Υπάρχουν στιγμές που η καρδιά χτυπάει λίγο πιο δυνατά όταν πρόκειται να μιλήσουμε μπροστά σε άλλους, να γνωρίσουμε καινούργιους ανθρώπους ή να γίνουμε το επίκεντρο μιας ομάδας. Το κοινωνικό άγχος δεν κάνει διακρίσεις· μπορεί να αγγίξει οποιονδήποτε, ανεξαρτήτως εμπειρίας, ηλικίας ή κοινωνικής θέσης.
Πίσω όμως από αυτόν τον φόβο της έκθεσης κρύβεται κάτι πιο βαθύ: η ανάγκη να γίνουμε αποδεκτοί, να μην απορριφθούμε, να φανεί ότι “είμαστε αρκετοί”. Και όσο περισσότερο προσπαθούμε να φαινόμαστε «τέλειοι», τόσο πιο δύσκολο γίνεται να είμαστε πραγματικά παρόντες.
Όταν το βλέμμα των άλλων γίνεται καθρέφτης
Η ρίζα του κοινωνικού άγχους βρίσκεται στην υπερ-εστίαση στον τρόπο που φανταζόμαστε ότι μας βλέπουν οι άλλοι. Σύμφωνα με την γνωσιακή θεωρία του κοινωνικού άγχους (Clark & Wells, 1995), το άτομο εσωτερικεύει ένα «παρατηρητικό βλέμμα» — έναν φανταστικό κριτή που παρακολουθεί κάθε του κίνηση. Αυτή η εσωτερική κάμερα, που καταγράφει κάθε φράση ή μορφασμό, δημιουργεί μια συνεχή αίσθηση αυτοπαρακολούθησης και άγχους.
Η ειρωνεία είναι πως όσο περισσότερο προσπαθούμε να “ελέγξουμε” πώς φαινόμαστε, τόσο περισσότερο αποσυνδεόμαστε από την ίδια τη στιγμή. Η αυθεντική επαφή χάνεται και τη θέση της παίρνει η ανάλυση, η σύγκριση, η υπερένταση.
