Από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα, ο οίκος Versace δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένα brand πολυτελείας. Υπήρξε —και παραμένει— ένα οικογενειακό σύστημα αξιών, μια αισθητική φιλοσοφία και ένας τρόπος να αντιλαμβάνεται κανείς την ελευθερία, τη δύναμη και την αυτοέκφραση μέσα από το ένδυμα. Ακόμα και μετά τον τραγικό θάνατο του Gianni Versace το 1997, η έννοια της οικογένειας δεν αποδυναμώθηκε. Αντίθετα, μετατράπηκε στο πιο ανθεκτικό και ουσιαστικό στοιχείο του DNA του οίκου.
Η Donatella Versace, μαζί με τον αδερφό της Gianni, ανέλαβαν τα ηνία του οίκου σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της ιστορίας του. Από τότε, η Versace εξελίχθηκε χωρίς να αποκοπεί από τις ρίζες της, χτίζοντας ένα αφήγημα που συνδέει το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον — πάντα μέσα από τις αξίες της οικογένειας, της ελευθερίας και της ανεπιτήδευτης, σχεδόν προκλητικής, υπερβολής.
Αυτή ακριβώς τη φιλοσοφία έρχεται να αποτυπώσει η νέα καμπάνια του οίκου με τίτλο Embodied: ένα πολυεπίπεδο project που λειτουργεί σαν μανιφέστο για το ποιος είναι ο Versace σήμερα. Υπό την καλλιτεχνική καθοδήγηση του Dario Vitale, η καμπάνια ξεδιπλώνεται σε 12 διαφορετικά κεφάλαια, καθένα αφιερωμένο σε βασικές αξίες που διαμόρφωσαν —και συνεχίζουν να διαμορφώνουν— την ταυτότητα του οίκου.
Αν το πρώτο κεφάλαιο εστίασε στη σύγχρονη καλλιτεχνική έκφραση, το επόμενο στρέφεται σε κάτι βαθύτερο και πιο ανθρώπινο: την έννοια της οικογένειας. Όχι ως βιολογικό δεδομένο, αλλά ως κοινότητα ανθρώπων που έχουν συνδεθεί προσωπικά, συναισθηματικά και βιωματικά με το έργο του Gianni Versace.
Και εδώ ακριβώς μπαίνουν στο κάδρο τρεις Ελληνίδες γυναίκες.
Στο επίκεντρο αυτού του κεφαλαίου της καμπάνιας βρίσκονται η Εράνθη Καραμαλή, η Έρη Κάκκαβα και η Ηρώ Πονηράκη. Τρεις γυναίκες διαφορετικών γενεών, ενωμένες όμως από έναν κοινό παρονομαστή: μια βαθιά, αυθεντική και μακροχρόνια σχέση με τον οίκο Versace και τα αρχειακά του κομμάτια από τις δεκαετίες του ’80 και του ’90.
Φωτογραφημένες από τη Liv Liberg και με styling της Ελληνίδας στιλίστριας Stephanie Fragakis, δεν παρουσιάζονται ως μοντέλα, ούτε υποδύονται ρόλους. Φορούν και στέκονται μπροστά στην εκτενή συλλογή της Έρης Κάκκαβα ως φορείς μνήμης, ως γυναίκες που γνωρίζουν την ιστορία του οίκου όχι μέσα από βιβλία ή αρχεία, αλλά μέσα από την καθημερινή συνύπαρξη με τα ρούχα του, εδώ και δεκαετίες.
Και οι τρεις έχουν αφιερώσει χρόνια στη συλλογή αυθεντικών δημιουργιών του Gianni Versace, αντιμετωπίζοντας τα ρούχα ως ιστορικά, καλλιτεχνικά και πολιτισμικά τεκμήρια.
Έρη Κάκκαβα: η γυναίκα που έφερε τον Versace στην Ελλάδα
Η Έρη Κάκκαβα δεν είναι απλώς συλλέκτρια. Είναι μία από τις πιο καθοριστικές προσωπικότητες στην ιστορία της ελληνικής μόδας. Το πάθος της για τη μόδα ξεκίνησε νωρίς: το 1966 άνοιξε την πρώτη της μπουτίκ στο Κολωνάκι, στην οδό Πατριάρχου Ιωακείμ, παρουσιάζοντας τη δική της συλλογή με το όνομα Jade — έναν χώρο που γρήγορα εξελίχθηκε σε σημείο αναφοράς για την κομψή Αθήνα της εποχής.
Ήταν η πρώτη που έφερε συστηματικά παριζιάνικη μόδα στην ελληνική αγορά, εισάγοντας τη φίρμα της Sylvie Vartan, η οποία γνώρισε τεράστια απήχηση στις Αθηναίες. Στη συνέχεια, δημιούργησε μπουτίκ Lanvin, Courrèges και Guy Laroche, καθιερώνοντας τον εαυτό της ως την πρώτη γυναίκα επιχειρηματία που εισήγαγε οργανωμένα τη διεθνή haute couture στην Ελλάδα.
Το 1982, η Έρη Κάκκαβα διέκρινε εγκαίρως ότι το κέντρο βάρους της μόδας μεταφερόταν από το Παρίσι στο Μιλάνο — και ότι ο ανερχόμενος τότε Gianni Versace θα γινόταν ο απόλυτος πρωταγωνιστής της νέας εποχής. Η θρυλική μπουτίκ Galleries JADE στην Αναγνωστοπούλου 3 μετατράπηκε σε σημείο συνάντησης όλων των γυναικών που λάτρευαν τις δημιουργίες του Versace, αλλά και άλλων μεγάλων σχεδιαστών όπως ο Gianfranco Ferré, των οποίων υπήρξε αποκλειστική αντιπρόσωπος.
Πέρα από την επιχειρηματική της πορεία, η Έρη Κάκκαβα υπήρξε και παραμένει βαθιά ερωτευμένη με την καλλιτεχνική πλευρά της μόδας. Η προσωπική της συλλογή περιλαμβάνει μοναδικά κομμάτια του Gianni Versace — ένα ζωντανό αρχείο που συνεχίζει να ταξιδεύει.
Ηρώ Πονηράκη: το παρελθόν ως παρόν
Η Ηρώ Πονηράκη, κόρη της Έρης Κάκκαβα, εκπροσωπεί τη φυσική συνέχεια αυτής της ιστορίας. Μεγαλωμένη μέσα σε έναν κόσμο όπου τα ρούχα αντιμετωπίζονταν ως έργα τέχνης, έχει αναπτύξει μια σύγχρονη, συνειδητή σχέση με το archive fashion.
Για την Ηρώ, τα κομμάτια του Versace δεν ανήκουν στο παρελθόν. Είναι ζωντανά, φορέσιμα και επίκαιρα, λειτουργώντας ως αντίδοτο στη λογική της γρήγορης κατανάλωσης. Η προσέγγισή της γεφυρώνει τη συλλεκτική κουλτούρα με τη σημερινή ανάγκη για βιωσιμότητα και ουσιαστική σύνδεση με τη μόδα.
Εράνθη Καραμαλή: η μνήμη ως κληρονομιά
Η σχέση της Εράνθης Καραμαλή με τον οίκο Versace είναι σχεδόν κληρονομική. Η γιαγιά της υπήρξε αποκλειστική εκπρόσωπος του οίκου Versace στην Ελλάδα — μια θέση που τη συνέδεσε άμεσα με τον ίδιο τον Gianni Versace και το δημιουργικό του σύμπαν. Μέσα από αυτή τη σύνδεση, η Εράνθη μεγάλωσε περιτριγυρισμένη από υφάσματα, μοτίβα και silhouettes που σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή.
Η παρουσία της στην καμπάνια λειτουργεί σαν γέφυρα ανάμεσα στην επίσημη ιστορία του οίκου και τη βιωματική, προσωπική του διάσταση. Είναι η απόδειξη ότι η μόδα μπορεί να μεταφερθεί από γενιά σε γενιά όχι μόνο ως αντικείμενο, αλλά ως πολιτισμικό κεφάλαιο. Πλέον η Εράνθη Καραμαλή, συνεχίζει αυτή την όμορφη αφήγηση, στον δικό της χώρο, το Mod, στο Κολωνάκι, όπου μπορεί κανείς να δει αφόρετες vintage δημιουργίες σχεδιαστών σε διάλογο με σύγχρονα κομμάτια και αντικείμενα design και παράλληλα λειτουργεί ως «σπίτι» για το μεγαλύτερο αρχείο Gianni Versace Couture.
Η καμπάνια γυρίστηκε στην Αθήνα και μέσα από αυτό το project ο οίκος Versace καθιστά σαφές κάτι ουσιαστικό: η οικογένεια του Versace δεν περιορίζεται στους σχεδιαστές και τα δημιουργικά επιτελεία. Περιλαμβάνει και εκείνους που επέλεξαν να ζουν με αυτά τα ρούχα, να τα διασώζουν και παρόν.
