον πόλεμο, ο Pucci έγινε μέλος του κινήματος Made in Italy και de facto διπλωμάτης της μόδας, το όνομά του θύμιζε χρώμα, ηλιόλουστες μεσογειακές μέρες και γοητεία.
Οι συγγραφείς τονίζουν ότι τα σχέδιά του δεν έσπασαν μόνο την μονότονη παλέτα του προπολεμικού περιόδου, αλλά «ο Emilio έπιασε το πνεύμα της εποχής, εισάγοντας την allegria (χαρά και ευθυμία) στη μεταπολεμική Ευρώπη και Αμερική».
Προειδοποιητικό παράδειγμα
Στο Σεντ Μόριτζ, ο Pucci έντυσε μια Ελβετή κοσμική στις πίστες, αφού αυτή δανείστηκε μερικά από τα σκι του. Ένας φωτογράφος τράβηξε μια φωτογραφία, η οποία κατέληξε στο γραφείο της Diana Vreeland, με αποτέλεσμα να δημοσιευτεί ένα άρθρο στο τεύχος του Δεκεμβρίου 1948 με τίτλο «An Italian Skier Designs» (Σχέδια ενός Ιταλού σκιέρ). Τα υπόλοιπα είναι ιστορία της μόδας.
Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι «η ιστορία του Emilio χρησιμεύει ως προειδοποιητικό παράδειγμα, επαναλαμβάνοντας το ρεφρέν: "Για να καταλάβουμε τι έρχεται, πρέπει να γυρίσουμε πίσω στον χρόνο"».
«Σε αυτό το βιβλίο, ταξιδεύουμε στον χρόνο, αλλά το νόημα παραμένει ασαφές» επιμένει η Marisa Meltzer στους New York Times.

*Κεντρική φωτογραφία: Getty/ Ideal Images
