Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή κάθε γονιού που συνειδητοποιεί ότι το παιδί του δεν είναι πια ακριβώς παιδί. Είναι εκείνη η στιγμή που κλείνει η πόρτα του δωματίου λίγο πιο δυνατά. Που το «πού πας;» απαντιέται με ένα «με τους άλλους». Που το «στείλε μου όταν φτάσεις» συνοδεύεται από ένα βλέμμα που λέει: «Μαμά, δεν είμαι πέντε χρονών» ή απλά «Έλεος!». Και κάπου εκεί ξεκινά η δύσκολη ισορροπία της εφηβείας.
Τα τελευταία χρόνια ακούμε όλο και περισσότερους όρους για τη γονεϊκότητα. Ένας από αυτούς είναι ο γονέας-φάρος. Πριν όμως φτάσουμε εκεί, υπάρχουν δύο άλλοι γνωστοί τύποι γονέων.
Ο γονέας-ελικόπτερο είναι αυτός που πετά συνεχώς πάνω από το παιδί του. Παρακολουθεί, ελέγχει, παρεμβαίνει πριν προλάβει να συμβεί κάτι. Στην εφηβεία μπορεί να μοιάζει κάπως έτσι: «Ποιοι θα είστε;»/ «Ποιοι άλλοι θα έρθουν;»/ «Στείλε τοποθεσία»/ «Γιατί δεν απάντησες εδώ και 15 λεπτά;». Δεν το κάνει επειδή θέλει να ελέγχει το παιδί του. Το κάνει επειδή φοβάται.
Από την άλλη υπάρχει ο γονέας-ελευθέρας βοσκής. Είναι ο γονιός που λέει: «Μεγάλωσες, αποφάσισε μόνος σου». Δίνει χώρο, εμπιστεύεται, αφήνει το παιδί να μάθει μέσα από τις εμπειρίες του. Όμως κάποιες φορές μπορεί να ξεχάσει ότι ο έφηβος, όσο κι αν θέλει να φαίνεται μεγάλος, δεν έχει ακόμη την ωριμότητα ενός ενήλικα.
Και κάπου ανάμεσα βρίσκεται ο γονέας-φάρος. Ο γονέας-φάρος δεν τρέχει πίσω από το παιδί του. Δεν του παίρνει το τιμόνι από τα χέρια. Αλλά μένει εκεί. Σταθερός. Ορατός. Έτοιμος να φωτίσει όταν χρειαστεί. Όπως ο φάρος δεν πηγαίνει στη θάλασσα να βρει τα πλοία. Απλώς τους θυμίζει πού είναι η στεριά.



