Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, η ιστορικός που ταύτισε το όνομά της με τη βυζαντινολογία και κατέγραψε μια διαδρομή διεθνούς κύρους στα πανεπιστημιακά χρονικά της Ευρώπης, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 99 ετών. Με την απώλειά της κλείνει ένας αιώνας εμπειρίας που συνέδεσε τη μικρασιατική μνήμη, την Αντίσταση, το ελληνικό πανεπιστήμιο και τη Σορβόννη σε μια ενιαία βιογραφική αφήγηση.
Γεννημένη στις 29 Αυγούστου 1926 στον Βύρωνα, σε προσφυγικό σπίτι της οδού Κοινωνίας των Εθνών, μεγάλωσε σε οικογένεια Μικρασιατών από τα Μουδανιά. Πατέρας της ήταν ο Νίκος Γλύκατζης, έμπορος και επιστάτης των κτημάτων της οικογενείας της μητέρας της, Καλλιρόης, το γένος Ψαλτίδη, με καταγωγή από την Προύσα. Αποφοίτησε από το Δ΄ Γυμνάσιο Θηλέων και συνέχισε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, σε μια εποχή που η παρουσία των γυναικών στην ανώτατη εκπαίδευση παρέμενε περιορισμένη.

Τα χρόνια της Κατοχής σφράγισαν τη διαμόρφωσή της. Εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ, ως υπεύθυνη μαθητριών στο Παγκράτι. Όπως η ίδια είχε αφηγηθεί, «Η Αντίσταση με έκανε αυτό που είμαι. Το σχολείο που ήμουν οι Ιταλοί το έκαναν νοσοκομείο. Η καθηγήτρια μου είπε να κάνουμε μία ομάδα αντίστασης. Λεγόμασταν “Σπίθα”. Μου έδιναν τα κρυφά φυλλάδια για να τα πάω σε διάφορα μέρη». Και ακόμη: «Όταν μπήκα στην ΕΠΟΝ δεν κοιμήθηκα σπίτι μου από 14 χρονών για να μην με πιάσουν. Όλα μου τα αδέλφια μου ήταν οργανωμένα. Το ψευδώνυμό μου ήταν “Νίκη”. Όταν γυρνούσα σπίτι μου η μάνα μου ήξερε ότι έχει διαδήλωση. Γιατί ήξερε ότι θέλω να πλυθώ για να μην με βρουν σκοτωμένη, λερωμένη». Κατά τα Δεκεμβριανά ακολούθησε τον ΕΛΑΣ Αθηνών στην υποχώρησή του και επέστρεψε μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Στη μεταπολεμική Αθήνα εργάστηκε ως ερευνήτρια στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (1949-1953), ενώ ως φοιτήτρια βρέθηκε να εργάζεται στον κύκλο της βασίλισσας Φρειδερίκης, αξιοποιώντας τη γνώση της αγγλικής και της γαλλικής. Η ίδια περιέγραφε εκείνη την εμπειρία με νηφαλιότητα και ειρωνική απόσταση, αφηγούμενη πώς βρέθηκε από την ΕΠΟΝ στο παλάτι και πώς αποχώρησε όταν της ζητήθηκε να συμμορφωθεί με απαγόρευση καπνίσματος: «Εγώ το τσιγάρο δεν το κόβω», είχε πει, αποχωρώντας.
Το 1953 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές της. Δύο χρόνια αργότερα διορίστηκε στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας (CNRS). Το 1966 έλαβε το doctorat ès lettres με τη μελέτη της για το Βυζάντιο και τη θάλασσα, έργο που καθιερώθηκε διεθνώς. Το 1967 εξελέγη καθηγήτρια στη Σορβόννη και το 1976 πρύτανις του Πανεπιστημίου Paris I-Sorbonne, η πρώτη γυναίκα που κατέλαβε τη θέση αυτή στα 700 χρόνια ιστορίας του ιδρύματος και η πρώτη διεθνώς σε πανεπιστήμιο τέτοιου κύρους.

Στο Παρίσι γνώρισε τον σύζυγό της Jacques Ahrweiler, αξιωματικό του Γαλλικού Πολεμικού Ναυτικού, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη, τη Μαρί-Ελέν. Μέχρι το τέλος της ζωής της παρέμεινε μόνιμα εγκατεστημένη στη γαλλική πρωτεύουσα, διατηρώντας παράλληλα ισχυρούς δεσμούς με την Ελλάδα.
Το επιστημονικό της έργο εκτείνεται από τη διοικητική και κοινωνική ιστορία του Βυζαντίου έως τη διασπορά, τη μικρασιατική μνήμη και την ευρωπαϊκή ταυτότητα. Μεταξύ των βιβλίων της περιλαμβάνονται τα «Έρευνες για τη διοίκηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», «Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», «Η διασπορά στο Βυζάντιο», «The Making of Europe», «Γιατί το Βυζάντιο», «Πόσο Ελληνικό είναι το Βυζάντιο; Πόσο Βυζαντινοί οι Νεοέλληνες;» και «Μικρασία, Καρδιά του Ελληνισμού». Η συμβολή της στην επανατοποθέτηση του Βυζαντίου στον ευρωπαϊκό ιστορικό ορίζοντα υπήρξε καθοριστική.

Οι διακρίσεις της υπήρξαν πολυάριθμες. Από τη Γαλλική Δημοκρατία τιμήθηκε ως Ταξιάρχης της Λεγεώνας της Τιμής, Μεγαλόσταυρος του Εθνικού Τάγματος της Τιμής, Διοικητής της Τάξης των Ακαδημαϊκών Φοινίκων και Ταξιάρχης των Τεχνών και των Γραμμάτων. Υπήρξε επίτιμη διδάκτωρ κορυφαίων πανεπιστημίων, μεταξύ των οποίων του Harvard, και τιμητικό μέλος ακαδημιών σε Ευρώπη και Αμερική. Επί δεκαετίες προήδρευσε του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών και διετέλεσε πρόεδρος σημαντικών πολιτιστικών και επιστημονικών φορέων.
Τον περασμένο Δεκέμβριο είχε τοποθετηθεί εκ νέου για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα, δηλώνοντας: «Αν οι Βρετανοί είναι πολιτισμένοι, ναι. Αν οι Βρετανοί το έχουν πάρει ότι είναι τα δικά τους πράγματα, όχι. Νομίζω ότι είναι πολιτισμένοι, άρα ελπίζω ότι αργά ή γρήγορα θα γυρίσουν». Και προσέθετε: «Άλλωστε, στη Γαλλία είμαι πρόεδρος της Επιτροπής και λέω συχνά στους Γάλλους, που έχουν μία μετόπη από τον Παρθενώνα, “δώστε τη για να είναι το παράδειγμα”. Να δούμε ποιο θα γίνει πρώτο».

Η σκέψη της για τη ζωή διατηρούσε πάντοτε έναν στοχαστικό τόνο: «Η ζωή είναι το μόνο θανάσιμο γεγονός. Μην νομίζεις ότι η τύχη σ’ τη φέρνει. Την κάνεις κιόλας. (…) Η ζωή γίνεται καλύτερη μόνο με δική σου προσπάθεια». Και σε νεότερους απηύθυνε την προτροπή: «Αν είχα να δώσω μια συμβουλή στους νέους, θα ήταν να έχουν ένα όνειρο και να το κυνηγήσουν με τα πόδια στη γη και τα μάτια στον ουρανό».
Τα τελευταία χρόνια είχε επανέλθει και σε ένα παλαιότερο επιστημονικό της πάθος, τη θέση ότι ο τάφος της Βεργίνας ανήκει στον Αλέξανδρο και όχι στον Φίλιππο Β΄, επιμένοντας: «Νομίζω ότι είναι το μόνο πραγματικό, μεγάλο πράγμα που έχω κάνει. Τόσο σίγουρη είμαι». Η αρχαιολογική κοινότητα διαφωνούσε, επικαλούμενη τη χρονολόγηση του σκελετού. Η ίδια ωστόσο δήλωνε ότι θα δικαιωθεί «από την επόμενη γενιά αρχαιολόγων».
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ υπήρξε μια μορφή που υπερέβη τα όρια της ειδικότητάς της. Συνδύασε την ακαδημαϊκή αυστηρότητα με δημόσιο λόγο, την ελληνική εμπειρία με τη γαλλική θεσμική παράδοση και την ιστορική έρευνα με την πολιτιστική παρέμβαση. Με τον θάνατό της ολοκληρώνεται μια διαδρομή που άφησε ισχυρό αποτύπωμα τόσο στην επιστημονική κοινότητα όσο και στον δημόσιο βίο.
