Λίγοι σκηνοθέτες έχουν καταφέρει να μετατρέψουν το όνομά τους σε κινηματογραφικό γεγονός όσο ο Christopher Nolan. Και τώρα, λίγο πριν από την πρεμιέρα της πολυαναμενόμενης «Οδύσσειας», ο δημιουργός του «Oppenheimer» ανοίγει για πρώτη φορά τα χαρτιά του στο περιοδικό TIME, αποκαλύπτοντας πώς μετέφερε το ομηρικό έπος στη μεγάλη οθόνη με όρους σχεδον εμμονικής ακρίβειας, χωρίς να θυσιάσει ούτε το ανθρώπινο δράμα ούτε τη σωματικότητα της εμπειρίας.
Η πρώτη εικόνα που περιγράφει ο Nolan δεν είναι ένας θριαμβευτικός Δούρειος Ίππος, όπως αυτούς που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε σε άλλα adaptations, αλλά ένα μισοβυθισμένο κατασκεύασμα που μοιάζει περισσότερο με ναυάγιο παρά με πολεμικό τρόπαιο. Οι Έλληνες στρατιώτες βρίσκονται κρυμμένοι στο εσωτερικό του, αναπνέοντας μέσα από καλάμια καθώς η στάθμη του νερού ανεβαίνει. «Αν το άλογο βυθιζόταν στην άμμο και κινδύνευε να το παρασύρει η παλίρροια, οι Τρώες δεν θα πίστευαν ποτέ ότι υπήρχε κάποιος μέσα», εξηγεί ο σκηνοθέτης. «Θα το έσωζαν από τα κύματα και θα το έσερναν μέσα στην πόλη ως λάφυρο. Δεν θα ήταν πάνω σε ρόδες, σαν πατίνι».
Η ιδέα του συγκεκριμένου Δούρειου Ίππου (χωρίς τις ρόδες, δηλαδή) γεννήθηκε πριν από περισσότερα από 20 χρόνια, όταν ο σκηνοθέτης συζητούσε να σκηνοθετήσει την «Τροία» του 2004. Η συνεργασία δεν προχώρησε ποτέ, όμως η εικόνα του βυθισμένου αλόγου έμεινε μαζί του σε όλη τη διαδρομή του, από το Gotham και το διάστημα μέχρι το Los Alamos του «Oppenheimer». Η τεράστια επιτυχία της τελευταίας ταινίας -που πλησίασε το ένα δισεκατομμύριο δολάρια στο box office και απέσπασε επτά Όσκαρ- του έδωσε, όπως λέει, την ελευθερία να γυρίσει επιτέλους τη δική του «Οδύσσεια». «Αυτό που δεν είχε γίνει ποτέ πραγματικά είναι μια κινηματογραφική μεταφορά της “Οδύσσειας” με όλες τις δυνατότητες μιας τεράστιας χολιγουντιανής παραγωγής. Είναι ένα παράξενο κενό στην ιστορία του κινηματογράφου».
Η ταινία, που θα κυκλοφορήσει στις 17 Ιουλίου, ακολουθεί τον Οδυσσέα στο δεκαετές ταξίδι της επιστροφής του μετά τον Τρωικό Πόλεμο. Ο ήρωας θα βρεθεί αντιμέτωπος με Κύκλωπες, θαλάσσια τέρατα και τη μάγισσα Κίρκη, όμως ο Nolan επιμένει ότι πίσω από το επικό θέαμα κρύβεται κυρίως μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία. Ο Matt Damon, που ενσαρκώνει τον Οδυσσέα, εξηγεί πως ο σκηνοθέτης παρέμεινε πιστός στον Όμηρο, αλλά ταυτόχρονα ενδιαφέρθηκε έντονα για τις υπαρξιακές διαστάσεις του ήρωα. Σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές, οι Σειρήνες αναλύουν ψυχολογικά τον Οδυσσέα μέσα από το τραγούδι τους, αντί να λειτουργούν απλώς ως μυθική απειλή για τον ήρωα.
Η ταινία αποτελεί μεγάλο στοίχημα κι όσον αφορά το τεχνικό και τεχνολογικό κομμάτι. Είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που γυρίστηκε εξ ολοκλήρου σε IMAX, με τον Nolan να αποφεύγει όσο γίνεται το CGI. Τα πλοία κατασκευάστηκαν ώστε να είναι πραγματικά αξιόπλοα και να ταξιδεύουν από το Μαρόκο στην Ελλάδα και την Ιταλία καθώς η παραγωγή άλλαζε τοποθεσίες. Ο διευθυντής φωτογραφίας Hoyte van Hoytema δημιούργησε ειδικά φορητά LED ώστε οι νυχτερινές σκηνές να φωτίζονται αποκλειστικά σαν να προέρχονται από πραγματικές φλόγες, ενώ για τον Κύκλωπα επιστρατεύτηκε ο Bill Irwin, γνωστός από το «Interstellar», για να καθοδηγήσει τη σωματική απόδοση του μυθικού πλάσματος.
Ο Damon περιγράφει τα γυρίσματα ως την πιο απαιτητική εμπειρία της καριέρας του. Ο ηθοποιός βρέθηκε δεμένος σε πραγματικά κατάρτια, περπατούσε καθημερινά μέχρι το Castello di Santa Caterina στη Σικελία και γύρισε σκηνές βροχής στην Ισλανδία μέσα στις λεγόμενες «λευκές νύχτες». Ακόμη και οι σκηνές στο Μαρόκο αποδείχθηκαν εφιαλτικές λόγω των θυελλωδών ανέμων και της άμμου που, όπως είπε, «έμπαινε με φόρα στα μάτια μας και δεν υπήρχε τίποτα που μπορούσαμε να κάνουμε για να τη σταματήσουμε».
Παρά τη φήμη του ως τελειομανή auteur, ο Nolan επιμένει ότι δεν απορρίπτει τα visual effects. «Έχω αποκτήσει τη φήμη κάποιου που δεν του αρέσουν τα εφέ, αλλά οι ταινίες μου έχουν κερδίσει τρία Όσκαρ για visual effects», λέει γελώντας. «Απλώς προτιμώ οι ταινίες να έχουν μια πιο γειωμένη αίσθηση».
Η σχέση του με το IMAX ξεκινά ήδη από την παιδική του ηλικία. Γεννημένος το 1970 από Άγγλο πατέρα και Αμερικανίδα μητέρα, πέρασε τα πρώτα του χρόνια ανάμεσα σε βρετανικά οικοτροφεία και το Evanston του Ιλινόι, όπου γνώρισε την τεχνολογία IMAX μέσα από προβολές στο Museum of Science and Industry του Σικάγο. Αργότερα, μαζί με τον αδελφό του Jonathan Nolan, έγραψαν σενάρια για τις ταινίες «Memento», «The Prestige» και «The Dark Knight».
Σημαντικό ρόλο στην πορεία του έπαιξε και η Emma Thomas, σύντροφός του από τα φοιτητικά τους χρόνια στο University College London και παραγωγός όλων των ταινιών του. Η ίδια αποκαλύπτει ότι ο Nolan μιλούσε ήδη από τον μήνα του μέλιτος για το όνειρό του να γυρίσει ολόκληρη ταινία σε IMAX.
Στην «Οδύσσεια», η Πηνελόπη της Anne Hathaway αποκτά πολύ πιο ενεργό και εκρηκτικό ρόλο απ’ ό,τι στο ομηρικό έπος. «Υπάρχει η αντίληψη ότι η Πηνελόπη είναι η προσωποποίηση της υπομονής και της σεμνότητας», λέει η ηθοποιός. «Κι όμως, στο σενάριο του Chris είναι γεμάτη οργή και παρουσιάζεται ουσιαστικά ως ισότιμη του Οδυσσέα». Η Hathaway και ο Damon αντιμετώπισαν εξαρχής την ταινία σαν μια ιστορία αγάπης δύο ανθρώπων που παραμένουν συνδεδεμένοι παρά τον χρόνο, τον πόλεμο και την απόσταση.
Το καστ περιλαμβάνει επίσης τους Tom Holland ως Τηλέμαχο, τη Zendaya ως Αθηνά, τη Lupita Nyong’o σε διπλό ρόλο ως Ελένη και Κλυταιμνήστρα, τον Jon Bernthal ως Μενέλαο, τον Benny Safdie ως Αγαμέμνονα, τη Charlize Theron ως Καλυψώ και τη Samantha Morton ως Κίρκη.
Ακόμη και η μουσική ακολουθεί μια αντισυμβατική διαδρομή. Ο Ludwig Göransson αποκάλυψε ότι ο Nolan του ζήτησε να μην χρησιμοποιήσει ορχήστρα, παρά το επικό ύφος της ταινίας. Αντί γι’ αυτό, η μουσική βασίζεται σε μπρούτζινα γκονγκ, συνθεσάιζερ και αρχαία έγχορδα, ενώ στην ταινία εμφανίζεται και ο Travis Scott ως βάρδος, σε μια προσπάθεια να συνδεθεί η προφορική παράδοση του Ομήρου με τη σύγχρονη rap κουλτούρα.
Ο Nolan δείχνει εξίσου σχολαστικός και στις ιστορικές λεπτομέρειες. Απαντώντας στις επικρίσεις για τη σκουρόχρωμη πανοπλία του Αγαμέμνονα, εξήγησε ότι βασίζεται σε πραγματικές θεωρίες για τη χρήση μαυρισμένου μπρούντζου στη μυκηναϊκή εποχή. «Δεν θέλεις ο κόσμος να πιστέψει ότι αντιμετώπισες το υλικό επιπόλαια», λέει, συγκρίνοντας την προσέγγιση της «Οδύσσειας» με την επιστημονική ακρίβεια που επιδίωξε παλαιότερα στο «Interstellar».
Παρότι ο ίδιος αποφεύγει συνήθως να μιλά εκτενώς για τις ταινίες του πριν από την κυκλοφορία τους, αυτή τη φορά δείχνει να απολαμβάνει τη συζήτηση. Ίσως γιατί η «Οδύσσεια» μοιάζει με το αποκορύφωμα ολόκληρης της φιλμογραφίας του: άνδρες που θυσιάζονται για έναν μεγαλύτερο σκοπό, ήρωες που προσπαθούν να επιστρέψουν στην οικογένειά τους, αφηγήσεις που σπάνε και ανασυνθέτουν τον χρόνο.
«Η “Οδύσσεια” είναι μια σαρωτική ιστορία», λέει. «Χρειάστηκε να περάσω από όλες αυτές τις μεγάλες ταινίες για να μπορέσω τελικά να τη γυρίσω».


