Η δευτεροβάθμια δίκη του Δημήτρη Λιγνάδη ξεκίνησε με μια κατάθεση που δεν αφήνει περιθώρια. Ο 29χρονος καταγγέλλων ανέβηκε στο βήμα του μάρτυρα και ξετύλιξε ένα νήμα γεγονότων που, σύμφωνα με τον ίδιο, σημάδεψαν ανεξίτηλα τη ζωή του.
Η μαρτυρία του δεν αφορά μόνο την περιγραφή πράξεων, αλλά και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές εκτυλίχθηκαν, μια παιδική ηλικία σε φτώχεια, ένα περιβάλλον κακοποίησης και η ανάγκη για επιβίωση που τον οδήγησε όπως κατέθεσε, στο σπίτι του κατηγορούμενου.

Η γνωριμία και η σταδιακή προσέγγιση
Σύμφωνα με την κατάθεσή του, η πρώτη επαφή έγινε στις αρχές του 2015, όταν ο ίδιος ήταν ακόμη ανήλικος. Η επικοινωνία ξεκίνησε μέσω social media και σύντομα εξελίχθηκε σε προσωπικές συναντήσεις.
Αρχικά, ο 29χρονος σημείωσε ότι είχε δει τον Δημήτρη Λιγνάδη τον Ιανουάριο του 2015 στη πλατεία της γειτονιάς του στο κέντρο της Αθήνας, και μετά, όπως είπε, ο σκηνοθέτης τον πλησίασε στις αρχές του Φεβρουαρίου του 2015 και του έστειλε αίτημα φιλίας σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης. «Δεν ξέρω πώς βρήκε το προφίλ μου και από εκεί και πέρα μου έστελνε μηνύματα λέγοντας μου ότι θα ήθελε να βρεθούμε και να πάω να δω δουλειές του», είπε ο μάρτυρας για να συνεχίσει: «Διαβάζοντας το προφίλ του κατάλαβα ποιος είναι ο άνθρωπος αυτός. Έκανα δεκτό το αίτημα, είδα ότι τότε εκείνος ήταν στα 50. Έγραφε στο προφίλ του "ηθοποιός, σκηνοθέτης"».
Ο 29χρονος, περιέγραψε ότι, λόγω της δύσκολης οικογενειακής του κατάστασης, με γονείς αλκοολικούς και συνθήκες διαβίωσης χωρίς ρεύμα και νερό, είδε στο πρόσωπο του κατηγορούμενου μια πιθανή διέξοδο.
Όπως ανέφερε, μετακόμισε στο σπίτι του Δημήτρη Λιγνάδη τον Φεβρουάριο του 2015 και έμεινε εκεί μέχρι τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς.

«Ένιωθα ότι με βοηθούσε», είπε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας μια σχέση που κατά τον ίδιο, στηριζόταν στην ανάγκη του για στέγη και ασφάλεια.
Η κατάθεσή του κορυφώθηκε με την περιγραφή των περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης.
Ο μάρτυρας μίλησε για την πρώτη επίθεση μέσα στο σπίτι, όταν όπως είπε ο κατηγορούμενος τον οδήγησε σε δωμάτιο και τον βίασε. Περιέγραψε το σοκ και την αδυναμία αντίδρασης, αλλά και τον φόβο ότι αν μιλούσε, θα έχανε το μοναδικό του καταφύγιο.
Ιδιαίτερα συγκλονιστική ήταν η αναφορά σε δεύτερο περιστατικό, παρουσία τρίτου προσώπου:
«Πήγα στο μπάνιο, πλενόμουν και έκλαιγα», είπε, αποτυπώνοντας τη συναισθηματική του κατάσταση.
Ο φόβος, η σιωπή και η καθυστέρηση της καταγγελίας
Ο 29χρονος εξήγησε γιατί δεν προχώρησε τότε σε καταγγελία: ήταν ανήλικος, χωρίς χαρτιά και χωρίς υποστήριξη.
«Δεν είχα πού να πάω», ανέφερε, περιγράφοντας μια συνθήκη εγκλωβισμού που τον κράτησε στο ίδιο περιβάλλον για μήνες.
Η κατάθεσή του έκλεισε με μια προσωπική εξομολόγηση για τις συνέπειες που βιώνει μέχρι σήμερα: δυσκολία στις σχέσεις, φόβος, ψυχολογική επιβάρυνση. Όπως είπε, έχει ξεκινήσει πρόσφατα ψυχοθεραπεία, προσπαθώντας να διαχειριστεί το τραύμα.
Η δίκη Λιγνάδη συνεχίζεται, με τη συγκεκριμένη κατάθεση να θέτει βαρύ τόνο για τη συνέχεια της διαδικασίας.
