Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην κριτική και στην προσβολή. Και υπάρχει και κάτι ακόμα πιο ξεκάθαρο: όταν την έχεις περάσει, δεν σώζεσαι λέγοντας «κι εμένα μου το έκαναν».
Αυτό που συνέβη ανάμεσα στην Εύη Δρούτσα και τη Marseaux δεν είναι απλώς ένα ακόμα τηλεοπτικό beef. Είναι ένα καθαρό παράδειγμα του πώς το body shaming παρουσιάζεται ως «ειλικρινής άποψη» και, όταν δεχτεί αντίδραση, επιστρέφει μεταμφιεσμένο σε προσωπικό τραύμα.
Η γνωστή στιχουργός Εύη Δρούτσα κλήθηκε να σχολιάσει τραγούδια της Eurovision. Όχι σώματα. Όχι κιλά. Όχι το ποια γυναίκα «δικαιούται» να φορέσει τι. Κι όμως, μιλώντας για τη Marseaux, το σχόλιο ξέφυγε γρήγορα από τη μουσική και κατέληξε στο σώμα της. Με λόγια που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια παρερμηνείας: «Εδώ βγήκε μια μικρομέγαλη να βγάλει έξω το σώμα της. Πρώτα απ’ όλα δεν έχει το υπέροχο σώμα να το βγάλει έξω».
Αυτό δεν είναι κριτική styling. Δεν είναι σκηνική ανάλυση. Είναι αξιολόγηση σώματος. Και όσο κι αν προσπαθήσουμε να το ντύσουμε με τηλεοπτικό χιούμορ ή να πούμε ότι είναι «παλιάς σχολής», αυτό λέγεται body shaming.
Η αντίδραση της Marseaux δεν ήταν υπερβολική. Ήταν ανθρώπινη. Σε βίντεό της μίλησε ανοιχτά για τη δύσκολη σχέση που έχει περάσει με το σώμα της, λέγοντας:
«Έχω χάσει πάρα πολλές φορές βάρος, έχω πάρει πάρα πολλές φορές βάρος… και μου πάτησε έτσι ένα πολύ λεπτό κουμπάκι.». Και έθεσε το πιο απλό, αλλά και πιο ουσιαστικό ερώτημα: «Πότε σταματάμε να σχολιάζουμε τα σώματα των άλλων;»Η ίδια ξεκαθάρισε κάτι που συχνά “ξεχνάμε” όταν μιλάμε για δημόσια πρόσωπα: ότι αυτό που δέχτηκε δεν ήταν σχόλιο για το τραγούδι της. Ήταν επίθεση στην εμφάνισή της. Το είπε μάλιστα με ειρωνεία που πονάει: «Τι ρούχα πιστεύετε ότι πρέπει να βάλω, αφού δεν έχω το υπέροχο σώμα;».
Αν έχεις βιώσει απόρριψη για το σώμα σου, αν αυτό σε πλήγωσε, τότε γιατί επιλέγεις να αναπαράγεις την ίδια συμπεριφορά; Από πότε το προσωπικό τραύμα λειτουργεί ως άλλοθι για να πληγώνεις δημόσια κάποιον άλλον;
Κάπου εδώ θα περίμενε κανείς μια καθαρή συγγνώμη. Μια αναγνώριση του λάθους. Αντ’ αυτού, ήρθε η γνώριμη ελληνική απάντηση: μετατόπιση της συζήτησης στον εαυτό μας.
Η Εύη Δρούτσα λοιπόν επανήλθε λέγοντας: «Δεν μπορούμε να ξέρουμε τι έχει περάσει ο άλλος». Μια φράση σωστή — αλλά ειρωνικά αντίθετη με το αρχικό της σχόλιο. Για να ενισχύσει τη θέση της, μοιράστηκε και μια προσωπική εμπειρία: «Όταν ήμουν στη δραματική σχολή, με άφησαν στην ίδια τάξη γιατί ήμουν χοντρή».
Και εδώ βρίσκεται ο πραγματικός πυρήνας του προβλήματος. Αν έχεις βιώσει απόρριψη για το σώμα σου, αν αυτό σε πλήγωσε, τότε γιατί επιλέγεις να αναπαράγεις την ίδια συμπεριφορά; Από πότε το προσωπικό τραύμα λειτουργεί ως άλλοθι για να πληγώνεις δημόσια κάποιον άλλον;
Το «κι εμένα μου το έκαναν» δεν είναι επιχείρημα. Είναι παραδοχή ότι ο κύκλος συνεχίζεται. Ότι αντί να σπάσει, περνά απλώς στην επόμενη γενιά — με καλύτερο φωτισμό, κάμερα και τηλεοπτικό βήμα.
Η ειρωνεία είναι ότι η Eurovision, με όλα της τα προβλήματα, είναι ένας από τους λίγους χώρους που εδώ και χρόνια χωράνε διαφορετικά σώματα και εικόνες. Κι όμως, καταφέραμε να μεταφέρουμε εκεί την πιο παλιά, σκονισμένη νοοτροπία: «ναι, αλλά το σώμα σου».
Και ας μην ξεχνάμε κάτι βασικό: όταν μιλάς δημόσια, δεν μιλάς μόνο ως άτομο. Μιλάς ως φωνή με επιρροή. Και όταν λες σε μια νέα γυναίκα ότι «δεν έχει το σώμα» για να φορέσει κάτι, δεν απευθύνεσαι μόνο σε εκείνη. Απευθύνεσαι σε όλες όσες μεγάλωσαν μαθαίνοντας ότι το σώμα τους είναι πάντα υπό κρίση. Πάντα «λίγο λάθος».
Η ειρωνεία είναι ότι η Eurovision, με όλα της τα προβλήματα, είναι ένας από τους λίγους χώρους που εδώ και χρόνια χωράνε διαφορετικά σώματα και εικόνες. Κι όμως, καταφέραμε να μεταφέρουμε εκεί την πιο παλιά, σκονισμένη νοοτροπία: «ναι, αλλά το σώμα σου».
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν το σχόλιο ειπώθηκε «άτσαλα» ή «χωρίς κακή πρόθεση». Το ζήτημα είναι ότι ειπώθηκε. Και είχε αποτέλεσμα. Γιατί, όπως σωστά υπενθύμισε η Marseaux, «ποτέ δεν ξέρεις τι περνάει ο άλλος» — ειδικά όταν του μιλάς για το σώμα του.
Αν κάτι αξίζει να κρατήσουμε από αυτή την ιστορία, είναι το εξής: η άποψη δεν είναι ασπίδα. Και το τραύμα δεν είναι δικαιολογία. Αν δεν θέλουμε να μας κρίνουν για το σώμα μας, το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μην το κάνουμε κι εμείς στους άλλους. Αλλιώς, δεν μιλάμε για ειλικρίνεια. Μιλάμε απλώς για ανακύκλωση της ίδιας παλιάς κακοποίησης — με σύγχρονο λεξιλόγιο.
