«Πού πας; Τι κάνεις;» ρωτάει στα μηνύματα του ίνσταγκραμ ο «γυριστρούλης» φίλος, πρώην συνάδελφος, μετά τις σχετικές ευχές για τη νέα χρονιά. «Πουθενά» απαντάω με απάθεια ενώ απολαμβάνω την παντελή απουσία FOMO από την τρέχουσα διάθεσή μου.
«Τα ίδια κι εγώ» λέει ο «γυριστρούλης» που έχει την τάση να ανακαλύπτει τα νέα στέκια πριν καν αυτά ανακαλύψουν τον εαυτό τους. «Κάνω κάτι tgif εξόδους για περιορισμένες εμφανίσεις» προσθέτει μαζί με το ιμότζι του smiley για να προβεί σε μια κοινή, θλιβερή κι εντελώς απτή διαπίστωση: «Έχει αλλάξει το κέντρο. Θερίζει το τζεντριφικέσιον. Ελάχιστα παλιά μπαρ. Ζιγκ ζαγκ για να βρεις καλό μαγαζί και να αποφύγεις τις ορδές με τις βαλίτσες και τα ροδάκια».
Κάποτε το κέντρο της Αθήνας ήταν υπόσχεση. Σημείο συνάντησης, σκηνή, βιτρίνα. Η μύησή μας στην πραγματική ζωή, μακριά από την επαρχιώτικη νοοτροπία και το κουτσομπολιό των προαστίων. Στο κέντρο κανείς δε σήκωνε το κουρτινάκι του παραθύρου για να δει ποιος σε περιμένει στη γωνία, ουδείς σε φώναζε με το όνομά σου.
Ήσουν μια φιγούρα μέσα στο πλήθος κι αυτό ήταν αρκετό -και φουλ απελευθερωτικό. Ταυτόχρονα βρισκόσουν στο σωστό σημείο τη σωστή στιγμή, σε μπάρες με βαριά ιστορία, συνομιλώντας με «μορφές» της νύχτας, παζαρεύοντας το μέλλον με ένα τρόπο που έμοιαζε με ρουλέτα.
Οι πόλεις φουσκώνουν από φιλοδοξία και ξεφουσκώνουν από αδιαφορία. Και σήμερα, περπατώντας στο κέντρο, νιώθω κάτι που δεν το λένε οι οδηγοί πόλης: μια σιωπηλή εξορία.
Το κέντρο ήταν κουλ. Τώρα δεν είναι.
Τώρα, μοιάζει περισσότερο με σκηνικό που έμεινε όρθιο μετά το γύρισμα: τα φώτα χαμήλωσαν, οι κομπάρσοι κουράστηκαν, το σενάριο έκανε κοιλιά και κανείς δε μάζεψε τα σκουπίδια στο τέλος.
Οι πόλεις φουσκώνουν από φιλοδοξία και ξεφουσκώνουν από αδιαφορία. Και σήμερα, περπατώντας στο κέντρο, νιώθω κάτι που δεν το λένε οι οδηγοί πόλης: μια σιωπηλή εξορία. Σαν εκείνες τις πόλεις του Καλβίνο, τις Αόρατες Πόλεις, που υπάρχουν περισσότερο ως ιδέα παρά ως καθημερινότητα. Κι όπως έλεγε ο Μπένγιαμιν για τον flâneur του Παρισιού, ο περιπατητής χρειάζεται ρυθμό για να βυθιστεί στην επικούρεια παρατήρηση. Σήμερα, ο ρυθμός είναι αυτός του check-in / check-out.
Μια πόλη σε autoplay.
Κι όμως, στα στενά—όχι στα «γραφικά», στα αληθινά—η ζωή επιμένει. Δεν με ενοχλεί, πλέον, που μου λένε «καλημέρα» με το μικρό μου όνομα, για την ακρίβεια σπεύδω να την πω εγώ πρώτη - «μια καλημέρα είναι αυτή». Πού πήγαν, άραγε, εκείνες οι εποχές που άλλαζα δρόμο όταν συναντούσα κάποιον γείτονα;
Δεν με ενοχλεί διόλου που η φουρνάρισσα με καλωσορίζει λες και μπαίνω στο σπίτι της. Το καλοδέχομαι. Μου αρέσει που μου λέει ιστορίες από τους γονείς μου. «Είχε χιούμορ ο μπαμπάς σου, ωραίος τύπος».
Ο Ρέιμοντ Κάρβερ έγραψε για μικρές ζωές που κρύβουν μεγάλα βάθη κι ο Παπαδιαμάντης έστησε ολόκληρα σύμπαντα γύρω από μια αυλή. Αυτή είναι ίσως η γειτονιά, μια αφήγηση σε πρώτο πληθυντικό.
Δεν περνάει καν από το μυαλό μου να με ενοχλήσει που ο Σπύρος στο ψιλικατζίδικο κάνει σχόλια για τον παλαίμαχο, rave σκούφο μου. Γελάω. Δε θυμώνω, όπως κάποτε.
Για χρόνια μαχόμουν την αίσθηση του ανοίκειου ανήκειν. Τελευταία με έχω πιάσει να επιδιώκω τη φευγαλέα επικοινωνία και να αναζητώ τον ασήμαντο διάλογο για τον καιρό -«κρύο, ε;», «καιρός ήταν πια».
Ο Ρέιμοντ Κάρβερ έγραψε για μικρές ζωές που κρύβουν μεγάλα βάθη κι ο Παπαδιαμάντης έστησε ολόκληρα σύμπαντα γύρω από μια αυλή. Αυτή είναι ίσως η γειτονιά, μια αφήγηση σε πρώτο πληθυντικό.
Η γειτονιά «παίζει» πάντα στην εποχή της κασέτας: χαμηλής πιστότητας αλλά υψηλής μνήμης. Το λαϊκό που ακούγεται από το ανοιχτό παράθυρο, το νοτισμένο ραδιόφωνο του πλυντηρίου αυτοκινήτων, το ντο-ρε-μί του μαθήματος πιάνου του δευτέρου ορόφου, το hip hop που γεννιέται στην πλατεία πριν ανέβει σε playlist.
Η ζωή στη γειτονιά δεν είναι νοσταλγία, είναι τρικ επιβίωσης. Είναι ο τρόπος που έμαθε ο άνθρωπος να αντέχει. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγάλες αλλαγές ξεκίνησαν από συνοικίες
Νιώθω τη γειτονιά ως αντίβαρο στην αφαίρεση. Όταν όλα μετριούνται σε ροές, εκεί μετριούνται σε πρόσωπα. Όταν το κέντρο ζητά instant κατανάλωση, η γειτονιά ζητά συμμετοχή. Δεν είναι τέλεια — έχει μικρότητες, συνήθειες, καβγάδες. Μα όπως έγραψε ο Ρίτσος, «πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε» -είναι αυτά που κρατούν τον κόσμο.
Η ζωή στη γειτονιά δεν είναι νοσταλγία, είναι τρικ επιβίωσης. Είναι ο τρόπος που έμαθε ο άνθρωπος να αντέχει. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγάλες αλλαγές ξεκίνησαν από συνοικίες: εκεί που ο κόσμος αναγνωρίζεται μεταξύ του, που η διαφωνία και η συμφιλίωση έχει πρόσωπο. Ο Αμερικανός μυθιστοριογράφος κι ακτιβιστής Τζέιμς Μπάλντουιν έλεγε πως η κοινότητα είναι το μέρος όπου σε βλέπουν όταν προσπαθείς να κρυφτείς.
Ενδεχομένως, επιστροφή στη γειτονιά σημαίνει να ξαναπάρουμε την πόλη από το χέρι. Να ζωντανέψουμε τις τοπικές αγορές, τα γεμάτα σχολεία, τα καφενεία που φιλοξενούν συζητήσεις κι όχι μόνο πρίζες για φόρτιση. Να ξαναμάθουμε να βαδίζουμε μικρές αποστάσεις.
Κι αν το κέντρο χάλασε, ας μην το θρηνούμε. Ας το αποφορτίσουμε. Ας αφήσουμε τον λόγο στη γειτονιά να μιλήσει χαμηλόφωνα, με κοφτή ειλικρίνεια. Να μας θυμίσει ότι η Αθήνα δεν είναι μόνο διαδρομή προς τα «μέσα», αλλά και επιστροφή προς τα «δίπλα». Εκεί που ίσως η πόλη δεν παριστάνει τον εαυτό της — είναι.
Στην τελική, έχει και το ατελές τη γοητεία του κι η γειτονιά είναι πάντα ατελής — αυτό δε σημαίνει ζωή;
Επιμύθιο: «Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θα βρεις άλλες θάλασσες. Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς· και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις» - Η Πόλις, Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, 1910.
