Για δεκαετίες, η μητρότητα παρουσιάζεται ως μια κατάσταση απόλυτης πληρότητας, ευτυχίας και φυσικής προσαρμογής. Όμως η πραγματικότητα συχνά απέχει πολύ από αυτό το αφήγημα. Η επιλόχειος κατάθλιψη παραμένει ένα από τα πιο παρεξηγημένα και υποτιμημένα κεφάλαια της γυναικείας εμπειρίας. Όχι φυσικά επειδή είναι σπάνια, αλλά επειδή δεν χωρά εύκολα στο συλλογικό μας στερεότυπο για τη «χαρούμενη μητέρα».
Η Jennifer Lawrence, με τη δημόσια εξομολόγησή της, δεν μιλά απλώς για τον εαυτό της. Μιλά για χιλιάδες γυναίκες που ένιωσαν ότι κάτι «δεν πάει καλά» και αναρωτήθηκαν αν φταίνε εκείνες.
Πιο συγκεκριμένα, με αφορμή τη συμμετοχή της στην ταινία Die My Love, η Lawrence μίλησε για τη δική της εμπειρία επιλόχειας κατάθλιψης, περιγράφοντάς τη ως μια βαθιά σωματική και ψυχική κατάσταση. «Ένιωθα σαν να με κυνηγούσε μια τίγρη καθημερινά», είπε, αποτυπώνοντας με ωμή ειλικρίνεια το άγχος, τους φόβους και τις καταστροφικές σκέψεις που κατέκλυζαν το μυαλό της.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η ίδια δεν το περίμενε, καθώς είχε ήδη βιώσει έναν προηγούμενο τοκετό χωρίς αντίστοιχη εμπειρία. Αυτό ακριβώς καταρρίπτει έναν ακόμα μύθο: ότι η επιλόχειος κατάθλιψη είναι προβλέψιμη ή ότι «αν δεν σου συνέβη την πρώτη φορά, δεν θα σου συμβεί ποτέ».

Η Lawrence μίλησε ανοιχτά για τις ορμονικές μεταβολές, για το πώς το σώμα καταρρέει βιολογικά ενώ η κοινωνία απαιτεί άμεση συναισθηματική διαθεσιμότητα, αυτοέλεγχο και απόλυτη αφοσίωση.
Περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο οι σκέψεις γίνονται εχθρικές, οι φόβοι διογκώνονται και η αυτοαμφισβήτηση γίνεται καθημερινότητα.
Σημαντικό επίσης είναι ότι δεν δίστασε να αναφερθεί στη βοήθεια που ζήτησε, τόσο μέσω ψυχοθεραπείας όσο και μέσω φαρμακευτικής αγωγής. Σε έναν κόσμο που ακόμα στιγματίζει την ψυχική υγεία, ειδικά όταν αφορά μητέρες, αυτή η δήλωση λειτουργεί απελευθερωτικά.
Η ταινία Die My Love δεν είναι τυχαίο ότι αποτέλεσε το πλαίσιο αυτής της εξομολόγησης. Η ιστορία εστιάζει στη γυναικεία ψυχική διάλυση, στη μητρότητα χωρίς εξιδανίκευση, στη ρήξη ανάμεσα σε αυτό που «πρέπει» να νιώθεις και σε αυτό που πραγματικά βιώνεις. Η Lawrence δεν υποδύεται απλώς έναν ρόλο, συνομιλεί με μια εμπειρία που έχει ζήσει στο ίδιο της το σώμα.

Αυτό που αξίζει να κρατήσουμε από τέτοιου είδους εξομολογήσεις, είναι πως η επιλόχειος κατάθλιψη δεν είναι ατομική αποτυχία. Είναι το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών πιέσεων που εξακολουθούν να βαραίνουν δυσανάλογα τις γυναίκες. Και κυρίως, δεν αναιρεί την αγάπη προς το παιδί, απλώς αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα της μητρότητας.
Σε μια εποχή που η μητρότητα εξακολουθεί να εξιδανικεύεται, τέτοιες φωνές λειτουργούν ως αντίβαρο. Μας θυμίζουν ότι το να ζητάς βοήθεια δεν είναι αδυναμία, ότι η ψυχική υγεία είναι μέρος της μητρικής φροντίδας και ότι καμία γυναίκα δεν οφείλει να υποφέρει για να θεωρηθεί «καλή μητέρα».
