Το comfort food δεν είναι απλώς ένα πιάτο στο τραπέζι. Είναι εμπειρία, μνήμη και βιολογία μαζί. Οι τροφές που θεωρούμε «παρηγορητικές» για ... την ψυχούλα μας, κουβαλούν μια δύναμη που ξεπερνά τη γεύση ή τη θρεπτική τους αξία και αγγίζει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλός μας, αλλά και το πώς έχουμε μάθει να συνδεόμαστε συναισθηματικά με το φαγητό από την παιδική μας κιόλας ηλικία.
Τι είναι το comfort food και πότε γεννήθηκε ο όρος
Ο όρος comfort food μπορεί σήμερα να μοιάζει αυτονόητος, ωστόσο η ιστορία του είναι σχετικά πρόσφατη. Σε διεθνές επίπεδο, εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1966 σε άρθρο της εφημερίδας Palm Beach Post στη Φλόριντα των Ηνωμένων Πολιτειών. Το δημοσίευμα αφορούσε την παιδική παχυσαρκία και παρατηρούσε ότι τα δυστυχισμένα ή συναισθηματικά πιεσμένα παιδιά είχαν την τάση να καταναλώνουν υπερβολικά συγκεκριμένα σπιτικά φαγητά, τα οποία τους δημιουργούσαν αίσθηση ασφάλειας, ηρεμίας και συναισθηματικής προστασίας.
Τρεις δεκαετίες αργότερα, το 1997, ο όρος καθιερώθηκε επίσημα, όταν συμπεριλήφθηκε στο Oxford English Dictionary, με τον ορισμό:
«Φαγητό που παρασκευάζεται με απλό και παραδοσιακό τρόπο και επιδρά συναισθηματικά, δημιουργώντας αναμνήσεις από τα παιδικά μας χρόνια, την οικογένεια και τους φίλους μας».
Η βιολογία της απόλαυσης
Από καθαρά επιστημονική σκοπιά, το φαγητό είναι επιβίωση. Όμως ο εγκέφαλος δεν αρκείται σε αυτό. Όπως εξηγεί ο Paul Breslin, διατροφικός επιστήμονας στο Rutgers University και στο Monell Chemical Senses Center, κάθε φορά που τρώμε ενεργοποιούνται μηχανισμοί ανταμοιβής: ο εγκέφαλος απελευθερώνει οπιοειδείς ουσίες που μας κάνουν να νιώθουμε ευχαρίστηση.
Ορισμένες τροφές, ωστόσο, «αμείβονται» περισσότερο από άλλες. Οι υδατάνθρακες και τα γλυκά αυξάνουν τα επίπεδα σεροτονίνης, ενός νευροδιαβιβαστή που σχετίζεται με τη χαλάρωση και την καλή διάθεση. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά από ένα πιάτο ζυμαρικά ή ένα γλυκό νιώθουμε πιο ήρεμοι και συναισθηματικά «γεμάτοι». Σύμφωνα με την Dr. Uma Naidoo, διατροφική ψυχίατρο στο Massachusetts General Hospital και στο Harvard Medical School, αυτή η χημική αντίδραση εξηγεί γιατί τέτοιες τροφές συχνά λειτουργούν σαν άμεσο «ηρεμιστικό» της διάθεσης.
Έρευνες δείχνουν μάλιστα ότι δεν αντιδρούν όλοι οι άνθρωποι το ίδιο. Μελέτη έχει αποκαλύψει πως άτομα με μεγαλύτερη ευαισθησία στη γλυκιά γεύση —εκείνοι που ανιχνεύουν το γλυκό σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις και έχουν έντονη προτίμηση σε αυτό— παρουσιάζουν ισχυρότερη ενεργοποίηση των κέντρων ανταμοιβής του εγκεφάλου όταν καταναλώνουν ζάχαρη.
iStock
Οι «hedonic hotspots» και η ντοπαμίνη
Σύγχρονες μελέτες, όπως εκείνη του 2020 στο περιοδικό Physiology & Behavior, μιλούν για συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου, τα λεγόμενα hedonic hotspots, που ενισχύουν την αίσθηση ευχαρίστησης από γεύσεις πλούσιες σε λιπαρά, υδατάνθρακες και αλάτι. Η ενεργοποίησή τους οδηγεί σε αύξηση της ντοπαμίνης, της ορμόνης που σχετίζεται με την επιθυμία, το κίνητρο και την αναζήτηση ανταμοιβής.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι λεγόμενες hyper-palatable foods —τροφές με έντονη γλυκιά, αλμυρή ή λιπαρή γεύση— μας τραβούν ξανά και ξανά. Σύμφωνα με το Harvard School of Public Health, τέτοιες τροφές είναι εύπεπτες και πυκνές σε θερμίδες, ενώ μπορούν να επηρεάσουν και άλλες ορμόνες, όπως την ινσουλίνη, την κορτιζόλη (ορμόνη του στρες) και τη λεπτίνη (ορμόνη της πείνας), ενισχύοντας ακόμα περισσότερο τις λιγούρες.
Αντίθετα, τα υγιεινά τρόφιμα, όπως τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, παρότι πλούσια σε βιταμίνες και φυτικές ίνες, δεν περιέχουν τα «ερεθίσματα» που πυροδοτούν αυτά τα κυκλώματα ανταμοιβής. Γι’ αυτό σπάνια θα βρεθούμε να λαχταράμε ένα μαρούλι όταν είμαστε συναισθηματικά πιεσμένοι.
Η δύναμη της μνήμης και της συναισθηματικής σύνδεσης
Όμως το comfort food δεν εξηγείται μόνο από τη χημεία. Ο Charles Spence, πειραματικός ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, τονίζει ότι οι τροφές παρηγοριάς είναι βαθιά δεμένες με προσωπικές και πολιτισμικές εμπειρίες. Διαφέρουν από χώρα σε χώρα και από οικογένεια σε οικογένεια.
Συχνά πρόκειται για φαγητά που μας έδιναν όταν ήμασταν παιδιά, από ανθρώπους που μας φρόντιζαν. Αυτό εξηγεί τη συλλογική αγάπη για πιάτα όπως η κοτόσουπα, που σε πολλές κουλτούρες συνδέεται με τη φροντίδα όταν είμαστε άρρωστοι. Δεν είναι τυχαίο ότι έρευνες δείχνουν πως αναζητούμε comfort food πιο έντονα όταν νιώθουμε μοναξιά ή συναισθηματική απειλή.
Η όσφρηση παίζει επίσης τεράστιο ρόλο. Το κέντρο της όσφρησης στον εγκέφαλο συνδέεται άμεσα με την αμυγδαλή (συναισθήματα) και τον ιππόκαμπο (μνήμη). Οι μυρωδιές που βιώνουμε στην παιδική ηλικία χαράσσονται με εντυπωσιακή ακρίβεια, γι’ αυτό και ένα άρωμα —όπως μια πίτα που ψήνεται— μπορεί να μας μεταφέρει στιγμιαία σε ένα παλιό οικογενειακό τραπέζι.
Φυσικά, αυτές οι συνδέσεις δεν είναι πάντα θετικές. Μια άσχημη εμπειρία μπορεί να μας κάνει να αποφεύγουμε συγκεκριμένα τρόφιμα για χρόνια, αποδεικνύοντας πόσο ισχυρή είναι η μνήμη που «κολλάει» πάνω στη γεύση.
Pexels
Μπορεί το comfort food να μας βοηθήσει πραγματικά;
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το comfort food επιτελεί τελικά τον σκοπό του. Τα δεδομένα είναι αντικρουόμενα. Έρευνα της OnePoll το 2020 έδειξε ότι τα δύο τρίτα των Αμερικανών κατανάλωναν τρόφιμα που αγαπούσαν ως παιδιά για να αντεπεξέλθουν στο άγχος της πανδημίας, όμως μόνο το 41% δήλωσε ότι αυτό τους έφερνε πραγματική ευτυχία.
Αντίστοιχα, έρευνα του 2022 στο Ηνωμένο Βασίλειο σε 2.000 άτομα αποκάλυψε ότι το 25% κατανάλωνε comfort food τουλάχιστον πέντε φορές την εβδομάδα, παρότι το 56% δήλωνε ότι τελικά ένιωθε χειρότερα, ενώ το 57% ανέφερε ενοχές μετά την κατανάλωση.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι το comfort food λειτουργεί κυρίως βραχυπρόθεσμα, προσφέροντας μια στιγμιαία έκρηξη ντοπαμίνης. Μακροπρόθεσμα, όμως, μπορεί να συνοδεύεται από τύψεις και αρνητικά συναισθήματα, ειδικά όταν υπάρχει επίγνωση της χαμηλής διατροφικής του αξίας.
Μάλιστα, μελέτη του 2014 στο Health Psychology κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οποιοδήποτε φαγητό —και όχι μόνο το comfort food— μπορεί να βελτιώσει προσωρινά τη διάθεση. Οι συμμετέχοντες ένιωθαν καλύτερα ανεξαρτήτως του αν κατανάλωναν το φαγητό που λαχταρούσαν ή κάτι ουδέτερο, γεγονός που υποδηλώνει ότι ίσως αποδίδουμε στο comfort food μια «μαγική» ιδιότητα που δεν του ανήκει αποκλειστικά.
Το comfort food είναι ένας σύνθετος μηχανισμός όπου συναντιούνται η νευροβιολογία, οι ορμόνες, η μνήμη και οι ανθρώπινες σχέσεις. Μπορεί να μας αγκαλιάσει συναισθηματικά, να μας θυμίσει ποιοι είμαστε και από πού ερχόμαστε, αλλά δεν αποτελεί πανάκεια για το άγχος ή τη θλίψη. Ίσως η πραγματική του δύναμη να μην βρίσκεται μόνο στο πιάτο, αλλά στο πλαίσιο: στο μοίρασμα, στην παρέα και στη ζεστασιά της στιγμής. Εκεί όπου το φαγητό παύει να είναι απλώς τροφή και γίνεται εμπειρία.
