«Πού πας; Τι κάνεις;» ρωτάει στα μηνύματα του ίνσταγκραμ ο «γυριστρούλης» φίλος, πρώην συνάδελφος, μετά τις σχετικές ευχές για τη νέα χρονιά. «Πουθενά» απαντάω με απάθεια ενώ απολαμβάνω την παντελή απουσία FOMO από την τρέχουσα διάθεσή μου.
«Τα ίδια κι εγώ» λέει ο «γυριστρούλης» που έχει την τάση να ανακαλύπτει τα νέα στέκια πριν καν αυτά ανακαλύψουν τον εαυτό τους. «Κάνω κάτι tgif εξόδους για περιορισμένες εμφανίσεις» προσθέτει μαζί με το ιμότζι του smiley για να προβεί σε μια κοινή, θλιβερή κι εντελώς απτή διαπίστωση: «Έχει αλλάξει το κέντρο. Θερίζει το τζεντριφικέσιον. Ελάχιστα παλιά μπαρ. Ζιγκ ζαγκ για να βρεις καλό μαγαζί και να αποφύγεις τις ορδές με τις βαλίτσες και τα ροδάκια».
Κάποτε το κέντρο της Αθήνας ήταν υπόσχεση. Σημείο συνάντησης, σκηνή, βιτρίνα. Η μύησή μας στην πραγματική ζωή, μακριά από την επαρχιώτικη νοοτροπία και το κουτσομπολιό των προαστίων. Στο κέντρο κανείς δε σήκωνε το κουρτινάκι του παραθύρου για να δει ποιος σε περιμένει στη γωνία, ουδείς σε φώναζε με το όνομά σου.
Ήσουν μια φιγούρα μέσα στο πλήθος κι αυτό ήταν αρκετό -και φουλ απελευθερωτικό. Ταυτόχρονα βρισκόσουν στο σωστό σημείο τη σωστή στιγμή, σε μπάρες με βαριά ιστορία, συνομιλώντας με «μορφές» της νύχτας, παζαρεύοντας το μέλλον με ένα τρόπο που έμοιαζε με ρουλέτα.
Οι πόλεις φουσκώνουν από φιλοδοξία και ξεφουσκώνουν από αδιαφορία. Και σήμερα, περπατώντας στο κέντρο, νιώθω κάτι που δεν το λένε οι οδηγοί πόλης: μια σιωπηλή εξορία.
