Υπάρχουν χρονιές που εγγράφονται στο συλλογικό νευρικό σύστημα σαν τραύμα. Το 2016 ανήκει αδιαμφισβήτητα σε αυτήν την κατηγορία. Για όσους χρειάζονται ένα σύντομο «φρεσκάρισμα» της μνήμης τους, ήταν εκείνη η παράξενη, δυσοίωνη χρονιά κατά την οποία η ποπ κουλτούρα απογυμνώθηκε από δεκάδες εμβληματικές μορφές: ο David Bowie τον Ιανουάριο, ο Alan Rickman λίγες μέρες μετά, ο George Michael τα Χριστούγεννα και ανάμεσά τους μια αίσθηση ότι κάτι τελειώνει, ότι μια ολόκληρη εποχή σβήνει μπροστά στα μάτια μας. Για μήνες, τα social media λειτουργούσαν σαν πίνακας ανακοινώσεων πένθους· κάθε λίγες εβδομάδες, ένα νέο όνομα, ένα νέο σοκ. Δεν είναι τυχαίο ότι τότε είχε αρχίσει να κυκλοφορεί, μεταξύ σοβαρού και meme, η ιδέα ότι το 2016 ήταν «καταραμένο». Μέχρι που ήρθε το 2020 για να αναθεωρήσει βίαια κάθε κλίμακα σύγκρισης.
Μέσα σε αυτή τη συσσώρευση απωλειών, η 21η Απριλίου 2016 μάς έφερε άλλη μια τεράστια απώλεια. Σαν σήμερα, δέκα χρόνια πριν, ο Prince έφυγε από τη ζωή στο σπίτι του στη Μινεσότα, αφήνοντας πίσω του ένα ολόκληρο μουσικό σύμπαν. Ήταν 57 ετών, και ο θάνατός του από τυχαία υπερβολική δόση φαιντανύλης, λειτούργησε σαν ρήγμα στον πολιτισμικό χωροχρόνο. Ήταν ένα σοκ που εξακολουθεί να βαραίνει αλλά και να μετασχηματίζεται σε μνήμη, μύθο και μουσική που συνεχίζει να επιστρέφει.
Δέκα χρόνια μετά, η παρουσία του παραμένει ενεργή, όπως αποκαλύπτουν οι εκατομμύρια ακροατές του στο Spotify και οι επιστροφές των άλμπουμ του στα charts. Όλα αυτά όμως μοιάζουν δευτερεύοντα μπροστά στη βαθύτερη αίσθηση ότι ο Prince δεν ανήκε ποτέ στο παρελθόν.
«Πάνω απ’ όλα, προσπαθώ να μην επαναλαμβάνομαι […] Πάντα προσπαθώ να κάνω κάτι διαφορετικό και να κατακτώ νέα εδάφη», είχε πει όταν είχε κυκλοφορήσει το Purple Rain, το πιο επιτυχημένο άλμπουμ του. Και αυτό το «διαφορετικό» ήταν για εκείνον θέση υπαρξιακή. Στην καρδιά της καλλιτεχνικής του πορείας υπήρχε μια εμμονή με τη μεταμόρφωση, ως μέθοδος επιβίωσης (ο Prince κι αν θα άξιζε να κάνει Eras Tour!). Ο ξάδελφός του θυμάται τον μικρό Prince να κοιτάζει τα αστέρια και να λέει: «Μια μέρα θα φτάσω εκεί ψηλά». Μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει για μεγαλομανία, όταν τελικά όντως έφτασε ad astra; Πράγματι, η καριέρα του μοιάζει με μια διαρκή άνοδο, γεμάτη εκρήξεις φωτός.

